▲ Οδυσσέας Ελύτης, «Ο Λέων της Θαλάσσης», 1987

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ένας εικαστικός καλλιτέχνης να αναζητά στο πεδίο της γραφής νέους εκφραστικούς δρόμους˙ να δανείζεται αλλότρια υλικά για την υλοποίηση του οράματός του. Εξίσου συχνά, κάποιος λογοτέχνης θα μεταβεί στον άλλο τόπο, των χειρονακτικών μέσων, και θα επιλέξει την εξωστρέφεια της εικαστικής γλώσσας, ως έναν ακόμη τρόπο να μιλήσει, ή κάποτε και να δει όσα, αλλιώς, αρνούνται να του αποκαλυφθούν. 

Κοιτάζοντας κυρίως τις «συνεικόνες» (κολάζ) και τις υδατογραφίες του Ελύτη ή και τα δικοτυλήδονα του Καρούζου, αναρωτιέται κανείς γιατί ένας ποιητής με πλούσια γλωσσική σκευή, με πληρέστατο κοσμοείδωλο, το οποίο βρίσκει την τέλεια έκφρασή του στον κόσμο  των λέξεων, γιατί, αυτός ο ποιητής, «χρειάζεται» να ζωγραφίζει; Ίσως το «χρειάζεται» να είναι ακριβώς το κατάλληλο ρήμα. Ίσως ο Κάμινγκς να μας έδωσε τα χαριτωμένα σκίτσα του όχι ως συμπλήρωμα, αλλά ως μια προσωπική συναισθηματική κατάθεση, επειδή το «χρειαζόταν» ως άνθρωπος και όχι ως καλλιτέχνης. Παρομοίως θα απαντούσε κανείς στην ανάλογη ερώτηση γιατί ο Πικάσο, ο αξεπέραστος μάγος του μοντερνισμού, να γράψει δύο θεατρικά έργα και γιατί ο Νταλί, ο ανεξάντλητος στην εικονοπλασία του, να γράψει βιβλία λογοτεχνικών αξιώσεων και να τα αγαπήσει μάλιστα τόσο, ώστε κάποτε να πει: "Στις επερχόμενες γενιές θέλω να αφήσω περισσότερο τα βιβλία μου παρά τους πίνακές μου". 

Για τους προαναφερθέντες καλλιτέχνες ωστόσο, όσο κι αν βλέπουν την «ποίηση συνυφασμένη με τη ζωγραφική» (Ελύτης), η μία τέχνη εκ των δύο παραμένει ένα πάρεργο. Τούτο δεν σημαίνει ότι η ψυχολογική αξία της πρόσκαιρης αλλαγής «στρατοπέδου» είναι μικρή. Εικάζουμε ότι οι καλλιτέχνες που εναποθέτουν το περίσσευμα της δημιουργικής τους ενέργειας σε ένα άλλο καλλιτεχνικό πεδίο, δοκιμάζουν ένα είδος ανακούφισης, κρατώντας ενδεχομένως κάποια απόσταση από το καθήκον της αποδοτικότητας στο «επίσημο» πεδίο τους. Άλλοτε βέβαια, απλούστατα είναι γεμάτοι από εκείνη την δημιουργική λάβα που επείγεται να ξεχυθεί με κάθε τρόπο, ώστε, ως καλλιτέχνες της πλησμονής, μεταμορφώνουν σε τέχνη ό,τι πέσει στα χέρια τους. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν καλλιτέχνες, των οποίων το εικαστικό και το λογοτεχνικό έργο είναι πραγματικά αξεδιάλυτα, δύο ίσα μέρη ενός καλλιτεχνικού οικοδομήματος. Κορυφαία παραδείγματα ο Γουίλιαμ Μπλέικ, αλλά και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Αρκετοί νεώτεροι επίσης ανέπτυξαν τις δύο γλώσσες παράλληλα, κι όσο πλησιάζει κανείς προς το σήμερα τόσο τα παραδείγματα σύζευξης των τεχνών πληθαίνουν. Σήμερα όμως η σύζευξη συμβαίνει με άλλον τρόπο. Πλέον, αν διαβούμε ιστορικά τη νοητή γραμμή που μας εισάγει στον Μεταμοντερνισμό, θα διαπιστώσουμε ότι οι καλλιτέχνες, καθώς δημιουργούν, δεν μεταβαίνουν απλώς από το ένα πεδίο στο άλλο, αλλά τοποθετούν τα δύο πεδία σε ένα κοινό πλαίσιο.

▲ Γουίλιαμ Μπλέικ, 1825-27

Κινδυνεύοντας να εισχωρήσουμε σε φιλοσοφικές περιοχές, θέτουμε εδώ τον εξής προβληματισμό: Μήπως η φύση μιας τέχνης είναι να παλεύει ενάντια στη φύση της, όπως ακριβώς παλεύει και ο δημιουργός της (τόσο υπέρ όσο και) ενάντια στη φύση του, ως φορέας αντίρροπων δυνάμεων; Οι εικαστικές τέχνες απευθύνονται καταρχήν στο μάτι, εντούτοις προσπαθούν να το ξεγελάσουν, να το εκπλήξουν, να το συγχύσουν, να το επεκτείνουν, να το σοκάρουν και τελικά να το καταργήσουν. Η κατάργηση του ματιού γίνεται αίτημα, όχι της ποίησης, αλλά της κατεξοχήν τέχνης που το έχει απόλυτη ανάγκη˙ της ζωγραφικής (με την επίσημη αρωγή του μινιμαλισμού και της εννοιολογικής τέχνης). Η ροπή των εικαστικών τεχνών προς την εννοιολογία, η οποία καθιστά το μάτι ένα πρόχειρο μεταφορικό μέσο που διυλίζει τα δεδομένα με τον απλούστερο τρόπο και τα πασάρει αμέσως στον εγκέφαλο για περαιτέρω επεξεργασία, είναι τόσο δεδομένη σήμερα που σχεδόν θεωρείται «κλασική» φόρμα. 

Όσο για την λογοτεχνία, είναι βέβαιο ότι δίχως την εικονοπλαστική της διάσταση, θα ήταν ένα λετριστικό μουγκρητό. Ακόμα και στην περίπτωση αυτή δε, οι εικονοπλαστικοί αυτοματισμοί του αναγνώστη σίγουρα θα οδηγούσαν σε πολλαπλές εικόνες. Περνώντας ξυστά από το συρματόπλεγμα που μας χωρίζει από την Φιλοσοφία (αν το παραβιάζαμε χωρίς τα σωστά εργαλεία ουδείς φιλόσοφος θα μας το συγχωρούσε) και χωρίς να εντρυφήσουμε εδώ σε θεωρίες οπτικής αντίληψης, καταλήγουμε εν τάχει στην σκέψη ότι η λογοτεχνία προσβλέπει στην ζωγραφική λειτουργία ή – αν προτιμάτε – στην διέγερση των εικονοποιητικών μηχανισμών της σκέψης, ενώ η ζωγραφική προσβλέπει στην λογοτεχνική λειτουργία ή – αν πάλι προτιμάτε – στην ανάδυση ενός δεύτερου επιπέδου που κρύβεται πίσω από εκείνη την επιφάνεια που ονομάζουμε «εικόνα», ενός επιπέδου που θα αναδυθεί από το μυστικό πέρασμα μιας «δεύτερης ανάγνωσης».

▲ Δέσποινα Φλέσσα, Χωρίς Τίτλο, 2010

 

Πολυφωνική Πλατφόρμα 

Πολλαπλές αναγνώσεις επιτρέπει η συνέκθεση δέκα εικαστικών καλλιτεχνών με δέκα ποιητές στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (Βαλαωρίτου 9α), η οποία, υπό τον τίτλο «Πλατφόρμα 20» θα διαρκέσει έως τις 30 Ιουνίου. Η συνάντηση εικαστικών τεχνών και λογοτεχνίας γίνεται με όρους αρμονικής συνύπαρξης και ελεύθερου διαλόγου μεταξύ των ομότεχνων και των ετερότεχνων έργων, χωρίς να έχει τεθεί ένα κεντρικό θέμα για τον διάλογο μεταξύ τους. Έχει αποφευχθεί κάθε άσκηση εξουσίας από τη μεριά των επιμελητών – με άλλα λόγια απουσιάζει ένα κυρίαρχο «κόνσεπτ», ή αλλιώς το κόνσεπτ είναι ακριβώς αυτή η απουσία του – οι οποίοι έχουν αφήσει τα έργα εντελώς ελεύθερα να συνδιαλεχθούν υπό το πρίσμα του επισκέπτη πάνω σε όποιο θέμα προκύψει. Κατά κάποιον τρόπο άλλωστε, το «θέμα» είναι πάντα το ίδιο το μυαλό του επισκέπτη.

Τα δύο επίπεδα, στα οποία κινείται ο επισκέπτης, το εικαστικό και το ποιητικό, αναπτύσσονται παράλληλα χωρίς να επιδιώκουν (εμφανώς τουλάχιστον) ταυτίσεις σε επίπεδο θέματος. Το στοιχείο αυτό δεν αναιρεί την βαθιά σχέση ποίησης και εικόνας, αλλά ούτε και την εκβιάζει. Το ερώτημα είναι: κατορθώνει να την αναδείξει; Μια απάντηση είναι ότι την αφήνει να πάρει τον χρόνο της, πληρώνοντας ενδεχομένως το τίμημα να μην δημιουργηθεί εν προκειμένω κάποια ισχυρή σχέση μεταξύ ποιημάτων και εικαστικών εκθεμάτων. Σε μια «πρώτη ανάγνωση» τούτο μπορεί να εκληφθεί ως αρνητικό. Αν όμως ιδωθεί στο ισχύον πλαίσιο, όπου ο θεωρητικός λόγος έχει προ πολλού αναχθεί σε σκελετό που συγκρατεί τα έργα τέχνης και ο οποίος αν αποχωρήσει θα γκρεμιστούν, τότε η συνειδητή απουσία σκελετού στην εν λόγω έκθεση είναι σχεδόν ρηξικέλευθη. Η κοινή βάση, η πλατφόρμα, είναι η αποδοχή της ετερομορφίας εντός μιας συλλογικής πρότασης. Η Νίκη Παπασπύρου (θεωρητικός), η Ναυσικά Σαββέλου (ιστορικός), η Άρτεμις Σταματέλου (μουσειολόγος) και ο Θωμάς Τσαλαπάτης (ποιητής) έχουν στήσει με εμφανή επαγγελματισμό μια έκθεση αντι-ναρκισσιστική, υπέρ της πολυφωνίας, που δίνει σε κάθε έργο τον χώρο που του αρμόζει.

Τα κείμενα που παρουσιάζουν την δουλειά των καλλιτεχνών στο συνοδευτικό έντυπο της έκθεσης (αφιέρωμα στα «Νέα της Τέχνης») είναι πλήρως κατατοπιστικά και με ευαισθησία ερμηνεύουν τον λόγο των δύο καλλιτεχνικών ομάδων. Εδώ θα αρκεστούμε να πούμε δυο λόγια για το έργο των δέκα εικαστικών:

Σύλβια Αντουλινάκη. Μια σκουρόχρωμη γροθιά μετεωρίζεται μεταξύ εξέγερσης κι αιχμαλωσίας στο επιβλητικό της τελάρο.
Αλέξανδρος Κακλαμάνος. Μια βουτιά σε αργή κίνηση κρατάει τον «ήρωα» του βίντεο σε μια αέναη εμβρυακή κατάσταση, πάντοτε λίγο πριν τη γέννηση.
Ιβάν Μαστερόπουλος. Μια εξπρεσιονιστική μάσκα αποκρύπτει πίσω από αδρές γραμμές την ταυτότητα του προσώπου, ενώ στο τρίπτυχο του από σμάλτο σε χαλκό μια ανδρική φιγούρα διαλύεται σε χρώμα.
Αντιγόνη Μιχαλακοπούλου. Ένα βάθρο από χαρτόκουτα προτείνει ένα αυτοσαρκαστικό «Φορητό μνημείο», που θα μπορούσε να ειρωνεύεται την «σταθερή» αξία της δόξας.
Γαβριήλ Παγώνης. «Βλέπε μπροστά σου» μας προτρέπει ο καλλιτέχνης, ενώ παράλληλα παρεμβάλλοντας ένα σύννεφο, με ένα νεφελώδες μειδίαμα, μας αποτρέπει.
Αλίκη Παππά. Το συμβολικό τοτέμ ενός ελέφαντα λατρεύεται/ αποτελείται/εκφοβίζεται από μια σειρά πιστά (;) ποντίκια, ενώ στο εξίσου ενδιαφέρον ζωγραφικό της έργο το ανθρώπινο και το ζωικό στοιχείο ενώνονται σε έναν φασματικό εγκιβωτισμό.
Βασιλική Σηφοστρατουδάκη. Μια προθήκη με σημειωματάρια-κολάζ ιδεών, τα οποία δεν προτείνονται ως εικονογραφημένα, αλλά λειτουργούν κατευθείαν ως εικόνες, καθώς και δύο σχέδια με μολύβι σε χαρτί ως τοπογραφικά ψυχής.
Γιάννης Σινιόρογλου. Ο καλλιτέχνης οραματίζεται το «ιδανικό πρότζεκτ» και με υπόγειο χιούμορ μάς δίνει ένα βίντεο που αποτελείται μόνο από τίτλους τέλους, όπου εμφανίζονται οι φανταστικοί συντελεστές ενός ιδεώδους καλλιτεχνικού πρότζεκτ.
Αναστασία Ζωή Σουλιώτου. Σε μια μεταξοτυπία κι ένα λάδι απεικονίζεται ένας μεταβαλλόμενος χρωματικός χώρος, ιδωμένος σαν από κάποιον βιαστικό περιπατητή, που θα μπορούσε να βαδίζει μεταξύ εικονικής και αναλογικής πραγματικότητας.
Δέσποινα Φλέσσα. Δύο εξαιρετικά τελάρα, στα οποία η Απουσία γίνεται αισθητή στα σβησμένα μάτια ενός προσώπου και σ’ ένα άδειο δωμάτιο, όπου επικρατεί ομιχλώδης ατμόσφαιρα και μελετημένα τονικά παιχνίδια.

Από την άλλη, έχουμε δέκα ποιητές, που παρουσιάζονται ο καθένας με ένα ποίημα, ενδεικτικό του ευρύτερου έργου τους και της προσήλωσή τους στις πλοκές και τα βάθη των λέξεων:

Ζήσης Δ. Αϊναλής (Ποίημα «Τηλέμαχος», από «Ηλεκτρογραφία»),
Άννα Γρίβα («Πλάνη», από «Οι μέρες που ήμασταν άγριοι»),
Νικόλας Ευαντινός («Μισό αναζητά το χαμένο του μισό», από «Μικρές αγγελίες και ειδήσεις»),
Χρυσή Καρπαθιωτάκη («Το γυαλί», από «Χάντρες, οχτώ εξομολογήσεις και ένας επίλογος»),
Στέργιος Μήτας («Άγιος Πρεκάριος Πυροτεχνουργός»),
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος (άτιτλο από «Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία»),
Γιώργος Πρεβεδουράκης (τέσσερα ποιήματα από συλλογή «Στιγμιόγραφο»),
Θοδωρής Ρακόπουλος («Κλειδιά» και «Κυνηγοί», από «Υδροφόρος Ορίζοντας»),
Γιάννης Στίγκας («Ποτέ μη βάζεις την άνοιξη σε παρένθεση», από «Η όραση θ’ αρχίσει ξανά»),
Θωμάς Τσαλαπάτης («Το κουτί», από «Το ξημέρωμα είναι σφαγή Κύριε Κρακ»)

 

Ο λόγος της τέχνης

Όπως σε κάθε αξιόλογη κι αξιοθέατη καλλιτεχνική έκθεση, έτσι και στην «Πλατφόρμα 20», η τέχνη δίνει τον λόγο της. Λόγο αισθητικό, πολυμορφικό, ενωτικό. Εν μέσω διαξιφισμών πολιτικής ρητορικής στην αρένα των υποσχέσεων, οι 20 αυτοί εικαστικοί και ποιητές, όπως και συνολικά οι λογοτέχνες, ζωγράφοι, μουσικοί, χορευτές, θεατράνθρωποι, φωτογράφοι, κινηματογραφιστές, αλλά και οι γκαλερίστες, επιμελητές, θεωρητικοί, κριτικοί, μεταφραστές, εκδότες, που παλεύουν να κρατηθούν στο ύψος των ελληνικών περιστάσεων, δίνουν τον λόγο τους. Λόγο αντίστασης, ίσως άνισης (άλλο σώμα με σώμα, άλλο τελάρο με σώμα) και αναμφισβήτητα από το περιθώριο, αλλά ουσιαστικής. Οι ιδιόλεκτοι των παραπάνω συχνά συγκρούονται μεταξύ τους, και πάλι όμως εξακολουθούν να συγκροτούν το δυνατό σώμα ενός λόγου-αντίλογου κόντρα στις δημαγωγικές κορώνες που εκτοξεύονται κατά κόρον σε ένα αβέβαιο πολιτικό σκηνικό και μέσω μιας εκφοβιστικής δημοσιογραφίας˙ κόντρα στον λόγο εκείνων που ρίχνουν τους πολίτες της χώρας στην αρένα, τους «γλιτώνουν», τους ξαναρίχνουν, τους εξαντλούν. 

Εύλογο είναι ο άρτος να προέχει των θεαμάτων. Ας αναγνωρίσουμε όμως και στην τέχνη μια κάποια προτεραιότητα. Ορισμένα θεάματα είναι άρτος. Ψυχική αντίσταση στην κατάθλιψη, στην πολιτική δυσωδία και στον φόβο, λίγα πράγματα εξακολουθούν να προβάλλουν επιτυχώς: ο έρωτας, η δημιουργία, ο έρωτας για την δημιουργία.

▲ Σύλβια Αντουλινάκη, Σχέδιο Απόδρασης, 2009

▲ Αντιγόνη Μιχαλακοπούλου, Portable Monument, 2011

▲ Γαβριήλ Παγώνης, «Βλέπε μπροστά σου», 2012