Το καλοκαίρι είναι μια παρηγοριά. Η κάφτρα του ήλιου σιγοτρώει το σκοτάδι, μπολιάζει με φως τις ερεβώδεις ραγάδες μιας νύχτας γαλακτερής, πάνω στα μοναξιασμένα σεντόνια που υποκρίνονται τον έρωτα. Είναι και τα σώματα τόσο παραδομένα, τόσο δεκτικά. Μια γάμπα νευρώδης καταστρέφει τον καθημερινό κάματο· η λειασμένη σπηλιά της μασχάλης εγκολπώνει το μικρό θαύμα μιας ρυθμικά κορυφούμενης ανάσας· το ματάκι της κρεατένιας κερκόπορτας που αλυχτά για το γκρέμισμά της, φεγγοβολά κάτω από το μουσκεμένο παρδαλό ύφασμα· στα ρείθρα των χειλιών διψά η αγριάδα της προσμονής και περιμένει τη νέα υγρασία της φενακισμένης υπόσχεσης· οι τρυφερές πανοπλίες του θέρους, διάτρητες καλωσορίζουν τους σανδαλοφόρους κατακτητές τους· κεχριμπαρένιοι μηροί ευαγγελίζονται μονόπρακτα φρενιασμένου έρωτος, ατομικές νησίδες επαγγελίας. Πόσοι συμβολισμοί για να υμνηθεί το πολυπλόκαμο αγκάλιασμα της σάρκας με τη σάρκα, η ξέφρενη εύρεση, το ιλιγγιώδες χάσιμο. 

Δεν τις υπολογίζω αυτές τις νύχτες, δεν τις λογαριάζω στο παθητικό μου ούτε τις στριμώχνω λάθρα στο ενεργητικό μιας ζωής κάμποσων χιλιάδων ενσήμων. Οι άλλες με τρομάζουν, εκείνες οι αξημέρωτες που δεν φιδοσέρνονται στο άτριχο στέρνο της ηδονής, που δεν πληγιάζουν τα γόνατά τους σε διάπυρες πλάτες ερωτιδέων τρωγλοδυτών. Εκείνες οι νύχτες που χτίζουν τα θεμέλια της αυτοματοποιημένης συνήθειας και μας παίρνουν απ’ το χέρι για να μας οδηγήσουν στις άλλες τις βιοκτόνες, τις αργόσυρτες μέρες που μας χαραμίζουν.

Και καταντούμε να μετρούμε τις ζωές μας με τις νύχτες που πιο αυθεντικά, ειλικρινώς αισθαντικά ξομπλιάσαμε τα κορμιά μας με το ιαματικό άγγιγμα, το αντιβιοτικό για το τετριμμένο, το αναπεπταμένο για τη διψώσα μας ψυχή.