Σωματικό σχόλιο με αφορμή τη γλυπτική της Μαρίας Βλαντή

Στο κεραμικό σώμα των οκτώ δίμετρων στηλών της Μαρίας Βλαντή συναντιέται, με τρόπο (σαν) αυτονόητο, το ανθρώπινο σώμα με τον κορμό των δέντρων και με την ιστορία του πολιτισμού. Ανάμεσα σε αυτά τα υψηλά γλυπτά που είναι διαποτισμένα από το πνεύμα ανθρώπου, φύσης κι ιστορίας, ενώ στο υαλωμένο δέρμα τους φέρουν ιερογλυφικά τατουάζ και παιδικά σκαριφήματα, ο θεατής μυείται στην τελετουργία μιας φυλής, αποκαλυπτικά συγγενικής του. Τόσο συγγενικής, που αμέσως προβάλλουν ερωτήματα καταγωγής, για την σκιαγράφηση του γενεαλογικού του δέντρου.

Τι συνδέει την παλαιολιθική, λαξευμένη με μορφές πουλιών, στήλη του 9.600 π.Χ., που βρέθηκε στην Τουρκία, με έναν ελληνικό δωρικό κίονα του 5ου αι. π.Χ; Τι συνδέει μια γιγάντια μεξικάνικη κεφαλή από πορώδη βασάλτη του 1000 π.Χ με τη «Λόγχη» από γρανίτη 4 μέτρων που στέκει από το 900 π.Χ σε έναν ναό στο Περού; Είναι η μορφή, η οποία διανύει χρονικές και γεωγραφικές αποστάσεις˙ και πίσω από τη μορφή πάντοτε βρίσκεται η ανάγκη. Από κρυφούς δρόμους συναντιούνται οι πολιτισμοί και συχνά με κρυφούς τρόπους εισχωρούν (και) στη σύγχρονη δημιουργία. Στα «Επίφαντα» της Μαρίας Βλαντή ανακαλύπτουμε, μεταξύ άλλων, μιαν είσοδο στην ιστορία των πολιτισμών. Κάθε στήλη που ορθώνει το ανάστημά της στον χώρο, λειτουργεί ως εξατομικευμένη πύλη μέσα απ΄την οποία διαχέεται η ιστορία, ενώ ταυτόχρονα, όπως θα υποστηρίξουμε παρακάτω συνοψίζεται η ένωση των φύλων και στερεοποιείται η εναλλαγή ζωής και θανάτου. Οφείλει να βαδίσει κανείς προσεκτικά ανάμεσα σε αυτά τα διαχυτικά ερμηνευτικά ρεύματα για να μαζέψει τα κλειδιά της ανάγνωσης.

Σύμφωνα με την «Θεωρία της Διάχυσης», που πρωτοδιατυπώθηκε από την Ανθρωπολογία του 18ου αι., οι πολιτισμικές ιδιότητες μεταδίδονται από λαό σε λαό, με την επεκτατική αρωγή ειρηνικών ή πολεμικών πρακτικών, έτσι που εικάζει κανείς ότι όλοι οι πολιτισμοί προέρχονται από μία κοινή πηγή ή από μετρημένα διάσπαρτα πολιτισμικά κέντρα. Πρόκειται για μια θεωρία που έχει εγκαταλειφθεί από τη σύγχρονη Ανθρωπολογία, περιττό, όμως, είναι να σημειώσουμε ότι στη συνείδηση των Ελλήνων, ημών των ανεπίγνωστων πιστών της διάχυσης, ο Αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός κατέχει την θέση του απόλυτου προγόνου ολόκληρης της ανθρωπότητας... Είναι ωστόσο εύλογο που σχεδόν τα πάντα μας θυμίζουν κυκλαδικά ειδώλια. Αυτό το σχήμα είναι εγκατεστημένο μέσα μας για ποικίλους λόγους.

Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την δύναμη της επίδρασης, μα, άλλο τόσο, ποιος δεν θα αναγνώριζε κοινά ψυχολογικά χαρακτηριστικά σε όλα τα ανθρώπινα πλάσματα˙ γνωρίσματα των οποίων οι προϋποθέσεις γεννιούνται ταυτόχρονα παντού; Σήμερα ιδίως, στη μετανεωτερικότητα, που όλα είναι ανοιχτά, ανταλλάξιμα και η φανέρωση (που συχνά συνοδεύεται από τη βεβήλωση) των επιδράσεων είναι όρος του Μεταμοντέρνου, ο Δυτικός κόσμος διοχετεύει τις πληροφορίες του σε έναν κοινόχρηστο τόπο, που διαμορφώνει τα νέα ψυχολογικά χαρακτηριστικά μας. Αυτός ο τόπος πότε ονομάζεται Ίντερνετ, άλλοτε κοινωνία της κατανάλωσης, κι άλλοτε μαζική κουλτούρα του τουρισμού. Άλλοι κοινόχρηστοι τόποι, όσο δυσπρόσιτοι κι αν αποδεικνύονται, είναι τα βιβλία και η ιστορία που καταγράφουν, ο αστικός χώρος, τα ανοιχτά πεδία άσκησης του βλέμματος. Υπάρχει όμως και κάτι εξόχως ιδιωτικό, που πάνω του καταγράφονται σταδιακά ή αιφνίδια οι σεισμικές δονήσεις του κόσμου˙ τούτο είναι το Σώμα. Το σώμα μέσα μας και απέξω μας. Το ανθρώπινο σώμα που φτιάχνει το άλλο σώμα˙ εκείνο της τέχνης.

Οι στήλες της Βλαντή δεν καθρεφτίζουν τον κόσμο της πληροφορίας, αλλά περιέχουν το σώμα της γνώσης, όπως έχει χτιστεί μέσα από την ατομική εμπειρία της καλλιτέχνιδος, αλλά και την ίδια την πορεία της γλυπτικής ανά τον κόσμο. Η λιτότητα των δωρικών κιόνων καθώς και η σπονδυλωτή κατασκευή τους, τα γήινα χρώματα και η συμπάγεια της μεξικάνικης γλυπτικής, το ματ μαύρο του διορίτη όπου σμιλεύτηκαν βασιλικά αιγυπτιακά ομοιώματα και φυσικά οι σαρκοφάγοι που εξασφάλιζαν τη συντήρηση της ζωής στο βασίλειο του θανάτου, είναι αναφορές που αναπαύονται ειρηνικά μέσα στις κεραμικές κολώνες της Βλαντή (και εν μέρει στα μικρότερα γλυπτά της έκθεσης). Δεν λείπει φυσικά η φωνή του μοντερνισμού, κυρίως όπως την ακούμε σε ορισμένα γλυπτά του μεγάλου Ρουμάνου Κονσταντίν Μπρανκούζι.

Η περίφημη «Ατελείωτη Στήλη» του Μπρανκούζι, με ύψος 30 μέτρων (όσο – συμπτωματικά άραγε; - και η Στήλη του Τραϊανού), εκτείνεται προς το άπειρο, στο οποίο φιλοδοξεί να διεισδύσει με το επαναλαμβανόμενο καθαρό ρομβοειδές μοτίβο του. Ο Μπρανκούζι επαναδιαπραγματεύεται το μεταφυσικό/θεολογικό ζήτημα που έκρυβε πάντα πίσω της κάθε κατασκευή που όριζε κάθετα τη γη και έτεινε προς τον ουρανό. Από το Στόουνχετζ, τις πυραμίδες της Αιγύπτου κι έπειτα τα Μοάι (Νησί του Πάσχα) έως τις στήλες του Μπρανκούζι και τους μεταμοντέρνους που ενέπνευσε, με έμβιο αποκορύφωμα τον Homo Erectus, μπορεί κανείς να διαισθανθεί την ανάγκη του ανθρώπου να «ψηλώσει». Έτσι, συμπεραίνω ότι κι οι στήλες της Βλαντή εξυπηρετούν μια διπλή μετάβαση˙ πρώτον, το πέρασμα από το σκοτεινό υπέδαφος στη φωτεινή επιφάνεια (δηλαδή τη Γέννηση) και δεύτερον, την τάση ανόδου από τη γη προς τον ουρανό (δηλαδή το Θάνατο ή τον μεταΘάνατο).  

Φυσικά, στην γλυπτική –ακόμα και την επιτύμβια– υπάρχει επιπλέον το μόνιμο ζήτημα που η ψυχανάλυση κραδαίνει μπροστά στα μάτια μας˙ το Φαλλικό. Οι στήλες της Βλαντή ορθώνονται αποφασιστικά, κι όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν αναπαριστούν αποκλειστικά τον φαλλό, εμπεριέχουν μάλιστα και τα δύο φύλα. Εδώ ο Μπρανκούζι υπόρρητα ξαναεμφανίζεται, αυτή τη φορά με το «Φιλί» του, για να τοποθετήσει νοερά ένα «ανδρόγυνο» κιονόκρανο πάνω στους κίονες της Βλαντή. Μπορεί μια στήλη να είναι φαλλόσχημη, ταυτόχρονα όμως είναι χωρισμένη ή σχεδόν χωρισμένη σε δύο μακριά σκέλη, εξαιτίας μιας σχισμής, η οποία κάποτε γίνεται αρκετά βαθιά, ώστε να μετατρέψει αυτό που θα μπορούσε να είναι ένας συμπαγής φαλλός σε δύο πόδια ή σε ένα σώμα-πύλη. Ταυτόχρονα, τα δύο μέρη του γλυπτού, σαν λαξευμένα σε κάποιο πετρωμένο δέντρο, μπορούν να ιδωθούν ως δύο σώματα ενωμένα μεταξύ τους, με κεφάλια που συγκλίνουν (ή αποκλίνουν, ανάλογα με τη διάθεση του θεατή!) σε κατάσταση απόλυτης ισότητας.

Κλείνοντας, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον τρόπο που ο φλοιός των γλυπτών της Βλαντή κυματιστά υποχωρεί, για να αποκαλύψει ένα γερό εσωτερικό σώμα. Ένα σώμα που παραπέμπει ταυτόχρονα στη γέννηση και στον θάνατο. Το μητρικό σώμα του πηλού ανοίγει και το περιεχόμενό του τίκτεται. Από την αντίστροφη σκοπιά, και μιας που η αναφορά στις αιγυπτιακές σαρκοφάγους είναι έκδηλη, αυτό που ανοίγει είναι ένα δοχείο, το οποίο μας επιτρέπει μια ματιά σε ένα ακίνητο, νεκρό σώμα. Τι είναι λοιπόν αυτό που βλέπουμε; Είναι η μήτρα της ζωής ή το σκεύος του θανάτου; Προσωπικά, αισθάνομαι ότι οι κεραμοκορμοί της γλύπτριας μας προτείνουν μια θέα της ζωής και του θανάτου όπως πραγματικά συμβαίνουν στη φύση˙ σε μια ήρεμη, απαράλλακτη, αέναη εναλλαγή.

Είναι μυστήριος ο τρόπος που εισβάλλει ένα γλυπτό στον χώρο του θεατή και επαναπροσδιορίζει την συναισθηματική του χωροταξία. Η ύλη του πηλού, ένα εξορυγμένο κοίτασμα, κομμάτι της γης που πατάμε, μετατρέπεται σε νέο πολιτισμό, σε παρουσίες που άηχα στέκουν και σου μεταδίδουν την λυτρωτική τους ευστάθεια. Κι εκεί που όλα γύρω είναι σε διαρκή κίνηση, τα γλυπτά της Μαρίας Βλαντή επιδρούν χωρίς να δρουν. Ευτυχές γεγονός που υπενθυμίζει στον παρατηρητή την ριζική του συγγένεια με την απλή ομορφιά ενός μακρόβιου δέντρου.

Μαρία Βλαντή «Επίφαντα», Πηλός Stoneware, 190 cm – 215 cm

Constantin Brancusi, «Ατελείωτη Στήλη», 1937-38

Constantin Brancusi, «Το Φιλί», 1908

Μαρία Βλαντή, λεπτομέρεια

 

Μαρία Βλαντή
«Επίφαντα»
Γκαλερί Μέδουσα, 
Ξενοκράτους 7
έως 21 Απριλίου