▲ Cindy Sherman, 2003
▶ Faces, 1968

Το Μεταμοντέρνο στην τέχνη δεν έχει ένα πρόσωπο. Πρόθεσή του είναι να αλιεύσει κάποιο πρόσωπο αληθέστερο του αναλλοίωτου ενός, από τα βάθη του ανθρώπου. Οι αναπαραστάσεις της μεταμοντέρνας ψυχής φέρνουν στο μυαλό μια παγωμένη λίμνη, σπασμένη από τα βήματα του πλήθους σε δεκάδες κομμάτια πάγου, τα οποία επιπλέουν στην επιφάνεια των νερών. Ο καλλιτέχνης είναι σκυμμένος από πάνω της με το καλάμι του και προσπαθεί να πιάσει κανένα λαβράκι. Τα λαβράκια όμως θέλουν πιο ζεστά νερά κι έτσι καταλήγει να ψαρεύει τους πάγους. Το Μεταμοντέρνο στην τέχνη δεν είναι απαραιτήτως παγωμένο, αλλά είναι πολύ συχνά εύθρυπτο και η συνολική εικόνα του προσώπου του εύκολα μας διαφεύγει. Είναι είτε απρόσωπο είτε πολυπρόσωπο. 

Το πρόσωπο μέσα από το οποίο αναδύονται πολλά άλλα πρόσωπα, δίνει την εντύπωση του κατακερματισμένου. Εύλογο, καθότι τα θραύσματα της χαώδους ψυχής, δηλαδή τα πρόσωπά της, εκσφενδονίζονται με δύναμη από μέσα προς τα έξω και διασπούν την εξωτερική της επιφάνεια. Ο μοντερνισμός έσπασε τη φόρμα αναπαραστατικά και ο μεταμοντερνισμός σπάει την σπασμένη αναπαράσταση. Οι σύγχρονες εκθεσιακές πρακτικές αναλαμβάνουν να ενώσουν υπό ορισμένη θεωρητική ομπρέλα διάσπαρτες στιγμές της τέχνης, οι οποίες καταλήγουν να εικονογραφούν τις εκθεσιακές προθέσεις.

Η έκθεση “Faces” στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, εμπνευσμένη από τα ζητήματα που θίγει το 1968 ο Τζον Κασσαβέτης στην ομώνυμη ταινία, είναι ένα εξαιρετικό δείγμα της επιμελητικής ευφυΐας του Πάολο Κολόμπο (σε οργάνωση Μαριλένας Β. Καρρά), ο οποίος δίνει στο κοινό την ευκαιρία να παρακολουθήσει μια προσεγμένη μεταμοντέρνα έκθεση, με θεωρητικό υπόβαθρο και ενδιαφέροντα εκθέματα.

▲ Ugo Rondinone, 2002

Κίτρινο Γέλιο

Σε όλη την ταινία του Κασσαβέτη “Faces” επαναλαμβάνεται ένα κεντρικό ψυχολογικό μοτίβο που δεν εγκαταλείπει ποτέ τους πρωταγωνιστές: τούτο είναι, παραδόξως, το Γέλιο. Ασφαλώς δεν πρόκειται για βασικό θέμα της ταινίας, ωστόσο αποτελεί ένα ύπουλο –όσο και ιδανικό– εκφραστικό μέσο για την απόδοση του βασικού θέματος της μοναξιάς του ανθρώπου, που συνιστά εγγενές γνώρισμά του, αλλά και αποτέλεσμα της αδυναμίας συνύπαρξης με τους άλλους. Μα, είναι η αποξένωση για γέλια; Όχι, αλλά το γέλιο είναι ό,τι πρέπει για την αποξένωση. 

Τα πρόσωπα του έργου συντηρούν τις σχέσεις τους, τις υποτιθέμενες φιλικές κι ερωτικές, χρησιμοποιώντας ένα σωρό παλιοκαιρισμένα εργαλεία, χιλιοειπωμένα ανέκδοτα, παραδοσιακά αστεία, λογοπαιγνιώδη πειράγματα, παιχνίδια προκάτ «αυθορμητισμού», φωνακλάδικες αναπαραστάσεις περιστατικών, βίαιους χορούς σαλονιού και φυσικά γλωσσοδέτες. Οι γλωσσοδέτες αντιμετωπίζονται ως εγγυημένη μέθοδος ενίσχυσης των δεσμών. Οι γλωσσοδέτες δένουν.

«Φίλος είναι αυτός που ποτέ δεν σοβαρεύεται» καταθέτει ο μεσήλικας κύριος Φορστ (Τζον Μάρλεϊ), αφού έχει δώσει νωρίτερα και τον ορισμό της σοβαρότητας: «Σοβαρότητα: βαρύτητα ή τάση μεγαλοπρέπειας». Το γέλιο στην ταινία “Faces” και όλα τα παιχνίδια που το ξυπνούν, αποτελεί ένα παραπέτασμα καπνού για την απόκρυψη της σοβαρότητας, μια τελετουργική χορογραφία που σκοπεύει να ξορκίσει τον θάνατο. Αν θέλουμε να σωπάσει ο θάνατος, δεν επιτρέπεται η σιωπή... Στη Δύση, μέσα από την παρατεταμένη σιωπή, αναδύεται ο φόβος του θανάτου. 

Σε συνάφεια με την ταινία, τα έργα της έκθεσης “Faces” λειτουργούν ως προσωπεία της σιωπής˙ καλύπτουν μια σιωπηρή παρουσία, μια άυλη δύναμη, ένα μεγάλο άηχο πρόβλημα που συνδέει τους ανθρώπους και ταυτόχρονα τους αποξενώνει. Η προσπάθεια επικοινωνίας που πέφτει στο κενό, λόγω της έντονης εξατομίκευσης, λόγω των πολλαπλών προσωπείων που, ασυμβίβαστα εντός μας, μας ταλαιπωρούν, αποτυπώνεται τόσο σε κάθε έργο ξεχωριστά όσο και στην προσπάθεια επικοινωνίας ανάμεσα στα ίδια τα έργα που παραμένουν μεταξύ τους ξένα. Όλα ενδιαφέροντα και τόσο διαφορετικής υφής, καταγωγής, εποχής, διαφορετικού προβληματισμού, τόπου και τρόπου, θυμίζουν πρόσωπα που στέκονται δίπλα-δίπλα στο λεωφορείο˙ συγκεντρωμένα στον ίδιο χώρο, πηγαίνει το καθένα κάπου αλλού, αδιαφορούν να συνδιαλεχθούν, αλλά κατά βάθος έχουν τον ίδιο μακροπρόθεσμο προορισμό και τους ίδιους αρχέγονους φόβους. Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, ένα κίτρινο, χολερικό γέλιο διαπερνά το ασπρόμαυρο φιλμ, τα γλυπτά, τον καμβά και ξεχύνεται στην αίθουσα, όπως και στο λεωφορείο.

▲ Margherita Manzelli, 1998

Ποιος άλλος θα μπορούσα να είμαι;

Στη νουβέλα του Λεονίντ Αντρέγιεφ «Το κόκκινο γέλιο» του 1905 (μετάφραση Κ. Αγγελάκη-Ρουκ, Εκδ. Άγρα 2011), όπου περιγράφεται το δραματικό κατρακύλισμα του ήρωα στην τρέλα μετά από την εμπειρία των φρικαλεοτήτων του πολέμου, ο συγγραφέας αφηγείται την απώλεια της ταυτότητας του προσώπου μετά από μια τρομακτική κρίση. «Οι κινήσεις μας ήταν σταθερές και γρήγορες, οι διαταγές σαφείς, η εκτέλεσή τους ακριβής, αλλά αν ξαφνικά ρώταγες κάποιον ποιος είναι, μόλις που θά ‘βρισκε την απάντηση στο σκοτισμένο του μυαλό». Ο Αντρέγιεφ περιγράφει την σαδιστική φύση του πόλεμου που καταργεί τα πρόσωπα και την αυτοεικόνα τους, σκοτώνοντας, αν όχι το σώμα, τότε σίγουρα το ζωντανό τους πνεύμα.

Εξήντα τρία χρόνια μετά, 1968, κι αφού έχουν μεσολαβήσει δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, σε μια εντελώς άλλη συγκυρία, ο Κασσαβέτης αγγίζει με μοναδικό τρόπο την αναστάτωση του Εγώ, το οποίο εξετάζει την αληθινή του ταυτότητα και τις πιθανότητες να περικλείσει ένα Εμείς. «Μην κάνεις άλλο τη χαζή, γίνε ο εαυτός σου» της λέει και εκείνη απαντά «Μα, ο εαυτός μου είμαι! Ποιος άλλος θα μπορούσα να είμαι;»

Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, 2012, είκοσι καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίους μερικά θρυλικά ονόματα, όπως ο μεγάλος του Παραλόγου Σάμουελ Μπέκετ (βίντεο από την παράσταση “Not I” του 1977 με την Billie Whitelaw), ο καινοτόμος των πολλαρόιντ και της φωτογραφικής αυτοπροσωπογραφίας Λουκάς Σαμαράς (βίντεο “Self” του 1969) και ο Κάρολος Κουν (προβολή της παράστασης «Όρνιθες» του 1959), συνθέτουν μια πολυπρόσωπη προσωπογραφία, από την οποία φανταζόμαστε να αναφωνούν όλα τα πρόσωπα μαζί τη ρήση του Παζολίνι: «Πόσο αντιφατικός πρέπει να είναι κανείς, για να είναι συνεπής...»

▲ Τόμας Σούττε, 2006

Ονόματα των Προσώπων

Η έκθεση αναπτύσσεται στην αίθουσα της Στέγης με τρόπο τέτοιο που επιτρέπει στον κάθε καλλιτέχνη να πάρει το χώρο και την απόστασή του από τους υπόλοιπους και στον κάθε θεατή να δημιουργήσει τους νοηματικούς ιστούς του με την διάταξη που προτιμά. Στην δική μας διάταξη ξεχώρισαν ιδιαίτερα τα παρακάτω έργα.

Η αίθουσα με τους «Άθλιους» του Τόμας Σούτε (2006) είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά τμήματα της έκθεσης. Οι προτομές των ανδρών από ορείχαλκο κι ατσάλι «λιώνουν» στα βάθρα τους, μ’ αυτά τα πρόσωπα-έρμαια μιας ρευστής, ακόλαστης ψυχής. Θυμίζουν (φταίει άραγε η χρονική συγκυρία;) ένα διεφθαρμένο κοινοβούλιο που σαπίζει καρφωμένο αιωνίως στις λατρευτές του καρέκλες˙ μια κοινωνία αθλίων, τυφλών και κωφών, που μαζεύτηκαν δήθεν να μιλήσουν για όσα είδαν και άκουσαν.

Επίσης τα τρία πορτραίτα του Ηλία Παπαηλιάκη ξεχωρίζουν για την ευαισθησία τους και τον εξαιρετικό χειρισμό του μετιέ, που επιτρέπει να διακρίνουμε κάποια συγγένεια με το σκοτάδι ενός Γκόγια. Ο καλλιτέχνης έχει χειριστεί τη βία με πιο υπαινικτικό τρόπο, για να μας δώσει έναν άτιτλο Κουασιμόδο (2009), μια προφήτισσα με πληγωμένο στόμα, η οποία «Ξέρει το μέλλον» (2011) και μια φιμωμένη «Μελέτη αποκριάς» (2012).

▲ Ηλίας Παπαηλιάκης, 2012

Η Margherita Manzelli καθηλώνει με δύο γυναικεία πορτραίτα (1998 και 2008), που εικονογραφούν τη γερασμένη παιδικότητα του θηλυκού, το οποίο προσπαθεί να παρατείνει την ομορφιά και την αθωότητα με λουλουδάτα υφάσματα, ενώ κρατά τη δυστυχία σφραγισμένη πίσω από σφιγμένα χείλη, μέσα σε κλειστές γροθιές.

Τα τρία ευμεγέθη κεραμικά του Διονύση Καβαλλιεράτου (2012), μέσα από τολμηρές χρωματικές εντάσεις και ανοιχτή αναφορά στο Κιτς, θυμίζουν μια παράδοξη αναπαράσταση του προπατορικού αμαρτήματος. Μια ανδροπρεπής Γυναίκα με διογκωμένα χαρακτηριστικά, ένας ροζ άνδρας-Οχυρό με πολεμιστές που ξεπροβάλλουν από το κεφάλι του και φυσικά ένας πληθωρικός και φλογισμένος Διάβολος, παγωμένοι λίγη ώρα μετά το αμάρτημα.

▲ Διονύσης Καβαλλιεράτος, 2012

Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η μορφή του Κλόουν εμφανίζεται στην αίθουσα δύο φορές. Μία στην εγκατάσταση - εικαστικό θρίλερ τρόμου, του Ugo Rondinone του 2002, όπου ένας εύσαρκος άνδρας σε φυσικό μέγεθος, σκεπασμένος με μια προβιά, κείτεται κοιμισμένος με πρόσωπο βαμμένο κλοουνίστικα, και ακόμα μία φορά στην φωτογραφία της πάντοτε ανελέητα σαρκαστικής και αυτοσαρκαστικής (σε ένα πλαίσιο ανεστραμμένου ναρκισσισμού) Cindy Sherman.

Οι κλόουν είναι εδώ για να ζωντανεύουν την τρομακτική διάσταση του μεταμοντέρνου γέλιου, αυτού του αλλόκοτου σπασμού της ψυχής, που μπορεί να είναι άλλοτε το επιστέγασμα του κεφιού, άλλοτε όμως, όπως διατρανώνει ο Κασσαβέτης, μπορεί να είναι και ένα περίφημο στρατήγημα για την ψυχαναγκαστική αποσιώπηση της μελαγχολίας και του θανάτου.

 

Πρόσωπα Τσακουντή και Τεφλιούδη

Τέκνα της ζωγραφικής παράδοσης, χωρίς εννοιολογικές εξαρτήσεις, αλλά με επισταμένη μελέτη της έννοιας «άνθρωπος», ξεχώρισαν επίσης δύο καλλιτέχνες που ασχολούνται με τα πρόσωπα. 

Η γκαλερί Myro στη Θεσσαλονίκη φιλοξενεί την έκθεση του πορτραιτίστα Μιχαήλ Τσακουντή, ο οποίος μας οδηγεί και πάλι σε μετωπική σύγκρουση με τα αισθησιακά πρόσωπα που φέρνει στο (υγρό) φως. Οι παρατεταγμένοι άνδρες κοιτούν τον θεατή προστατευμένοι και μαζί ευάλωτοι πίσω από κάποιο αόρατο τζάμι, ενώ μπροστά μαίνεται καταιγίδα. Εκείνοι είναι ελάχιστα βρεγμένοι, τόσο όσο χρειάζεται για να αναμιχθούν τα χρωματιστά τους έλαια, ενώ εμείς τους κοιτάμε (ερωτικά) κεραυνοβολημένοι εν μέσω χρωματικής καταιγίδας που ξέσπασε εν αιθρία.

Ταυτόχρονα στην βιτρίνα της γκαλερί Myro φιλοξενείται η πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά του Γιώργου Τεφλιούδη, υπό τον τίτλο «Ταυτότητες», στην οποία ανιχνεύει την σχέση του προσώπου με την ταυτότητά του, και δη με την φωτογραφία στο δελτίο της ταυτότητάς του. Ο καλλιτέχνης προτείνει μικρά πορτραίτα σε χαρτί που αποτυπώνουν την χαρακτηριστική προσπάθεια να μείνει κανείς ανέκφραστος για την φωτογραφία του επίσημου εγγράφου ταυτοποίησης του προσώπου του... ωσάν το ανέκφραστο πρόσωπο να είναι πιο κοντά στον πραγματικό εαυτό. Τον εγκλεισμό στους ρόλους ερευνά το έτερον ήμισυ της παρουσίασης, η καλλιτέχνις Αφροδίτη Μπούτου, με ένα γλυπτό λευκό κουτί του οποίου το ασφυκτικό σχήμα μαρτυρά τον εγκιβωτισμό κάποιου ανθρώπου.

v

▲ Μιχαήλ Τσακουντής, 2012
▶ Γιώργος Τεφλιούδης, 2012

Πρόσωπα γνωστά από καιρό

«Όπως στα όνειρα, όλα τα πρόσωπα έμοιαζαν γνωστά από καιρό κι ό,τι συνέβαινε έμοιαζε κι αυτό σα να τό ‘ξερες, να το καταλάβαινες, να είχε κάποτε συμβεί˙ αλλά όταν άρχιζα επίμονα να κοιτάζω κάποιο πρόσωπο ή κανόνι ή άκουγα πυροβολισμό, έμενα εμβρόντητος για το πόσο καινούργιο μου φαινόταν αυτό, άπειρα αινιγματικό»

Ο Αντρέγιεφ στην συγκλονιστική νουβέλα του περιγράφει, μεταξύ άλλων, την αιφνίδια ανοικειότητα εκείνου που μέχρι χθες θεωρούνταν οικείος. Με μια λοξή ή πιο επίμονη ματιά πάνω σε ένα πρόσωπο γνωστό, ξάφνου αποκαλύπτονται στοιχεία που δεν ήξερες ότι υπάρχουν. Ο τρόπος που το οικείο μετατρέπεται σε ξένο είναι εφιαλτικός στον Αντρέγιεφ. Όμως και ο Κασσαβέτης, με τον δικό του τρόπο, δεν πάει πίσω. Είναι πραγματικά πρωτοπόρος στην εξόρυξη των πιο μύχιων συναισθημάτων. Καταγράφει τις ψυχολογικές διακυμάνσεις με τέτοια σεισμογραφική ακρίβεια, ώστε μετατρέπει την κάμερα σε ένα τρομερό, διεισδυτικό μάτι, που καταλήγει να είναι πολύ πιο ευφυές από το πραγματικό.

Πρόσωπα παντού, λοιπόν. Τα ζωντανά φωτογραφίζονται και ζωγραφίζονται, τα φιλμογραφημένα και τα ζωγραφιστά ζωντανεύουν. Και στην Αθήνα συνεχίζονται οι εκθέσεις με κεντρικό θέμα τα Πρόσωπα. Στην Thanassis Frissiras Gallery η έκθεση «Πορτραίτα» του Γιώργου Χαδούλη αρχίζει στις 10 Μαΐου, ενώ στον πολυχώρο Μεταίχμιο συνεχίζεται μέχρι τις 12 Μαΐου η έκθεση του Δανού εξπρεσιονιστή Κανούτο Καλλάν και στο Βυζαντινό Μουσείο μέχρι τις 3 Ιουνίου ο Γιάννης Λασιθιωτάκης εκθέτει τα δικά του «Πρόσωπα». Πρόσωπα παντού, γεγονός που μάλλον δεν είναι τυχαίο. Με κρυμμένα τα πρόσωπα δεν υπάρχουν σχέσεις. Η τέχνη, φωναχτά ή ψιθυριστά, προτείνει να κρατάμε το πρόσωπό μας βαθύ, ευαίσθητο στην ομορφιά και με εισόδους ανοιχτές, μήπως και πάψουμε να θυμίζουμε μια κοινωνία αθλίων, τυφλών και κωφών, που μαζεύτηκαν δήθεν να μιλήσουν για όσα είδαν και άκουσαν. Και ίσως έτσι, το αμήχανο γέλιο που κρύβει ανικανότητα να δίνει ενίοτε τη θέση του, μέσω της τέχνης τουλάχιστον, σ’ εκείνο το γέλιο που σημαίνει εκπλήρωση.

▲ John Cassavetes, Faces, 1968

Η έκθεση “Faces” στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών διαρκεί έως 1η Ιουλίου 2012