Η μαγεία μεταφέρεται αυτή τη φορά στον τελευταίο όροφο ενός καφέ. Μικρό, όπως εμείς, μεγάλο όπως η αγάπη μας για το τάνγκο. Ξύλινο πάτωμα για ν’ αντέχει τους κραδασμούς και μπαρ γεμάτο από νοστιμότατα σπιτικά κέικ και φρούτα που τα φέρνουν οι θαμώνες.

Εκεί μέσα για μια ακόμη φορά ξετυλίγονται ιστορίες. Ιστορίες για έρωτες που χάσαμε, για άλλους που δεν γνωρίσαμε, για εκείνους που έρχονται.

Με επίκεντρο τον έρωτα χορεύουμε. Σαν να τον ξέραμε από πάντα· σαν να θέλουμε να γνωρίσουμε μόνο αυτόν. 

Στο τάνγκο δεν υπάρχει πριν, ούτε μετά. Υπάρχει μόνο το τώρα. Στο τώρα, κορμιά τυλίγονται, ακουμπιούνται, παραδίνονται σε μια δίνη μουσικής, χορού, πάθους, διάθεσης, έρωτα. Τα μάτια κλείνουν, οι αισθήσεις οξύνονται, το όνειρο ξεκινάει.

Και κάπου εκεί, σαν αναλαμπή ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, βλέπουμε τον εαυτό μας, όχι όπως θα θέλαμε, αλλά όπως ακριβώς είναι. Χωρίς μάσκες, γήινο, αληθινό, αγνό, συμπαγή.

Το τάνγκο μας αποκαλύπτει το πρόσωπό του κι εμείς το δικό μας σε μας.

Και μέσα απ’ αυτή την αποκάλυψη- ανακάλυψη έρχεται η ένωση που οδηγεί έστω και σε μια ολιγόλεπτη ευτυχία.

Το “Tango Café”, “Mia Vida” ανοίγει τις πόρτες του και την καρδιά του σε μας μία φορά τον μήνα στο κέντρο αυτής της πολύβουης πόλης. Στο Δουβλίνο. 

Και μία φορά τον μήνα, αποκτάμε και πάλι φτερά.