Άννα Νιαράκη

Είχε πάρει να χαράζει. Έβρεχε ακόμα αυτή την εκνευριστική ψιλή βροχή που στεγνώνει πάνω σου προτού προλάβεις να την σκουπίσεις. Δεν βρέχεσαι αλλά είσαι μονίμως νοτισμένος με μια υγρασία κοσμική, ανάμεικτη με αστρόσκονη, νεκρά κύτταρα και καυσαέριο. 

Ντύθηκε και κατέβασε τα σκουπίδια. Όχι ότι ήταν επείγον, αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Πέντε μέρες τώρα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Είχε αποφασίσει να μην ξαπλώνει στο κρεβάτι, να απασχολείται διαρκώς, μέχρι η εξάντληση να τη ρίξει κάτω. Μάταια. Όσο κουρασμένο ήταν το κορμί της, όση εξάντληση κι αν ένιωθε, το μυαλό της δούλευε με μια εξαιρετική ταχύτητα. Ήταν σε υπερδιέγερση και τίποτα δεν έμοιαζε ικανό να το σταματήσει να σκέφτεται με την ταχύτητα του φωτός. Από τότε που της καρφώθηκε αυτή η παράξενη ιδέα δεν μπορούσε να ησυχάσει. Όσο κι αν προσπαθούσε να διώξει αυτή την αλλοπρόσαλλη σκέψη που την τυραννούσε, τόσο αυτή επέστρεφε πιο φορτικά, πιο ασφυκτικά και απασχολούσε το μυαλό της. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, να φάει, να δουλέψει, να συγκεντρωθεί, να αρθρώσει λέξη. Η κατάσταση της είχε αρχίζει να μοιάζει με αυτή της παράνοιας. Φώναζε δυνατά στον εαυτό της ΣΤΑΜΑΤΑ, διέταζε τον εγκέφαλό της να σταματήσει. ΤΙΠΟΤΑ. Δεν άκουγε και δεν υπάκουγε κανείς. Ήταν έρμαιο αυτής της θλιβερής σκέψης που είχε κάνει κατάληψη σε κάθε νοητικό κέντρο.

Το χρονικό της πτώσης είχε ως εξής: μέχρι πριν μια βδομάδα όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Ξυπνούσε νωρίς, πήγαινε στη δουλειά (γραμματέας σε έναν εκδοτικό οίκο) και τα μεσημέρια επέστρεφε σπίτι, έτρωγε, πήγαινε το σκύλο βόλτα και μετά αναλόγως των διαθέσεων… έβλεπε φίλους, πήγαινε σινεμά, έμενε σπίτι βλέποντας ταινίες, διάβαζε κανένα βιβλίο … όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Μέχρι εκείνο το απόγευμα. Κατέβηκε να αγοράσει τσιγάρα απ’ το περίπτερο και στη γωνία έπεσε πάνω της ένας ποδηλάτης. Την έριξε κάτω, η τσάντα της άνοιξε, ο αγκώνας της μάτωσε και η φόρμα της σκίστηκε στο ύψος του γόνατου φανερώνοντας λίγη γδαρμένη σάρκα. Ετοιμάστηκε να πει μια φράση καθόλου ευγενική όταν σηκώνοντας τα μάτια της αντίκρισε τον παραλίγο δολοφόνο της. Αυτό ήταν. Τα έχασε. Άρχισε να κεκεδίζει, κοκκίνισε. Εκείνος σοκαρισμένος της ζητούσε συγνώμη. Είχε κατέβει τώρα από το ποδήλατό του και της μάζευε τα πράγματα. Κραγιόν, στυλό, κάρτες, τσίχλες, τσιμπιδάκια, κλειδιά, αναπτήρες, κέρματα κι ένα σωρό άλλα σκατολοΐδια που κουβαλούσε καθημερινά σαν απαραίτητα (τα οποία σπανίως χρησιμοποιούσε γιατί ξεχνούσε ότι τα έχει μες στην τσάντα). Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, μόνο τον χάζευε σαν έκθεμα στο Λούβρο. Όταν τη ρώτησε αν είναι καλά και άπλωσε το χέρι του να τη βοηθήσει, αυτή άρπαξε την τσάντα της με βία και, τρέχοντας, χώθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας φωνάζοντας « Α στο διάολο, λοιπόν».

Δεν είχε τσαντιστεί που την είχε χτυπήσει. Κάθε άλλο. Με τον εαυτό της τα είχε, αυτόν έβριζε που παρ’ όλες τις υποσχέσεις για ηρεμία και ησυχία και ισόβια παρέα με τον σκύλο της τον Μπούφο, ένα αρσενικό από το πουθενά είχε εισβάλλει τόσο βίαια στον κόσμο της και την είχε ξυπνήσει. Και εκεί που ήταν έτοιμη να ενδώσει, να δώσει το χέρι να την σηκώσει, να πει έλα μωρέ αυτά γίνονται, άνθρωποι είμαστε, δεν έγινε τίποτα, πώς σε λένε, κι εσύ απ’ τη γειτονιά; κ.τ.λ. - το ένστικτο της αυτοσυντήρησης την κυρίευσε κι έτρεξε να κρυφτεί. Να προστατευτεί.

Από τότε που είχε διαλυθεί ο αρραβώνας της, πρόπερσι το Πάσχα, είχε πάρει απόφαση να μείνει μόνη της. Της είχε στοιχήσει. Ήξερε τον Αντώνη, τον αρραβωνιαστικό της, από παιδί και τον αγαπούσε. Πάντα τον αγαπούσε. Της φαινόταν το πιο στέρεο πράγμα στη ζωή της. Αυτή, ο Αντώνης, το σπίτι που ετοίμαζαν, τα δυο παιδιά που θα έκαναν με διαφορά τριών χρόνων μεταξύ τους, το ταξίδι του μέλιτος στο Παρίσι. Ποιος να της το ‘λέγε ότι ο Αντώνης, τη μέρα που όλοι περίμεναν να ανακοινώσει το γάμο τους, την Κυριακή του Πάσχα που ήταν όλοι οι συγγενείς μαζεμένοι και γλεντούσαν, θα ανακοίνωνε το γάμο του με τη ξαδέλφη της, που ήταν δέκα χρόνια μικρότερή της και έγκυος. Όλα έσβησαν, άφησε κάτω το ποτήρι με το κρασί κι άρχισε να ουρλιάζει. Μετά δεν θυμάται τίποτα. Κενό. Όταν ξύπνησε ήταν στο νοσοκομείο. Είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Σε λίγες μέρες συνήλθε. Δεν ξαναμίλησε ποτέ για τον Αντώνη, δεν τον ξαναείδε, δεν του ξαναμίλησε. Τα διέγραψε όλα και μαζί την εμπιστοσύνη στις σχέσεις. Και πραγματικά, μέχρι εκείνο το απόγευμα, ποτέ δεν την είχε απασχολήσει το γεγονός ότι ήταν εργένισσα. Ήταν άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα, είχε τους φίλους της, την οικογένεια της, τον Μπούφο. Μέχρι εκείνο το απόγευμα. 

Ποιος ήταν αυτός που της χαμογελούσε έτσι αθώα και της μάζευε τα πράγματα από κάτω; Ποιος ήταν αυτός ο απρόσεχτος που παραλίγο να την σκοτώσει; Ποιος; Είχε παρανοήσει. Τον σκεφτόταν διαρκώς. Έφερνε στο νου της το γεγονός και το αναβίωνε με κάθε λεπτομέρεια ξανά και ξανά. Την επόμενη κιόλας μέρα πήρε ποδήλατο. Για γυμναστική είπε στον εαυτό της. Τον έψαχνε παντού με το βλέμμα. Όλο στο παράθυρο την έβγαζε να κοιτάζει τον δρόμο προς το περίπτερο. Τίποτα. Άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Μια εβδομάδα σχεδόν, δεν κοιμόταν. Έπρεπε να το πάρει απόφαση. Δεν θα τον ξανάβλεπε. Ας το κρατούσε σαν ανάμνηση κι ας συνέχιζε τη ζωή της. Όσο δύσκολο κι αν της ήταν πια να επιστρέψει.

Η ώρα είχε πάει εφτά το πρωί, ξημέρωνε Σάββατο. Νύσταζε αλλά ούτε λόγος να πέσει στο κρεβάτι της. Είπε να πάει μια πρωινή βόλτα τον Μπούφο. Κατεβαίνοντας με το ασανσέρ, κάποιος έβγαινε από την πόρτα της πολυκατοικίας. Ήταν ο ταχυδρόμος. Μα δουλεύουν τα Σάββατα; Κάτι της θύμισε η σιλουέτα του κι όπως τον ακολούθησε με το βλέμμα, τον είδε να ανεβαίνει στο ποδήλατό του και να απομακρύνεται. Δεν πίστευε στα μάτια της. Αυτός ήταν. Αυτός! Ο ταχυδρόμος! Για αυτό της είχε φανεί τόσο οικείος αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού... Άρχισε να φωνάζει απ’ τη χαρά της και ο Μπούφος γαύγιζε κι αυτός πρίμο σεκόντο. «Σκάστε», «βουλώστε το», «πέτα το, το κωλόσκυλο» άρχισαν να ακούγονται οι ένοικοι της πολυκατοικίας που δεν ήθελαν να αποχωριστούν τη γλυκιά αγκαλιά του Μορφέα τόσο νωρίς σαββατιάτικα.

Πήρε το σκύλο και βγήκε έξω. Η βροχή είχε δυναμώσει, δεν την ένοιαζε. Ένιωθε ευτυχισμένη. Ακόμα κι αν δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν, ακόμα κι αν όλα βρίσκονταν στο μυαλό της, εκείνη ήταν ευτυχισμένη. Της αρκούσε να ξέρει πως ο άνθρωπος αυτός κυκλοφορούσε μέσα στο ίδιο σύμπαν. Στο γυρισμό άνοιξε το γραμματοκιβώτιό της. Είχε έρθει ο λογαριασμός της ΔΕΗ. Κάτω απ’ τον λογαριασμό όμως ήταν ένα γράμμα χωρίς αποστολέα. Έγραφε «προς το κορίτσι που με έστειλε στο διάολο». Η καρδιά της σφίχτηκε. Ανέβηκε γρήγορα στο διαμέρισμα, έλυσε τον Μπούφο και κάθισε στον καναπέ. Κοίταξε το γράμμα και χωρίς δεύτερη σκέψη έσκισε το φάκελο. Μέσα έγραφε τα εξής: «με λένε Αντώνη και είμαι ταχυδρόμος στην περιοχή σου. Είμαι αυτός που έπεσε επάνω σου με το ποδήλατο. Από εκείνη τη μέρα δεν μπορώ να ησυχάσω. Σε σκέφτομαι διαρκώς. Έκανα βόλτες με το ποδήλατο όλη τη βδομάδα μήπως σε συναντήσω πουθενά αλλά μάταια. Λες και είχε ανοίξει η γη και σε είχε καταπιεί. Μέχρι σήμερα το πρωί. Γύριζα σπίτι από ένα μπαρ της περιοχής -βλέπεις τα έχω γυρίσει όλα μήπως συχνάζεις κάπου εδώ γύρω- και σε βλέπω να πηγαίνεις τα σκουπίδια στον κάδο. Στις 5 το πρωί. Δεν το πίστευα. Μπήκες πάλι στην πολυκατοικία που είχες κρυφτεί και τότε. Για καλή μου τύχη κοίταξες το γραμματοκιβώτιό σου αν είναι κλειδωμένο κι έτσι έμαθα πως σε λένε… Κατερίνα… 2 ώρες έμεινα στα σκαλιά να αναρωτιέμαι αν πρέπει να σου χτυπήσω το κουδούνι. Τελικά αποφάσισα να σου γράψω, μην σε τρομάξω κιόλας πρωί-πρωί… το τηλέφωνό μου είναι 2103456786. Αν θέλεις πάρε με. Θα περιμένω. Αν δεν πάρεις θα καταλάβω και δεν θα ενοχλήσω ξανά. Συγνώμη και πάλι. Αντώνης». Ταλαντεύτηκε τέσσερα δευτερόλεπτα. Πήρε τη συσκευή του τηλεφώνου και σχημάτισε τον αριθμό.
- Αντώνη;…
- Κατερίνα;…

 

Άννα Νιαράκη

Η Άννα Νιαράκη γεννήθηκε το Μάιο του 1979 στην Αθήνα. Είναι χημικός με μεταπτυχιακές σπουδές (Msc., PhD) στη Βιοχημεία. Εργάζεται σαν ερευνητικός συνεργάτης στο πανεπιστήμιο Πατρών και από τον Φεβρουάριο του 2012 στο Ecole Normale Superieure, Paris. Ποιήματα, κείμενα  και μεταφράσεις της έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες καθώς και σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά,  ελληνικά και ξένα. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Τετράδιο Πειραμάτων, εκδόσεις Χαραμάδα, 2010

Διατηρεί το διαδικτυακό περιοδικό Το Παράθυρο, περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων και το ιστολόγιο Αντιποίηση.