«Μα, καλά, μ’ ένα λυκάνθρωπο; Κυκλοφορείς μ’ ένα λυκάνθρωπο; Α, να χαθείς! Ε, α να χαθείς, πια!»
«Τι να κάνω…»
«Τι εννοείς “τι να κάνεις”;».
«Τι να κάνω που με βοηθάει με τα ψώνια, με μεταφέρει με το αυτοκίνητο στις δουλειές μου…τι να κάνω…»
«Απορώ, δε φοβάσαι;»
«Ξέρεις κάτι, όχι. Δε φοβάμαι. Απλώς κουράζομαι. Με κουράζει καμιά φορά έτσι που κάνει».
«Πώς έτσι δηλαδή;».
«Ε, όταν τον πιάνει λύσσα, με κουράζει. Ρουφάει τα σάλια του με κλειστά σφιχτά τα δόντια. Κι ακούγεται ένας ήχος σαν ποτάμι που γυρίζει πίσω. Αυτό».
«Αυτό μόνο;».
«Αυτό. Και νιώθω τα μάτια του να σπιθίζουν κι αρχίζει να μιλάει πολύ δυνατά και γρήγορα και κουνάει και τα χέρια του συνέχεια λες και κάνει κούπε πε σ’ ένα αόρατο μωρό».
«Για να μη σε δαγκώσει όλ’ αυτά;».
«Γι’ αυτό. Αλλά με εξυπηρετεί. Με περιμένει να τελειώσω απ’ τις δουλειές μου, με πάει στο γραφείο και με φέρνει. Απ’ όπου είναι, έρχεται όταν τον χρειαστώ. Μου φέρνει πράγματα…»
«Πράγματα».
«Ναι, μου φέρνει διάφορα, πρώτης ανάγκης, ξέρεις, αυτά που πάντα ξεχνάμε να αγοράσουμε και είναι τα πιο σημαντικά. Έχουμε θυμηθεί φερ’ ειπείν το ταμπάσκο κι έχουμε ξεχάσει το χαρτί υγείας.»
«Κι αυτός σου φέρνει το χαρτί υγείας. Το κωλόχαρτο σου φέρνει».
«Ναι, το κωλόχαρτο μου φέρνει».
«Χωρίς να του το ζητήσεις».
«Καμιά φορά και χωρίς να του το ζητήσω».
«Μάλιστα. Ρε το λυκάνθρωποοο».
«Και λουλούδια μου φέρνει. Κόβει λουλούδια και μου φέρνει κάθε πρωί. Ή άλλοτε ένα μπουκάλι σπάνιο κρασί. Και κρέας».
«Φαντάζομαι θα’ ναι καλός στο να διαλέγει κρέας».
«Είναι, ναι. Μόνο το κρέας που φέρνει αυτός μπορεί να είναι τόσο κόκκινο. Το τρως και γίνετ’ όλο αίμα».
«Και πόσο συχνά τον πιάνει λύσσα; Θέλω να πω...αναλογικά με το πόσο συχνά τον βλέπεις…εννοώ, αξίζει τον κόπο όλο αυτό που περνάς;».
«Κάθε μέρα τον πιάνει λύσσα».
«Φαντάζομαι τουλάχιστον μία φορά τη μέρα».
«Πάνω από εβδομήντα».
«Τι να σου πω παιδάκι μου…»
«Και προχτές, που έβρεχε, μου έφερε ομπρέλα γιατί φαντάστηκε ότι δεν θα είχα, όπως και δεν είχα».
«Τι λες;».
«Τα προλαβαίνει όλα. Εμένα, τις επιθυμίες μου, ακόμη και τα μετεωρολογικά φαινόμενα. Δεν ξέρω τι να κάνω. Θα ήθελα να μπορούσα να μην τον ξαναδώ. Αλλά χωρίς αυτόν σίγουρα θα είχα κρυολογήσει, θα ήμουν κάθε λίγο στο σούπερ μάρκετ, θα ξεροστάλιαζα στα λεωφορεία και τα βάζα μου θα ήταν άδεια. Α! Δεν σου είπα: Τις προάλλες μου έφερε ένα καλσόν, ακριβώς στο νούμερό μου. Μαύρο δίχτυ. Μέχρι και πλαστικό σουπλά σε σχήμα πορτοκαλιού μου έχει φέρει, για να κόβω το πρωί τα πορτοκάλια μου. Χώρια ότι όταν πηγαίνω για δουλειά σε κακόφημη περιοχή, με περιμένει από κάτω μέχρι να τελειώσω, για να μη φύγω μόνη μου. Κι όλες μου τις ηλεκτρικές συσκευές και τα βιβλία, αυτός τα μετακομίζει κάθε φορά που αλλάζω στέκι. Και αλλάζω συχνά».
«Αλλά λυσσάει».
«Λυσσάει, ναι. Η φυσική του κατάσταση είναι να είναι λυσσασμένος. Τα φρύδια του είναι πεταγμένα έξω από τη λύσσα, τα ρουθούνια του ανοιγοκλείνουν συνέχεια και δεν μπορεί να μείνει στιγμή ακίνητος. Κάνει σα μύδι ζωντανό όταν του ρίχνεις λεμόνι».
«Είμαι σίγουρος ότι μόνον εσύ τον ανέχεσαι. Γι’ αυτό και έχει τόσο ελεύθερο χρόνο».
«Τι να πω, μπορεί. Α! Και θερμός με καφέ μου είχε φέρει τότε που…»
«Φτάνει. Σκασμός. Αρκετά. Κατάλαβα».
«Δεν κατάλαβες. Δεν κατάλαβες τίποτα. Η εμμονή του για μένα στραφταλίζει μες στη νύχτα σαν πυγολαμπίδα. Αλλά το χειρότερο απ’ όλα, ξέρεις ποιο είναι; Το χειρότερο απ’ όλα είναι, ότι λέει διαρκώς απαίσια αστεία. Εντελώς κακόγουστα και χοντροκομμένα. Ούτε ένα πεντάχρονο δεν θα γελούσε με αυτά του τα αστεία. Ούτε άνθρωπος με νοητική στέρηση».
«…»
«Και με κοιτάει μες στα μάτια όταν τα λέει».
«…»
«Και δεν σταματά να με κοιτά, αν δεν γυρίσω να τον κοιτάξω και δεν γελάσω».
«…»
«Και το καταλαβαίνει όταν γελάω συγκαταβατικά. Και δεν ηρεμεί. Δεν ησυχάζει με τίποτα».
«…»
«Και θέλει να γελάσω με την ψυχή μου. Να τον κάνω να νιώσει πνευματώδης και σημαντικός. Πως δεν είναι ένας απλός λυκάνθρωπος - αχθοφόρος, πως έχει και περιεχόμενο. Αλλιώς δεν σταματά να με κοιτάζει. Με κοιτάζει και είναι έτοιμος να μου χιμήξει. Κάθε φορά λέω, “θα εξαφανιστώ”. Και κάθε φορά, μου προκύπτει μια ανάγκη. Μια άμεση και επείγουσα ανάγκη μες στη νύχτα. Και ξέρεις, είμαι μόνη μου. Πρέπει όλα να τα κάνω μόνη μου».
«Και παίρνεις το λυκάνθρωπο».
«…»
«Και του δίνεις χώρο. Του δίνεις την ικανοποίηση ότι τον χρειάζεσαι. Ότι σου είναι απαραίτητος».
«…»
«Κι ο κύκλος του αίματος συνεχίζεται. Κλείνει κι ανοίγει νέος».
«…»
«Κι αυτός μπήγει νικητής τα νύχια του στον αέρα, όπως κάποιος άλλος ας πούμε στη θέση του θα έτριβε τα χέρια του».
«…»