Ομολογώ πως την ευκαιρία μου να συζητήσω με το Φοίβο Δεληβοριά, τη διαχειρίστηκα κάπως εγωιστικά. Από τη μία πλευρά είχα κάποιες ερωτήσεις για τη πορεία του στο χώρο της μουσικής, τις συνεργασίες και τη δισκογραφία του. Από την άλλη σκέφτηκα πως σε λίγα λεπτά θα συναντούσα έναν από τους πιο αγαπημένους μου καλλιτέχνες και θα μπορούσα να συζητήσω μαζί του για διάφορες απορίες, που στα χρόνια που τον παρακολουθώ μου έχουν γεννηθεί. Θα μπορούσα λοιπόν να τον ρωτήσω τι χρώμα έχουν οι μέρες όταν η έμπνευση έρχεται και αν «αυτή που περνάει» μας είπε τελικά πού πάει. 

Προφανώς και προτίμησα τη δεύτερη εκδοχή, εφόσον η μέχρι τώρα πορεία του Φοίβου Δεληβοριά στην ελληνική μουσική σκηνή είναι γνωστή. Οι λεπτομέρειες πίσω από αυτή την πορεία παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η ιδέα να μιλήσουμε για λεπτομέρειες, προέκυψε βλέποντας πως σε όλα του τα live πλαισιώνει τα τραγούδια με τις ιστορίες που τα συνοδεύουν.

Ας πούμε, λοιπόν, πως όλοι ξέρουμε ήδη ότι ο Φοίβος έκανε μαθήματα κλασικής κιθάρας με τον Ορφέα Περίδη, ο οποίος τότε ήταν ένας εικοσιπεντάχρονος γείτονας του που οι μελωδίες και οι στίχοι του δεν ήταν ακόμα γνωστοί. Εκτός από τα μαθήματα που έκαναν, ο Ορφέας έγραφε στο Φοίβο κασέτες από συγκροτήματα φέρνοντας τον πιο βαθιά στον κόσμο της παγκόσμιας μουσικής σε μια εποχή που η πρόσβαση ήταν αρκετά περιορισμένη. Ο Φοίβος με τη σειρά του ανταλλάζει κασέτες με τους δικούς του φίλους, τσακώνεται μαζί τους για τον Tom Waits, παρακολουθεί την εκπομπή Μουσικόραμα και νιώθει ότι σε αυτή την τέχνη μπορεί να νιώσει οικεία και να εκφραστεί. Όταν πια είναι δεκαπέντε ετών η γνωριμία του με τον Μάνο Χατζιδάκι θα τον σημαδέψει ανοίγοντάς του παράλληλα φτερά και νέους ορίζοντες. Η συναναστροφή τους είναι μαγική και ο δεκαπεντάχρονος Φοίβος γοητεύεται με τις καινοτόμες ιδέες, τις αξίες καθώς και τον τρόπο που τις εκφράζει ο μεγάλος μουσικός.

 

Σε ένα τραγούδι σου περιγράφεις την έμπνευση σαν περιστέρι. Την περιγράφεις επίσης σαν κάτι που όταν έρχεται δεν ξέρεις καν τι χρώμα έχουν οι μέρες. Τελικά τι είναι αυτό που πυροδοτεί νέα πράγματα, μπορεί να είναι ένας έρωτας; Ένας χωρισμός; Τι μπορεί να σε κάνει να γράψεις ένα νέο τραγούδι;

Διάβαζα κάποια στιγμή το βιβλίο του Rilke, «Γράμματα σε ένα νέο ποιητή». Το βιβλίο περιέχει τις επιστολές του Rilke σε έναν νεαρό που θέλει να γίνει ποιητής. Ο νεαρός παραπονιέται επειδή θεωρεί πως η εποχή τους δεν είναι ισχυρή σε ερεθίσματα και αυτό δεν τον βοηθάει να γράψει. Ο Rilke του απαντάει πως αν αυτό πιστεύει πραγματικά πρέπει οπωσδήποτε να σταματήσει να γράφει εφόσον ο ποιητής είναι πάντα περίεργος, οτιδήποτε και να δει μπροστά του μπορεί να αποτελέσει «πηγή».
Αυτή η φράση αποτυπώθηκε πολύ βαθιά μέσα μου. Πιστεύω ότι τα πάντα είναι άξια να σου χτυπήσουν μια χορδή και πως σε κάθε χρονική περίοδο υπάρχει κάτι να πεις. Δεν διαλέγω ένα χωρισμό ή την πολιτική κατάσταση για να γράψω αλλά κάποια μέρα μπορεί να αποτελέσει ερέθισμα ένας χωρισμός ή μια βόλτα ή κάτι που είδα στην τηλεόραση και σιγά-σιγά από αυτό να βγει ένα τραγούδι.

Και οι μούσες σου; Η σερβιτόρα, η Κική, η Δάφνη, αυτή που περνάει, η tempo: move your body και τόσες άλλες που έχουμε ακούσει στα τραγούδια σου; Όλες αυτές που ενώ στα τραγούδια φαίνεται να σε πληγώνουν, να γίνεσαι χάλια και να είσαι το θύμα τους, με την πάροδο των χρόνων τα θύματα είναι αυτές. Στο τέλος της «μουσότητας» τους, κάποια άλλη έχει αναλάβει να σε εμπνέει και αυτές αποτελούν απλά τίτλους τραγουδιών.

(γελάει) Η πρόθεση μου ήταν τα τραγούδια μου να έχουν μια ωραία ιστορία αντί να μιλάω γενικά και αόριστα για τα συναισθήματα μου. Μετά από χρόνια βέβαια που πλέον υπάρχει ένα αριθμός τραγουδιών, ίσως και να φαίνεται έτσι. Το ζητούμενο μου ήταν όμως η ωραία ιστορία, και όχι να ξορκίσω κάτι.

Τα τραγούδια σου πράγματι είναι γεμάτα από ιστορίες. Κάποιος που τα έχει ακούσει ξέρει πού σε πήγαινε βόλτα ο πατέρας σου όταν ήσουν μικρός, πού πήγαινες με τους φίλους σου και άλλες αλήθειες που αν τις έλεγε ένας τρίτος για εσένα θα ακούγονταν σαν κουτσομπολιά. Θεωρείς πως αν κάποιος μιλήσει για τη ζωή του, μόνος του μέσα από την τέχνη του δεν εκτίθεται;

Μου αρέσει πολύ και εμένα να ακούω να λέει ο Μπάτης ότι πήγε με την παρέα του στη «Σπηλιά του Δράκου» να φουμάρει και ας μην ξέρω για ποιο μέρος μιλάει. Το ίδιο μου συμβαίνει και όταν ακούω για το «Strawberry Fields» στο Λίβερπουλ και ας μην μεγάλωσα εκεί όπως οι Beatles. Το τραγούδι που μιλάω για τη βόλτα στο Θησείο με τον πατέρα μου στην ουσία περιγράφει τη σχέση ενός αγοριού με τον πατέρα του μέσα από κάποιες εικόνες.Tα συγκεκριμένα στοιχεία το κάνουν πιο αληθινό, άρα και πιο καθολικό. Δε μ’ αρέσει να περιγράφω τα συναισθήματα που ένιωθα με αφηρημένες φράσεις. Θέλω να προκύπτουν μέσα από μια συγκεκριμένη εικόνα.

Καταλαβαίνω αυτό που λες για τα αναρίθμητα ερεθίσματα και για τα συναισθήματα που γίνονται αντιληπτά μέσω μιας ιστορίας, όμως για κάποια θέματα όπως η πολιτική στάση του καλλιτέχνη τι πιστεύεις; Πρέπει κάποιος να δίνει το στίγμα του μέσα από τη δουλειά του; Δεν είναι ενοχλητικό σε μια εποχή με τόσο ανατρεπτική επικαιρότητα ο καλλιτέχνης να μένει εκτός;

Πολύ. Πρέπει να επιλέγεις όμως το πού θα στείλεις τη δύναμή σου, γιατί όταν είσαι γενικά κι αόριστα ακτιβιστής καλλιτέχνης, κανένα πράγμα δε βοηθάς πραγματικά. Πέρυσι για παράδειγμα με τους τριακόσιους μετανάστες, βλέποντας τα δελτία ειδήσεων να λένε φρικτά πράγματα και να υπάρχει αυτή η τόσο κατευθυνόμενη φοβική πληροφόρηση, ήθελα τρέχοντας να πάω κι εγώ στις συναυλίες που έγιναν. Πιστεύω πραγματικά ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να γράφει άρθρα, να παίρνει θέση, να συμμετέχει σε εκδηλώσεις. Υπάρχει όμως ένα σημείο στο τραγούδι, ένα όριο που αν ξεπεραστεί τότε χωλαίνει και γίνεται μπροσούρα ή μανιφέστο ή ακόμα έκθεση ιδεών, οπότε παύει να έχει την αξία του ως τραγούδι. Μπορεί για παράδειγμα κάποιος να θέλει να καταγγείλει τη φτώχια και τις αιτίες της και να φτωχύνει και την ίδια του την τέχνη κάνοντας το. Είναι άλλο επομένως να παίρνεις θέση ως πολίτης ή ως δημόσιο πρόσωπο γράφοντας ένα άρθρο και άλλο να θέλεις οπωσδήποτε να περάσεις μια πληροφορία μέσα από ένα τραγούδι σου. Το τραγούδι το αγαπάω και για να αγαπήσεις κάτι πρέπει να είναι κάτι όμορφο, ελκυστικό, ανάποδο, ανεξήγητο. Ενώ ένα άρθρο από την άλλη πρέπει να είναι εξηγήσιμο και σαφές. Το να αγαπάμε κάτι είναι μια εντελώς διαφορετική λειτουργία από το να δηλώνουμε την αντίθεση ή τη συγκατάθεση μας. Προτιμώ να γράψω μια ιστοριούλα για το τι λέει ένας σκύλος λιγδερός και καχεκτικός στην πλατεία του Κολωνακίου την ώρα που περνάνε από μπροστά του τα απαστράπτοντα 90s, οι μόδιστροι και τα μοντέλα των περιοδικών του Κωστόπουλου αντί να πω μέσα στο τραγούδι τι ακριβώς πιστεύω για αυτούς. Θα το έκανα ευχαρίστως αλλά όχι μέσα στο τραγούδι.

Έχουν πέσει πια οι μάσκες;

Η μεταπολίτευση με όλα τα καλά που έφερε στην αρχή, σιγά-σιγά εξελίχτηκε σε μια μάσκα, σε ένα προσωπείο εξίσου εφιαλτικό με κάθε άλλο πολίτευμα που υπήρξε στην Ελλάδα. Με τα χρόνια έγινε μια διαπλεκόμενη ολιγαρχία και ήταν ακόμη πιο χυδαίο το ότι χρησιμοποιούσε σοσιαλιστικά ή άλλου τύπου κοινωνικά πρόσημα. Αυτό το πράγμα λοιπόν δε μπορείς να μην το κανιβαλίσεις ή να μην αντιτεθείς σε αυτό. Δεν έχει νόημα για μένα να βγαίνουμε στο Σύνταγμα και να δηλώνουμε τη διάθεση μας να ξαναβρεθούμε, να διεκδικήσουμε χρησιμοποιώντας όμως τραγούδια ενός άλλου αγώνα. Είναι σα να παίρνουμε τη ίδια μάσκα που έχει φθαρεί, να τη χρησιμοποιούμε και να νομίζουμε πως με τον ίδιο τρόπο θα κάνουμε τον αγώνα μας σήμερα. Θέλει περισσότερη δουλειά. Αυτή τη στιγμή ο κόσμος έχει ξεβολευτεί, βρισκόταν εν υπνώσει. Οι παλαιότερες γενιές -κυρίως- που αισθάνονταν ότι τα έχουν κουτσοκαταφέρει και ότι εκλέγουν μέσα από τα κόμματα που οι ίδιοι είδαν να σχηματίζονται μετά τη δικτατορία. Αυτό το πράγμα σήμερα καταρρέει. Δε μπορώ να είμαι ανάμεσα σ’ αυτούς που θέλουν με τα όπλα και τις βεβαιότητες του παρελθόντος να μας λένε ήρθε η ώρα πάλι να βοηθήσουμε τη χώρα. Αυτή η ανάλυση δε με αφορά. Εμένα αυτή τη στιγμή με ενδιαφέρει να βρούμε τη νέα γλώσσα, τα νέα όρια, να βρεθεί το νέο μαζί. Σε αυτή την προσπάθεια εννοείται θα γκρεμιστούν και κάποια πράγματα. Με μεγάλη στεναχώρια βλέπω ανθρώπους που στα νιάτα τους υπήρξαν ρηξικέλευθοι και πραγματικά έλεγαν τα πράγματα με το όνομά τους όντας εκτεθειμένοι, να θέλουν ακόμα να συντηρούν τις ψευδαισθήσεις με τις οποίες μεγαλώσαμε. Εμένα προσωπικά οι ψευδαισθήσεις των τραγουδιών της μεταπολίτευσης δε με αφορούν πια.

Το καλοκαίρι συμμετείχες σε μια άτυπη συναυλία στο Σύνταγμα.

Βρέθηκα εκεί όπως και τόσοι άλλοι με πολύ ανοιχτή διάθεση και πίστη πως σιγά-σιγά μέσα από τον κόσμο θα ξεπηδήσει ένας νέος λόγος και νέες πολιτικές κινήσεις που θα αντικαταστήσουν όλο αυτό το σαθρό πράγμα. Μετά απογοητεύτηκα βλέποντας πλακάτ με τον Χριστόδουλο ή τον Ανδρέα Παπανδρέου ή ακούγοντας πολιτικές αναλύσεις που ούτε το 1970 δεν έστεκαν. Ανθρώπους κοινώς που πίστευαν σε όνειρα και ψευδαισθήσεις άλλης εποχής. Εμένα με ενδιαφέρει κάτι πιο βίαιο. Λέγοντας βίαιο δε μιλάω για σφαίρες, πέτρες και μούντζες. Αυτού του τύπου η βία δεν άλλαξε ποτέ τίποτα. Με ενδιαφέρει κάτι πιο βίαιο όσον αφορά τις συνειδήσεις και τον τρόπο που έχουμε βολευτεί να συνδικαλιζόμαστε. Σε αυτό, είτε γίνεται μέσα σε ένα σπίτι είτε σε μία πλατεία, θέλω να είμαι κοντά.

Τι πιστεύεις ότι αποδυνάμωσε την πλατεία Συντάγματος; Απέτυχε η συσπείρωση τόσο ανομοιόμορφων διαδηλωτών ή πέτυχε η συνεχής καταστολή;

Η καταστολή ήταν εφιαλτική και έδειξε αυτό που ήδη υποψιαζόμασταν. Το πολιτικό σύστημα που έχει δημιουργηθεί είναι απολυταρχικό και ανασφαλές χωρίς στοιχεία λαϊκής δυναμικής. Από την άλλη εμένα δε με ενδιαφέρει μια αντίσταση με στόχο να κερδίσουμε τα δεδουλευμένα μας και ως εκεί. Να πληρωθούν δηλαδή οι εργαζόμενοι στον Alter για να ξαναγυρίζουν τα «Παρατράγουδα». Εκεί υπάρχει η αντίφαση που με ενοχλεί. Με ενδιαφέρει μια επί της ουσίας αντίσταση. Με ενδιαφέρει σε δέκα χρόνια να εκπροσωπούμαστε από δυνάμεις υγιών ανθρώπων που να μπορούν να λένε και τα όχι τους και τα ναι, φιλτραρισμένα μέσα από την κοινή λογική αλλά και με την αγάπη τους προς το λαό. 

Είσαι αισιόδοξος ως προς αυτό που λες;

Ναι είμαι. Είμαι άνθρωπος δημιουργικός· πώς θα μπορούσα να μην είμαι αισιόδοξος; Κάθε μέρα γεννιέται κάτι καινούριο και οι άνθρωποι με κόπο και αλλαγές και σε εποχές πολύ χειρότερες από τη σημερινή έχουν βρει διεξόδους. Αυτό δε μπορεί να γίνει μέσα σ’ ένα καλοκαίρι. Θα γίνει σιγά-σιγά και όσο αυτό κυοφορείται θα πρέπει να είμαστε και πολύ ευαίσθητοι με τους ανθρώπους που θα χάνουν τις δουλειές τους και θα παρανοούν αλλά και πολύ αμείλικτοι προς τους πολιτικούς και τους άλλους σχηματισμούς που θέλουν ακόμα κομμάτι από την πίτα ενώ η πίτα έχει τελειώσει.

Αν και έχεις θετική ματιά και θετική στάση, η σχέση των δύο φύλων παρουσιάζεται κάπως άνιση μέσα από τους στίχους σου. Στο τραγούδι «Εκείνη» για παράδειγμα το αρσενικό σε μια ατέρμονη προσπάθεια πάντα «σκοτώνεται».

Για να ξαναζήσει κάθε φορά μέσα από μια άλλη μορφή του θηλυκού. Η ελληνική γλώσσα έδωσε σε όλες τις ενδιαφέρουσες έννοιες της ζωής πρόσωπο θηλυκό. Η ζωή, η ελευθερία, η δημιουργία και τόσες άλλες. Αυτό είναι το θέμα του «Εκείνη». Το ανεξήγητο, θηλυκό ουσιαστικό το οποίο καθοδηγεί το υποκείμενο σε άπειρους θανάτους και σε άπειρες ζωές. Ψηλαφείς την ύπαρξή σου βλέποντας μια μαμά να σου πρωτομιλάει, αργότερα η γυναικεία μορφή κάθεται στο διπλανό θρανίο ή σε προδίδει. Το αρσενικό φαίνεται να σκοτώνεται αλλά όμως σηκώνεται και είναι δεκάξι και γράφει ποιήματα. Δεν είναι απαραιτήτως η γυναίκα αυτό το κίνητρο αλλά γενικότερα όλα αυτά που αντιπροσωπεύει η γυναίκα ως ένα ον που γεννάει νέα πράγματα. Μια θηλυκή υπερμορφή που τον πετάει βίαια στη ζωή.

Υπάρχει ένας στίχος στο τραγούδι «Όμορφη πόρτα» που λέει: «Τα γυμνά σου μέρη θα μπορούσαν ν’ αγγίξουν μόνο αν τα ΄χάναν όλα για να σε βρουν…» Δεν έχω να σε ρωτήσω κάτι πάνω σε αυτό, θέλω απλά να μου μιλήσεις για αυτό. Πρώτα απ’ όλα, πλάκα κάνεις;

Το τραγούδι αυτό έχει ως αφορμή τις μπουρδελότσαρκες που κάναμε μικροί. Ο καθένας έμπαινε μέσα στην πόρτα και βγαίνοντας ξεκινούσε μια επική αφήγηση για το πόσο καταπληκτικά ήταν, που μπορεί και να μην ήταν βέβαια. Σκέφτηκα λοιπόν πως αυτή η πόρτα είναι η πόρτα της ενηλικίωσης για τον καθένα. Ο καθένας βλέπει κάτι διαφορετικό, άλλος τα βρίσκει όλα όπως τα φανταζόταν, άλλος τραυματίζεται και άλλος τα βρίσκει ακόμα καλύτερα απ’ ότι φανταζόταν. Η αλήθεια είναι όμως πως αν θες πραγματικά να δεις γυμνή τη ζωή, να πάρεις κάτι από το πέρασμα σου οφείλεις να χάσεις τις βεβαιότητες σου. Αυτό γίνεται και στις ερωτικές σχέσεις. Αν πας με τις προκαταλήψεις σου και τις φοβίες σου δε θα ενωθείς πραγματικά με τον άλλο άνθρωπο. Αυτό το πιστεύω και για τη ζωή γενικά.

Το πρόγραμμα που παρουσιάζετε στο Gazarte με τη Μάρθα Φριντζήλα είναι πολύ πρωτότυπο. Έχει στοιχεία θεατρικής παράστασης και ξεφεύγει πραγματικά από το βαρετό μοτίβο που έχουμε δει άπειρες φορές, όπου ο κάθε καλλιτέχνης τραγουδάει τα κομμάτια του δίσκου του, λένε και ένα- δύο ντουέτα και μας καληνυχτίζουν. Τυχαία σας προέκυψε αυτό;

Καθόλου τυχαία. Επιδιώκω πάντα στα προγράμματα που συμμετέχω να υπάρχει κάτι διαφορετικό, όχι να ακουστούν για πολλοστή φορά με τον ίδιο τρόπο κάποια τραγούδια τα οποία όσο αγαπημένα και να είναι μετά την οκτακοσιοστή φορά δεν τα αντέχεις άλλο. Την πρώτη φορά που άκουσα το «Σ’ αγαπώ, γιατί είσαι ωραία» συγκινήθηκα με το θάρρος της ακρίβειας του ανθρώπου που έγραψε τέτοια λόγια. Μετά από δεκαπέντε χρόνια που το ακούς παντού όμως, γίνεται καρκίνος, ρουφάει την όποια ζωτική δύναμη το γέννησε. Κάτι άλλο που δεν αντέχω είναι οι μουσικοί να παίζουν χωρίς να συμμετέχουν ουσιαστικά σε αυτό που παρουσιάζεται. Με τη Μάρθα πολύ συνειδητά θέλαμε να παρουσιάσουμε τραγούδια χαμένα μέσα στο χρόνο. Κάποια από τα δικά μας τραγούδια επίσης χωράνε και εντάσσονται στο πρόγραμμα, άλλα όχι.

Η «Ρόζα», για την οποία ακούσατε τόσα; Μου άρεσε που υποστήριξες τη Μάρθα.

Υπάρχουν οι «μουτζαχεντίν» του τραγουδιού, πρόθυμοι να πέσουν στη μάχη για να υπερασπιστούν τα αγαπημένα τους τραγούδια και φυσικά υπάρχουν και οι δημιουργοί που ως ευαίσθητα όντα μπορεί να στεναχωρηθούν που κάποιος αποκαθηλώνει ή κοροϊδεύει το τραγούδι τους. Εμένα ποτέ το πείραγμα μου δεν έχει να κάνει με κακεντρεχή στάση απέναντι σε ένα πρόσωπο. Το τραγούδι «Ρόζα» το θεωρώ ένα σύμβολο της υπερστυλιζαρισμένης εποχής που αφήσαμε πίσω μας. Τύποι με πούρα και 4x4 λουσμένοι με γαρύφαλλα και γαρδένιες χορεύουν ζεϊμπέκικο σε διάφορα κέντρα σε όλη την Ελλάδα και τραγουδάνε για τη Ρόζα Λούξενμπουργκ και για το πώς έγινε έτσι η εποχή μας. Αυτού του τύπου η νοσταλγία μπορεί να είναι πραγματικό βίωμα και αδιέξοδο του Άλκη Αλκαίου. Συμβολίζει όμως και αυτή την υποκρισία που περιέγραψα: του κοινού που θέλει να χορεύει το εννιάρι του με την πουράκλα στο στόμα και να το παίζει και αντίσταση κατά της αρχής. Δεδομένου δε, ότι το μεγαλύτερο μέρος του κοινού το τραγουδάει παβλοφικά χωρίς καν να σκέφτεται τους στίχους. Η Μάρθα αυτό το πράγμα σατιρίζει ιδιοφυώς, απαγγέλλοντας το κομμάτι και αυτό το στηρίζω απόλυτα. Ξυπνάει κοιμισμένα κύτταρα στον υπνωτισμένο ακροατή και για αυτό και βγάζει τόσο γέλιο. Δεν το είδα σαν μια σκληρή επίθεση προς το στιχουργό. Αν δω κάποιο τραγούδι δικό μου να λοιδορείται προφανώς και θα στεναχωρηθώ. Αυτό που θα με στεναχωρούσε περισσότερο όμως θα ήταν αν κάποιος fan μου έσπευδε να φωνάξει «αίσχος» και να στήσει κρεμάλες υπερασπίσεως…!

 

Νομίζω ότι θα μπορούσα να συνεχίσω να συζητάω μαζί του για ώρες. Θα ήθελα να ρωτήσω λεπτομέρειες και για άλλα τραγούδια για και για άλλα κοινωνικά θέματα χωρίς να υπάρχει περιορισμός χρόνου και όγκου μιας συνέντευξης. Να πάρω και άλλες ειλικρινείς και αβίαστες απαντήσεις. Όπως είπα και στην αρχή άλλωστε, τη συνέντευξη με το Φοίβο Δεληβοριά τη χειρίστηκα εγωιστικά με κριτήριο έναν αγαπημένο μου στίχο: «όλα τα μαγεμένα, τα κράτησα για μένα».

 

▲ Φωτογραφίες από τον Χρήστο Χατζηιωάννου

Οι εμφανίσεις του Φοίβου Δεληβοριά και της Μάρθας Φριντζήλα στο Gazarte συνεχίζονται και το Φεβρουάριο. 

Μαζί τους οι μουσικοί:
Σταμάτης Σταματάκης, μπάσσο
Σωτήρης Ντούβας, τύμπανα
Κωστής Χριστοδούλου, πιάνο