κείμενο: καρδιοπαίγνιο
στιχολόγιο: παιδικά παιχνίδια
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη Εκτέλεση: Γιώργος Μαρίνος, Στον αστερισμό της Μέδουσας, LYRA 1984

Γιατί να χάνομαι στην ιδέα σου ακόμα;
Πέρασε ο καιρός, παράτησες πράγματά σκόρπια κι έφυγες.
Η συμφωνία χάλασε...
Ένα παιχνίδι αλλιώτικο που χάθηκε στο φως και έσπασε.
Ο δικός μας ήλιος έδυσε.
Νέες μέρες λάμπουν, αλλόκοτα αστέρια, καινούρια φεγγάρια.
«Οι νύχτες» γίνονται «τα μεσημέρια»... Μίλα μου (επιτέλους).

Δεν περνάς κυρά Μαρία, δεν περνάς... Δε με πονάς.

Δεν έπαιζες δίκαια θυμάμαι. Πάντα ήταν σαν να πολεμούσες.
Ο αντίπαλος άγνωστος και αρνιόμουν να συμμετέχω.
Αλλά με όλες τις φωνές με ανάγκαζες.
Βία (στο κορμί, στο μυαλό, στην ψυχή), μάχη, δάκρυ...
Αλήθεια, ποτέ δεν έμαθα τι σε έκανε να κλαις.
Κι όμως στο ποτάμι των δακρύων σου υποχωρούσα και γαλήνευα. Λιμάνι...

Βγαίνει η βαρκούλα, βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά.

Γύρω μας αλλάζουν. Μέρες, μνήμες, φόροι και φορές.
Το έχει η εποχή...
Ήλιος και βροχή, σταγόνες κρασί και ζεστό καφέ.
Καιρός να απολαύσεις το μόνος σου, χιλιάδες όνειρα να σε παραπλανήσουν(βασιλιάδες έρχονται, άλογα φεύγουν, παντρεύονται οι φτωχοί και οι πλούσιοι ψάχνουν).
Ψάχνω να σε βρω, μα μου γυρνάς την πλάτη...
Κι εγώ σε χάνω, μίλα μου.

Κούνια μπέλα ή τράμπα τραμπαλίζομαι; (μετέωρο σάλτο)

Κι άκου τι θα πω, τόσο καιρό που σώπαινα.
Σε πήρα από το χέρι και σου ‘δειξα ασχήμιες και ομορφιές.
Σου ‘μαθα τη ζωή μέσα από τον διόλου αθώο κόσμο μου,
Μιας και η Ζωή που ήξερες ήταν μικρή και άμαθη.
Εσύ μου γνώρισες την αγάπη και ας έπαιξες με τον έρωτα.
Σηκώνω ψηλά τα χέρια, γιατί τόσο σ’ αγαπώ, θέλω να τρέξω παντού για να σε βρω, αλλά έχω αργήσει...

Και μένω αταξίδευτος... Και ο κλήρος πέφτει (μπαμ και κάτω).

Τόσες μάχες, τζάμπα κόπος.
Λόγια φτώχεια και καμώματα στον βρόντο.
Γιατί πάντα ακολουθεί σιωπή; Βλέμματα στο κενό;
Βαρέθηκα... Μου ‘λειψες πολύ, το ξέρεις;
Μα όσα μας έδεσαν, όσα μας άφησαν, όσα αφήσαμε εμείς να μην ξανάρθουν.
Ας σταθώ σαν στρατιωτάκι μολυβένιο με στολή σε μια γωνιά, να σε κοιτάω, να μου μιλάς, να σε περιμένω... Τίποτα.

Πού ‘ντο, πού ‘ντο... Ψάξε, ψάξε δε θα το βρεις (ζήτα το).

Κι όπως κινούμαι στα χαμένα, περνάς δίπλα μου και στέκεσαι.
Τι με κοιτάζεις με αυτά τα μάτια; Με αυτό το βλέμμα που αγάπησα... Και με κόπο αναγνωρίζω στο πρόσωπο που κάθε πρωί ξυπνούσα να χαρώ.
Αυτό που ζήσαμε σκοτάδι και μας πνίγει, μου λες.
Όπως αυτή η πόλη, απαντώ. Κι εσύ έτοιμος να τα αφήσεις...
Όλα. Το εμείς, το σπίτι μας, τον τόπο μας, το δάκρυ μας.
Εσύ, μια κούκλα στα σκαλοπάτια να εγκαταλείπει.
Μένω να λαχταρώ ιστορίες παλιές και μεγάλες.
Εγώ, τρενάκι που δεν πρόκειται να φύγει, αραγμένο στον σταθμό της μικρής μας πόλης.

Φτου! Ξελευθερία και βγαίνεις (κι εγώ);

 

(Το πρώτο Φθινόπωρο σε γνώρισα, το δεύτερο σε ένιωσα, το τρίτο σε έχασα)