Μια ακαθόριστη διαδρομή η σκέψη μου
(: Καραδοκεί· λυμαίνεται· φθείρει)
Αναζητώντας εγώ· εμένα, την απούσα. 
Αγκιστρώνεται χρησμούς· καραδοκεί σαν ύαινα τ’ αναπάντεχο· φθείρει το απέθαντο σκουλήκι της απουσίας.

Μια σάπια δεξαμενή η μνήμη μου
(: Παροχετεύσεις· ουλές· τραύματα)
Τεντώνοντας τη χωρητικότητά, την αντοχή, τη μοίρα.
 Ανίας η αρρώστια· εγώ θυμάμαι.

« Για να φτάσεις στο δάσος -νύμφη εσύ των αστικών δέντρων· τότε· μόνο· πριν ποτέ- πρέπει ν’ ακολουθήσεις τη μεγάλη λεωφόρο. Έχει φώτα. Άντρες που οδηγούν υπνοβασίες. Σκυλιά που ουρλιάζουν μοναξιά. Γυναίκες που σέρνουν αίμα και βλεννόρροια. Ποιητές που αγκομαχούν δαγκώνοντας το μαξιλάρι. Θα τους δεις όλους πετώντας εσένα σε ύψη αν-υπαρξίας».

Κρυώνω κι είναι νύχτα.
Νύχτα με κόκκινα, βρωμερά νύχια.
Μακριά· μυτερά· ίδια μητρική αγχόνη.
Ακίνητα τ’ άκρα· η ανυπαρξία χορεύει.

Ίσως να πρέπει εγώ. 
Εγώ να πρέπει το δρόμο να δαμάσω. Πώς; Πού; Ποιός αλλιώς; 
Κι αυτός απάτητος·  δεν τον ξέρω· με χαρακτηρίζει.
Κρύα τ’ άκρα· η φυγή μετρά αντίστροφα.


« Τους βλέπεις; Τους θυμάσαι; Μοιραία η γνώση της άγνοιας. Ξέρεις… τη μοναξιά την εγκιβώτιζαν σε τετραγωνικά μέτρα. Άλλοτε περιθωρίου. Άλλοτε αδράνειας. Στιγμή η στιγμή να την αδράξεις, κι όμως δειλή, αλκοολική, ασύγχρονη. Τα πόδια σου. Παρ’ τα στον ώμο και προχώρα!».

Λοιπόν, αρχίζω: τετελεσμένου επίγνωση.
Ξεκινάω μια διαδρομή που δεν γνωρίζω· δεν μου θυμίζει τίποτα… μήπως φιλοδοξώ να με θυμάται;
Ματώνω τα γόνατα: ίδια η πλάτη, το χαρτί.
Ξεφουσκώνω την πίεση… ή αν απασφαλίζω εκρήξεις μνήμης;
Μικραίνω.
Κάθε στιγμή μικραίνω όλο και περισσότερο.

Χωράω σε φωλιές δέντρων: πάντα εφαπτόμενη του όγκου.
Σκάβω λαγούμια, μυρίζω ασβούς… ή μήπως ρίγανη;
Περνάω από χαραμάδες: πάντα λαμπυρίδες φώτιζαν.
Γλείφω τα χνάρια λαθραίων… ή μήπως νόμιμων, ιππήλατων θυτών;
Κρεμιέμαι καδένα απ’ το στήθος του σκύλου.
Προχωρώ βαραίνοντας. Κάποιος θα με βρει.

«Μεγάλωσες. Εσύ κι η περιπλάνησή σου. Και τα δίχτυα. Και τα φώτα. Και οι σχισμές σους βράχους. Και οι θάλασσες γέρασαν. Μα εσύ υπάρχεις. Βγες!».

Κρυμμένη στα χιόνια περιφρουρώ την άλωση μου. 
Μικραίνω. Όλο και περισσότερο. Εκατοστά ακόμη.
Συστέλλομαι και αθόρυβα κρύβομαι σε αυτοσχέδια κρυψώνα.
Νιώθω τόσο όμορφα λίγη· τόσο απίθανα, όμορφα λίγη:
Για σένα· για αυτούς· για τις πόλεις που πρόσφυγες γίνανε.

Αυτόχθονη, αυτοκτονική, αυτοκαταστροφική αλήθεια.
Νιώθω λίγη. Πιο έντονα στο ολοένα. Στο άπαν του Άνευ.
Περπατάω και γυρνάω την πλάτη σε αστικούς προσανατολισμούς.
Λίγη, άδεια, μόνη· η σκέψη μου· η ζωή μου:
Γιατί χθες που ούρλιαζα υπήρχε κανείς· στο Άνευ· στη μετάφραση της μετάβασης.

«Τετελεσμένη η πράξη: εκχωρώ το ανάδοχο των λέξεων στο ασυνείδητο της μη αναχώρησης. Θα μείνεις εδώ, τελικά; Θα μικρύνεις κι άλλο;».

▲ Η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Δουμπενίδη.
▶ Στα λόγια η Μαίρη Κλιγκάτση.