Η ζέστη είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητη, ειδικά μέσα από το μπετόν με παράθυρα της αίθουσας του Β1. Ο Νικολάι περνούσε τα κενά – για κάποιον περίεργο λόγο όσο άνοιγε ο καιρός οι καθηγητές αρρώσταιναν όλο και συχνότερα - ζωγραφίζοντας πάνω στο θρανίο του ονόματα συγκροτημάτων με χοντρό ανεξίτηλο μαρκαδόρο και στίχους τραγουδιών με λεπτό. Συνήθως μαζί του μέσα στην τάξη καναδυό ακόμα τετράδες κοριτσιών κάθονταν στα τελευταία θρανία και μιλούσαν δυνατά χωρίς να ενοχλούνται που μπορεί να άκουγε τί έλεγαν. Μιλούσαν ξεφυλλίζοντας περιοδικά και το απουσιολόγιο χωρίς να τα κοιτάνε. Πού και πού έμπαινε μέσα κάποιο από τα αγόρια βρομώντας ιδρώτα, καθόταν στα ακριβώς μπροστινά θρανία από το Νικολάι για να μην τον σχολιάσουν τα κορίτσια, έβγαζε το σορτσάκι του ποδοσφαίρου και ξανάβαζε το παντελόνι. Παρόλο που ο Νικολάι δεν έπαιζε άσχημα, οι συμμαθητές του είχαν μάθει πια μετά από τρία σχεδόν χρόνια ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τον πείσουν να παίξει κι αυτός, εκτός κι αν χρειάζονταν αναπληρωματικό. Τότε έκανε αυτή την εξαίρεση, για να μην τους χαλάσει το παιχνίδι.

Ο λόγος για τον οποίο δεν έπαιζε δεν ήταν ούτε καν μέσα του ξεκάθαρος. Από τη μία ενίοτε βαριόταν, βαριόταν να κάνει το ο,τιδήποτε, εκείνη τη στιγμή που μπορούσε. Από την άλλη, δεν επέτρεπε ίσως στον εαυτό του να παίξει αν δεν ήταν ο καλύτερος ή έστω από τους καλύτερους, όπως ακριβώς δεν επέτρεπε στον εαυτό του να κάνει πολλά πράγματα, ειδικά μπροστά σε άλλους, αν δεν ήταν σίγουρος πως θα τα κάνει τέλεια. Και άλλωστε, δεν είχε πολύ χρόνο πια μέσα στη μέρα να ακούσει τους νέους δίσκους και να γράψει την κριτική του, να βγάλει τη βαθμολογία για το κάθε κομμάτι ξεχωριστά, για το σύνολο και τέλος για τη συσκευασία, οπότε το κενό ήταν η ευκαιρία του. 

Ήταν ακόμα στο δεύτερο κουπλέ του “Slipping Shoes” όταν κάθισε δίπλα του η Νατάσα. Άρπαξε το βιβλίο της Ιστορίας και άρχισε να το ξεφυλλίζει με μανία χωρίς να το κοιτάξει ούτε μια στιγμή, ενώ περίμενε επίμονα το Νικολάι να σταματήσει να ακούει μουσική για να της μιλήσει. Ο Νικολάι τράβηξε το τελευταίο αλφάδι για το πλαίσιο των στίχων με την Άλγεβρα. 

- Πες το!
- Τί ακούς;
- Δε θες να ξέρεις...
- Αυτό δεν το ξέρεις!
- Μ’ αρέσει που σ’ αρέσουν οι στίχοι. Και όχι μόνο οι μουσικές. 
- Ναι...
- Τους γράφεις παντού. Έχω δει κι αυτούς στην τσάντα σου. Και στα τετράδια...
- Και στα βιβλία.
- Α ναι, ε! Για να δω!
- Καλύτερα όχι..!

Ευτυχώς η Ιστορία δεν είχε τίποτα το σπουδαίο στα πίσω φύλλα, μόνο έγραφε “Jesus won’t you be my radio…” Πριν προλάβει να αντιδράσει, η Νατάσα είχε αρπάξει την Άλγεβρα.

- Ποιός είναι ο Νικολάι Τόμας; Και γιατί τον γράφεις λάθος;
- Κανείς.
- Τί κανείς; Μη μου βάζεις βρώμικες σκέψεις στο μυαλό, χαχαχα!
- Κανείς, ένας συνθέτης. Τί εννοείς λάθος;
- Λάθος τον έχεις γράψει, γενικά τα ρώσικα ονόματα ακόμα και στα βιβλία λάθος τα γράφουν. Δεν είναι Νικολάι, είναι Νικαλάι. Και επίσης αυτός γιατί έχει γερμανικό επίθετο, είναι ψευδώνυμο;
- Ναι, κάτι τέτοιο. 

Ο Νικολάι μάζεψε τα πράγματα στην τσάντα του, την έκλεισε, φώναξε «τα λέμε μετά» και βγήκε από την τάξη. Διέσχισε το στενό διάδρομο με τα σιδερένια κάγκελα και δεν έριξε ούτε μια ματιά στο κτίριο απέναντι, στο οποίο ήταν η τάξη του ως πέρσι. Μάλλον γιατί αυτό το έντονο κόκκινο μαζί με το έντονο κίτρινο και το ακόμα πιο έντονο πράσινο τού είχε γίνει μια αβάσταχτη συνήθεια. Κατέβηκε τα σκαλιά και περπατώντας γρήγορα έφτασε στις βρύσες. Ήπιε λίγο νερό, έβαλε το πρόσωπό του από κάτω για να καταφέρει να διώξει το αναψοκοκκίνισμα που αισθανόταν ότι είχε ποτίσει όλο του το πρόσωπο και προχώρησε αργά τώρα, μη μπορώντας να προσδιορίσει ούτε τί ένιωθε ούτε πού βρίσκεται. Ο κόσμος είχε αρχίσει να γίνεται ένα μέρος με ή χωρίς έντονα χρώματα, αλλά πάντως κακόγουστος και μίζερος. Τα κάγκελα που περίφραζαν το σχολείο είχαν μυτερές κορυφές, και έξω τα κτήρια λείες οροφές που στις ταινίες μπορούσες να τις περάσεις σαν να χοροπηδούσες από το ένα θρανίο στο άλλο, στην πραγματικότητα να χτίσεις πάνω τους κήπους και να κρεμαστείς. Να κρεμαστείς από το σίδερο της κούνιας ή αυτού που στήριζε τις βουκαμβίλιες, και να πιέσεις με τα χέρια το σώμα σου να ανεβοκατεβαίνει με δύναμη. Όλα ήταν υπολογισμένα, έτσι όπως σηκωνόσουν πιο ψηλά ζύγιζες τον εαυτό σου με το ανάποδο της βαρύτητας, σαν να μπορούσες να φτιάξεις τη δική σου νομοτέλεια.

 

// Ηχογραφία

Το soundtrack του μήνα, επιλεγμένο υπό τις διακεκομμένες στιγμές μιας καθημερινής παραμυθίας.

 

// Make Believe - Deer Tick | Album: The Divine Providence

Πάντα οι Deer Tick είναι η καλύτερη επιλογή για να ξεκινάς τη μέρα σου. Μοντέρνα «παλιομοδίτικοι», κολλητικοί και ξεσηκωτικοί. Αναμένοντας το νέο τους EP, ακούμε ένα από τα πολλά υπέροχα κομμάτια του Divine Providence, που κόλλησε κι αυτό στο repeat λίγους μήνες πριν.

// Candy - The Men | Album: Open your Heart

Post-punk και post του “Leave Home”, του εξαιρετικού πρόσφατου δίσκου τους, οι Men ξαναχτυπούν με το δυναμικό “Open Your Heart”, από όπου και το ζαχαρωτό που ακούμε περιμένοντας το καλοκαίρι.

// Hey Hey My My (Into the Black) - Chromatics | Album: Kill for Love

Η κομματάρα του μήνα. Οι Chromatics υπογράφουν τη μουσική υπόκρουση για ζεστές ατέλειωτες μέρες και κυρίως ατέλειωτες νύχτες.

// I Only Have Eyes For You (cover) - Beck

Ο κύριος Beck βγάζει τον πιο classy εαυτό του στην ερμηνεία και την εκτέλεση του θρυλικού τραγουδιού. Ίσως η αισθαντικότερη διασκευή.

// Scars - Phantom | EP: Scars

Καταφανώς Φινλανδοί, μας συστήνονται μ’ ένα ολοσκότεινο ονειρικό κομμάτι. Αναμένουμε τη συνέχεια.

// Life is a Problem - Spiritualized | Album: Sweet Heart Sweet Light

Ναι ναι, οι παλιοί γνώριμοι Spiritualized με τις ηχητικοψυχικές μεταπτώσεις επιστρέφουν μετά από την περιπέτεια της υγείας του «αστροναύτη» Jason Pierce. Για τα πολύ μεγάλα ταξίδια.