◀ Διαβάστε το πρώτο και το δεύτερο μέρος.

 

Εκείνη την εποχή η τροχιά του φεγγαριού δεν είχε ακόμη σταθεροποιηθεί.  Η απόσταση της σελήνης παρουσίαζε γενναίες διακυμάνσεις και η  περιστροφή της γίνονταν στον κεκλιμένο της άξονα με τρόπο τέτοιο που πότε απομακρύνονταν υπερβολικά από τη γη, ώστε το φεγγάρι έμοιαζε με μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα, και πότε την πλησίαζε τόσο, που οι ισχυροί σεισμοί και οι βαρυτικές δυνάμεις αλλοίωναν το ανάγλυφο του εδάφους και τον σχηματισμό των θαλασσών. Κάθε χίλια διακόσια τριάντα τέσσερα χρόνια δε, η μεταβαλλόμενη τροχιακή της ευθυγράμμιση με τον ήλιο και την γη ήταν τέτοια που εισέρχονταν στο εσωτερικό της ατμόσφαιρας κατά το ένα τρίτο και η πρόσκρουση  απείχε λίγα μόλις μέτρα από την  επιφάνεια του εδάφους.

-Στο μεταξύ, δένοντας σε ένα στέλεχος μια κοφτερή πέτρα, είχα καταφέρει να φτιάξω ένα τσεκούρι. Κι εκείνο με βοήθησε με την σειρά του να κατασκευάσω πολλά καινούρια εργαλεία. Με τον τρόπο αυτό, από την μακρόχρονη ενασχόληση μου με τα φαινόμενα του ύδατος, έφτιαξα μια μικρή βάρκα. Και ετούτη ήταν μια ανακάλυψη που ήμουν βέβαιος πως θα μπορούσε να μας φανεί χρήσιμη πολύ στο μέλλον-.

Ήτανε έκδηλο πλέον και στους δυο μας  πως έπειτα από τον παγετό τα πράγματα θα γίνονταν πολύ δύσκολα για εμάς από τις επερχόμενες ανακατατάξεις που επρόκειτο να συμβούν.  Ο καιρός ήτανε ακόμη θερμός και το νερό στην θάλασσα χλιαρό, μα γνωρίζαμε καλά πως δεν θα είχαμε πολύ χρόνο στην διάθεση μας.

Ακολουθώντας την πορεία του φεγγαριού, θέτοντας ως αρχή το απώτατο σημείο απομάκρυνσης του, πήραμε τον δρόμο για τον τελευταίο μας περίπατο. Και  αποφασίσαμε πως στο επόμενο πέρασμα του από την ατμόσφαιρα, το οποίο έμελε να είναι και το τελευταίο του, θα πηδήξουμε και οι δυο μας πάνω του και θα φύγουμε μια για πάντα από αυτόν τον τόπο.

Θα μπορούσα να πω πως αυτή ήταν μια πολύ μεγάλη βόλτα. Οι σκέψεις της  αλλαγής διαρκώς μας βασάνιζαν. Όμως γνωρίζαμε πως αυτή ήταν η καλύτερη επιλογή και για τους δύο. Η ανάμνηση του τελευταίου μας ταξιδιού είναι ακόμη  βαθιά χαραγμένη μέσα μου. Γιατί ξέραμε πως οι νύχτες μας ήτανε πλέον μετρημένες και όσα ζούσαμε στο εξής είχαν έναν ορίζοντα χρονικό. Και αυτό για εμάς ήταν κάτι το πρωτόγνωρο και είχε μια αίσθηση γλυκόπικρη, μα συνάμα έδινε και μια ιδιάζουσα αξία σε κάθε μας πράξη. Διότι κάθε τόπο που βλέπαμε γνωρίζαμε πως δεν θα τον ξαναδούμε και πως επάνω στα βήματα μας δεν θα σκάψουμε νέα χνάρια. Η κάθε μας εμπειρία πλέον θα ήτανε μια, μοναδική και ανεπίστρεπτη, γι αυτό και απολαμβάναμε κάθε πρωινό με περίσσια ευτυχία για την δυνατότητα που μας προσέφερε να βρισκόμαστε ακόμη εδώ. Ο κόσμος όλος ήταν μια άβυσσος και δεν γινόταν πλέον να τον γνωρίσουμε ολόκληρο, μα κάθε τι που πράτταμε εμπερίεχε  μέσα του έναν κόσμο όλο και οι πράξεις μας έκρυβαν απέραντη ευγνωμοσύνη για την ύπαρξη μας όταν στέφονταν από αγάπη.

Εκείνη κάθε πρωί έκανε ένα σύντομο μπάνιο και έπλενε το πρόσωπο της που γυάλιζε λαμπερό κάτω από τον ήλιο. Ύστερα στέκονταν και με κοιτούσε να ξυπνώ και με προσκαλούσε να την συνοδέψω σε έναν μικρό περίπατο τριγύρω από τον τόπο που βρισκόμασταν κάθε φορά. Τα μεσημέρια παίζαμε αυτοσχέδια παιχνίδια που οι ερωτευμένοι ανακαλύπτουνε την ίδια στιγμή και ύστερα ψηλαφίζαμε ο ένας το σώμα του άλλου, ψάχνοντας για μικρές λεπτομέρειες που δεν είχαμε ανακαλύψει ή για διαφορές που ο χρόνος είχε φέρει. Τις νύχτες, σιωπηροί, πετούσαμε βότσαλα στην παραλία και καθόμασταν σκεφτικοί στην άμμο μέχρι που αποφασίζαμε να πιάσουμε ο ένας τον άλλο από το χέρι, να γείρουμε ανάσκελα και κοιτάζοντας τον ουρανό να κοιμηθούμε.

Και καθώς αυτά συνέβαιναν και οι σκέψεις μας καταδίωκαν συχνά για να μας μελαγχολήσουν και πότε άλλοτε για να μας χρήσουν με πίστη για το μέλλον, η επιφάνεια της σελήνης διαρκώς πλάταινε στον ορίζοντα. Όταν το πρώτο τεταρτημόριο της εισήλθε στην ατμόσφαιρα εμείς βρισκόμασταν ακόμη στα μέσα μιας πλατιάς κοιλάδας και καταλάβαμε πως θα έπρεπε να βιαστούμε. Πήραμε λοιπόν τον δρόμο προς την ακτή, σέρνοντας ξοπίσω μας την μικρή μου βάρκα,  και από εκεί διασχίσαμε την υπόλοιπη απόσταση, πότε κάνοντας κουπί και πότε περπατώντας, μέχρι το σημείο που μας χώριζε από το πλησιέστερο σημείο του φεγγαριού.

Εκείνο το βράδυ που η τροχιά του έφερε το ακρότατο σημείο του λίγα μόλις μέτρα μακριά από την επιφάνεια του νερού ήτανε τόσο φωτεινό, που θα μπορούσες να διαβάσεις βιβλίο μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Ένα μεγάλο τμήμα του είχε ξεπηδήσει μέσα από τα σύννεφα κι εμείς, τρέχοντας προς το μέρος του  και κοιτάζοντας τον τρόπο με τον οποίο πάλλονταν σαν απαλό μπαμπάκι οι αμμόλοφοι στο εξωτερικό του στρώμα, χοροπηδούσαμε ενθουσιασμένοι με τα χέρια μας ψηλά, αλαφιασμένοι από την αγωνία μας να προφτάσουμε, ενώ  ήδη αντιλαμβανόμασταν τις έντονες αλλαγές στην βαρύτητα. Τα φύλλα είχαν σηκωθεί και πετούσαν σε στροβίλους γύρω μας και σταγόνες νερού αποκολλούνταν από την θάλασσα και ίπτονταν με ανάποδες σχηματισμένες χάντρες.

Βουτήξαμε γρήγορα στην ακτή και ξεκινήσαμε να σπρώχνουμε την βάρκα στο νερό, δίνοντας της τέτοια ώθηση που θα καταφέρναμε να την διατηρήσουμε κάνοντας γρήγορο κουπί. Όμως η κωπηλασία ήτανε πράγμα δύσκολο κάτω από αυτές τις συνθήκες και όσο πλησιάζαμε στην άκρη της σελήνης τόσο λιγότερο αποτέλεσμα έμοιαζαν να έχουν οι προσπάθειες μας. Έπιασα λοιπόν τα κουπιά και με τα δυο μου χέρια κι εκείνη βούτηξε τα πόδια της στο νερό και άρχισε να πλατσουρίζει όσο ταχύτερα μπορούσε.

Η σελήνη, που κινούνταν αργά προς το μέρος μας, ξαφνικά σταμάτησε και παρέμεινε σε μια ισορροπία. Διαπιστώσαμε τότε πως τα πάντα γύρω μας ίπτονταν. Τα ψάρια έπλεαν έξω από το νερό και εκατομμύρια σταγόνες στέκονταν ολόρθες τριγύρω μας. Το ένα κουπί μου γλίστρησε, μα συνέχισα να σπρώχνω με όλη μου την δύναμη το άλλο και της έκανα νόημα να μην σταματήσει να κλοτσά πίσω μας το νερό. Στο τέλος της απόστασης παράτησα το κουπί και τράβηξα κι εκείνην μαζί μου μέσα, αφήνοντας την βάρκα να διαγράψει ομαλά τα τελευταία λίγα μέτρα. 

Πιαστήκαμε και οι δυο και σηκωθήκαμε όρθιοι ακριβώς κάτω από το πλησιέστερο σημείο του φεγγαριού. Τώρα βρισκόταν ακριβώς πάνω από το κεφάλι μας, τρομακτικά φωτεινό και ισχυρό και ήδη μπορούσαμε να αισθανθούμε να μας τραβά στην επιφάνεια του. Χιλιάδες φύκια είχαν ξεπηδήσει από το νερό και έκαναν στροβίλους που κατευθύνονταν ψηλά, ενώ οι άκρες τους πιάνονταν από τα κορμιά μας και τυλίγονταν γύρω μας. Την σήκωσα στους ώμους μου καθώς άρχισα να μετατρέπομαι σε έναν χορταρένιο μπόγο κι εκείνη προσπάθησε να σκίσει τα φύκια που είχαν καλύψει το πρόσωπο μου. Γνωρίζοντας πως δεν θα έχουμε καμία άλλη ευκαιρία και πως ήταν απαραίτητο να κινηθώ γρήγορα, την έσπρωξα με δύναμη και άκουσα να γραπώνεται στο φεγγάρι. Ακούστηκε τότε ένας βρόντος και κατάλαβα πως η σελήνη είχε επιστρέψει σε τροχιά. Ελευθέρωσα γρήγορα το πρόσωπο μου κι εκείνη μου τέντωσε τα δυο της χέρια να πιαστώ. Όμως ήμουν από παντού τυλιγμένος σφιχτά και δεν μπορούσα να σηκώσω τα δικά μου όσο χρειάζονταν για να τραβηχτώ επάνω της. Και μην έχοντας κάποιον τρόπο να λυθώ, προσπάθησα να φανώ ψύχραιμος, κατέβασα τα χέρια μου και έσπρωξα τους ώμους μου όσο πιο δυνατά μπορούσα. Δοκίμασα, λοιπόν, πάλι να πιαστώ μα ξανά δεν μπορούσα να την φτάσω και αφού ούτε πάλι τα κατάφερα, άρχισα να χοροπηδώ και να προσπαθώ να δαγκωθώ πάνω της με το στόμα ή να πηδήξω αρκετά ώστε να καταφέρει να με τραβήξει απ' τα μαλλιά. 

Σχεδόν κάθε φορά με άγγιζε μα τελευταία στιγμή της ξεγλιστρούσα ενώ το φεγγάρι όλο και πιο γρήγορα έδειχνε να φεύγει από κοντά μου. Τα πηδήματα μου γίνονταν όλο και ποιο ανίσχυρα από την έλλειψη της έλξης και παρόλη την διαρκώς  αυξανόμενη  προσπάθεια που κάθε φορά κατέβαλα η απόσταση που την πλησίαζα παρέμενε σταθερή. Μόλις η βαρύτητα  ελαφρώς ελαττώθηκε τα φύκια σταμάτησαν να με σφίγγουν και με ένα απότομο τίναγμα ελευθερώθηκα. Όμως γνώριζα πως πλέον ήτανε ήδη αργά, και απλώνοντας το χέρι μου  προς το μέρος της ίσα που κατάφερα να αγγίξω τον καρπό της με το δάχτυλό μου και να γλιστρήσω επάνω του απαλά, όταν κάθε προσπάθεια μου είχε σταματήσει και το βλέμμα του καθενός είχε απομείνει παγωμένο μέσα στα μάτια του άλλου.

 Έτσι οι μορφές μας αντίθετα κινήθηκαν και καθώς απομακρυνόμασταν ο ένας από τον άλλο το χέρι μου γλίστρησε για τελευταία φορά μέσα στην παλάμη της και τα ακροδάχτυλα μας άγγιξαν, ακροδάχτυλα σε χέρια που τόσα χρόνια τις ψυχές μας είχαν ενώσει, και όταν και το τελευταίο άγγιγμα έσβησε όλα πια είχαν τελειώσει.

Δεν θυμάμαι από πότε ακριβώς την γνώριζα. Θα μπορούσα να πω από πάντα, όμως υπήρχαν σίγουρα κάποια χρόνια στα οποία αγνοούσα την ύπαρξη της -εάν μπορούν να αναφερθούν ως «χρόνια» οι ατέλειωτες συμπαντικές  περίοδοι κατά τις οποίες ταξίδευα σχεδόν αδόμητος και δίχως να έχω ολότελα την επίγνωση της ύπαρξης μου-. Βέβαια εκείνα είναι τόσο παλιά και λίγα που δεν έχουν κάποια σημασία, πέρα από την ευχαρίστηση που μας έδινε το να μοιραζόμαστε με κάθε λεπτομέρεια όσα ζήσαμε χωριστά. Και αυτό το κάναμε πολύ καιρό αργότερα βέβαια με λόγια, αφότου δημιουργήθηκαν οι λέξεις και μπορούσαμε ο ένας με τον άλλο να μιλάμε. 

Τώρα πια είμαι γέρος. Απέμεινα εδώ και ποτέ δεν την ξανάδα. Ο κόσμος έχει αλλάξει και δεν είναι πια αυτός που κάποτε γνωρίσαμε. Οι άνθρωποι ήρθαν και έφεραν μαζί τους νέες εποχές. Τα κομμάτια άνθρακα που μάζευα  για να σου κάνω δώρο ονομάζονται πλέον διαμάντια και έχουν ανεκτίμητη αξία. Όμως εγώ στα δώριζα όχι για την αξία τους μα για την ομορφιά τους. Γιατί πίστευα πως μέσα σου κρύβεις τόση, όση δεν μπορεί να καθρεφτιστεί πουθενά αλλού. Και αν ζούσες τώρα εδώ μαζί μου, δεν θα κατάφερνα ποτέ ξανά να αποκτήσω ένα ώστε να σου το προσφέρω. 

Θυμάσαι τις ανακαλύψεις μου και τις πρώτες λέξεις που σχημάτισα. Τώρα γράφονται  βιβλία και ποιήματα υπέροχα και σύνθετα κι εγώ στέκομαι μικρός εδώ, ανήμπορος να καταφέρω να μιλήσω με τέτοια γλαφυρότητα για την αγάπη που σου είχα. Και σε κρατώ μέσα μου και μονάχα ο ίδιος γνωρίζω ότι κάποτε υπήρξες τόσο σημαντική για μένα. Με τα εργαλεία τους οι άνθρωποι έφτιαξαν κτίσματα πανύψηλα και κατασκευές και μηχανήματα με καταπληκτικές δυνατότητες. Γνώρισαν την φύση από άκρη ως άκρη ακόμη και αν δεν έχουνε ταξιδέψει ολόκληρο το διάστημα όπως κάποτε κάναμε εμείς. Και οι δικές μου εφευρέσεις δεν έχουν σε τίποτα να συγκριθούν μαζί τους, είναι απλές και άχρηστες και δεν έχουνε καμία αξία. Εγώ δεν ανήκω εδώ, είμαι ανήμπορος ανάμεσά τους. Σκέφτομαι τόσο για εσένα και τίποτα άλλο δεν με απασχολεί ενώ όλα γύρω μου κινούνται αστραπιαία. Και δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω για να σε αναζητήσω και ακόμη και το να ζήσω είναι τώρα τόσο δύσκολο, σε έναν κόσμο που γρήγορα κινείται γρήγορα προς τα εμπρός.

Τώρα είμαι ένας γέρος, μα θα πεις πως αυτό δεν έχει καμία σημασία. Σύντομα όλοι μας θα πεθάνουμε.

Θυμάμαι όταν μου έλεγες πως ίσως ο κόσμος όλος να είναι μια μονάχα ηχητική χορδή που πάλλεται στιγμιαία. Και αν καταφέρουμε  να γραπωθούμε  επάνω της και να κρατηθούμε στον τόνο, θα δούμε τις σκέψεις μας να ελευθερώνονται και θα μάθουμε όλη  την αλήθεια.

Θυμάσαι όταν σε άκουγα να μου λες πως τα λουλούδια βρίσκονται στην γη;  Λοιπόν, τα αστέρια είναι στον ουρανό και τα λουλούδια  στη γη. Κι εγώ είμαι κάτω. Πάνω μου ταξιδεύουν τα σύννεφα. Περπατώ και στοχάζομαι πως αυτά γίνονται όσο πάει παραμύθια. Ήλιοι χρυσοί φωτίζουνε τις στράτες μας και οι επόμενοι μας θα αποπνέουνε οσμές πάγου.

Εμείς ακολουθήσαμε το όνειρο που ανέτειλε μέσα από τα σύννεφα κι εκείνο μάλλον έλεγχε την αίσθηση του χρόνου μας. Πιστέψαμε πως χαθήκαμε, μα όσο και αν προσπαθήσαμε, ποτέ δεν καταλάβαμε αν όλα αυτά ήταν μοναχά ένα παιχνίδι του μυαλού μας.

Ποτέ δεν σιγουρεύτηκα για το πόσο καιρό σε γνώριζα. Θα μπορούσα να πω από πάντα. Όμως αυτό δεν έχει, πλέον, καμία σημασία.