Βρήκα πολλούς τις νύχτες.
Να τριγυρνάνε ερημωμένοι σε άδειους δρόμους·
να μακελεύουν θύμισες στα σκοτεινά, σε λιμάνια χωρίς πλοία·
να φτύνουν όνειρα και χάπια από γιαπιά, εξώστες, θεωρεία·
να ζητιανεύουν λέξεις δανεικές, γονατισμένοι μπρος σε χαμόγελα στραβά και μεθυσμένα·
να κάνουν πως αρματώνονται σφαίρες και μόνο αυτοί στο τέλος να σκοτώνονται. 

Τα έμαθα. Τα έζησα. Τα έθαψα.
Σαν και την μέρα.
Τι ωφελεί; Μου λες;
Εγώ κι αυτοί που πέρασαν και σβήσανε τ’ όνομά τους με μαύρο μελάνι,
παρέα παράνοιας κι ομήγυρη φθίνουσας αποδοχής.
Παλέψαμε· μεθύσαμε· γίναμε
χάρτινες φιγούρες κάτω από λάμπες πυράκτωσης. 

Τώρα λέμε μεταξύ μας στα κρυφά, 
πως περιμένουμε την μέρα που θα ‘ρθει
να ομοιοκαταληκτήσει με τη ζωή των βιβλίων που ζήσαμε αντί για τη δική μας·
με τον κριτή των λέξεων που δεν μας αθώωσε·
με τους λευκούς προβολείς και τις σκιές τους·
με τους μποέμ που τραγουδούσαν φτιαγμένοι κι ανοχύρωτοι.

Κι έπειτα θα γράψουν κάποιοι στα χαρτιά της διάγνωσης:
Πρωτόλεια και αδιέξοδη η ρίμα τους
για προμηθείς ποιητές και βλάσφημους γραφιάδες.
Μα τότε θα είναι αργά!
Το κώμα της μέρας θα έχει διεκπεραιώσει τα τελευταία χρωστούμενα.
Η πιο μεγάλη, η πιο δική μας νύχτα θα ξημερώνει
κι εμείς παρά ψυχής δεν θα ‘χουμε άλλον να δώσουμε.

Ξοφλημένα όλα· ξοδεμένα.
Ακριβή η στόφα μας 
κι ανηλεής.
Έκαψε όσα μας άφησαν…

▲ Φωτογραφία από τον Κωνσταντίνο Δουμπενίδη.
► Στις λέξεις η Μαίρη Κλιγκάτση.