Θέλησα να κοιμηθώ. Είχα ανάγκη να κοιμηθώ, να μπω στο τούνελ του ύπνου. Μα ένας γέρος έπεσε με το ποδήλατό του στην άσφαλτο μπροστά στο σπίτι μου. Έτρεξαν οι γειτόνισσες και άρχισαν να σκούζουν.

Ένας γέρος έπεσε με το ποδήλατό του στην ανηφόρα μπροστά στο σπίτι μου, τη στιγμή ακριβώς που είχα ανάγκη να κοιμηθώ.

Ο ίδιος δεν ακούστηκε καθόλου. Μόνο οι στριγγιές της περιέργειας των γειτονισσών.

Ένιωσα άσχημα. Όχι επειδή ήθελα να κοιμηθώ, τη στιγμή που ένας γέρος με ποδήλατο είχε μόλις χάσει την ισορροπία του ακριβώς μπροστά στο σπίτι μου. Ένιωσα άσχημα γιατί το γεγονός αυτό αποτέλεσε αντιπερισπασμό στον ύπνο που τόσο είχα ανάγκη. Ενοχλήθηκα.

Σκεφτόμουν ότι θα ήταν καλύτερα για τον ύπνο μου το ατύχημα αυτό να μην είχε συμβεί. Σκεφτόμουν ότι θα ήταν έστω καλύτερα να είχε συμβεί κάποια άλλη στιγμή. Κάποια φερ’ ειπείν στιγμή που θα έλειπα από το σπίτι. Οποιαδήποτε άλλη στιγμή, πέραν αυτής που ήμουν έτοιμη ν' αποκοιμηθώ.

Ο γέρος κι ο κάθε γέρος έχει ζήσει τη ζωή του. Όμως εγώ, χρειάζομαι ξεκούραση για ν’ αντέξω. Δεν χρειάζομαι φασαρία, ούτε τύψεις χρειάζομαι. Ούτε πλαδαρές γειτόνισσες.

Και ναι μεν ο γέρος δεν φώναξε, δεν ακούστηκε καθόλου, ήταν εκείνος όμως που άθελά του προκάλεσε αιτιωδώς όλο αυτό το σούσουρο, μέρα μεσημέρι, πέφτοντας με το ποδήλατό του στην ανηφόρα κάτω ακριβώς απ' το παράθυρό μου κι ενώ προσπαθούσα να κοιμηθώ, γιατί ίσως μου έμενε λίγη ζωή ακόμη και έπρεπε να ξεκουραστώ για να την αντέξω.

Οι γειτόνισσες ακούγονταν σα να μιλούσαν μια γλώσσα φωνηέντων που μόνον οι ίδιες καταλάβαιναν. 

Ποτέ δεν νοηματοδότησα τη ζωή μου από το πέσιμο κάποιου άλλου. Έμαθα από νωρίς πως το πέσιμο καθενός είναι προσωπική του υπόθεση. Κάτι σαν το ξύρισμα ή το κατούρημα.

Ακόμη κι αν φωνάξει σε βοήθεια ο όποιος πεσών, στην πραγματικότητα, το μόνο που θέλει, είναι να μείνει μόνος. Για την ακρίβεια, θα προτιμούσε να μην τον είχε δει κανείς.

Όλα αυτά τα σκεφτόμουν, ελπίζοντας ότι θα έληγε το θέμα κι ότι θα αποκαθίστατο η ησυχία. Ήταν σκέψεις δηλαδή, για να περάσει η ώρα και να μην χρειαστεί να σηκωθώ και να κλείσω το παράθυρο και να διαπιστώσω ότι ήταν μάταιο τελικά αφού η φασαρία όταν έχει ανάγκη κανείς να κοιμηθεί, διέρχεται κι απ’ τα πιο στενά περάσματα..

Μα ο κόσμος συνέρρεε σα μύγες πάνω από το γέρο, κάνοντας πρόχειρες διαγνώσεις στη γλώσσα με τα φωνήεντα και στερώντας του το οξυγόνο, εις βάρος πάντα του ύπνου μου.

Ο κόσμος συνέρρεε πάνω από το γέρο, λύνοντας έτσι το πρόβλημά του, που ήταν η έλλειψη θέματος συζήτησης. Ο κόσμος, γυρνώντας σπίτι του, Σάββατο απόγευμα πια, θα είχε ένα περιστατικό να διηγηθεί κι έτσι ο χρόνος θα κυλούσε. Ο χρόνος θα κυλούσε πιο ομαλά χάρη στο γέρο και το σπασμένο του ποδήλατο, που αλλού είχε βρεθεί η σέλα, αλλού το τιμόνι και πουθενά οι ακτίνες.