Ύποπτες σιωπές, σε καιρούς σπασμένους, γαζώνουν απομεινάρια του κάποτε γιορτή. Κάτι μόνο ξεσπάσματα ρίγους, ανατριχίλας, όπως αυτά του ύπνου, όταν παρελαύνει ο εφιάλτης, την ώρα που τα κουφάρια, παραβιασμένα, επιστρέφουν στη γη με ξαφνικό θάνατο.

Παγκοσμιοποίηση και βάλε. Πόση άλλη να χωρέσει ο νους του Ανθρώπου; Τεμαχισμένες πόλεις, για καλύτερο έλεγχο τρομοκρατών του τρομοκράτη παγκοσμιοκράτορα.  Σελίδες παμπάλαιων προφητειών του τέλους του οριστικού, ή του τέλους στο γνωστό υπάρχον και της νέας αρχής. Όπως και να είναι ένα τέλος κυριαρχεί και φρίττει. Τέλος στο σύνηθες, κάθε μέρα. Περιφρουρούμενα μυαλά και ψυχές, περιφρουρούμενες επιθυμίες. Κι  όλα λουφάζουν. Σαν ένα απροσδόκητο χαστούκι, από κάποιον αγαπημένο, που αποσβολώνει. Κοιτάς ανήμπορος να εξηγήσεις και καρφώνεσαι στο φαινόμενο του τίποτα. Μετράς νεκρούς και αναρωτιέσαι, αν μετράς σωστά, ή αν σου έμαθαν οι δάσκαλοι καλή αριθμητική. 

Χάνεσαι. Χάθηκες λες, και ίσως μια βουτιά στη θάλασσα να σ’ έφερνε πάλι στην τάξη σου. Μα πάλι στα ίδια και πολύ πιο μέσα στο χάος ακόμη. Μουγκανητά μηχανισμών, που ανίσχυρος εσύ, σε παγώνουν. Μηχανισμοί, που χρόνια στήνονταν κάτω απ’ τα πόδια σου, αλλά οι κρότοι των γιορτών εμπόδιζαν ν’ αντιληφθείς.

Ποτέ δε μιλούσες με ειδήσεις. Γκαζιές άφηνες στις λεωφόρους κι ένιωθες άρχοντας των πάντων. Ήθελαν να νιώθεις άρχοντας τότε. Καλύτερα σε βουλιάζουν τώρα. Παραπαίδι των εποχών, που ήσουν, δεν αντιλήφθηκες την πορεία των γεγονότων. Σε κοίμιζαν με φιέστες. Σε κοίμισαν πολύ. Τώρα σιωπάς. Ακόμη και την ταχυπαλμία σου παλεύεις να σιωπάς. Φοβάσαι. Διστάζεις. Όνειρο, λες, ή ζωή; Η πατρίδα σου, η θρησκεία σου, η οικογένειά σου, το σπίτι σου… Είναι δυνατόν όλα σε έναν ιστό αράχνης να πολτοποιούνται, ενώ ξεφάντωνες και πέταγες στ’ αστέρια; Τ’ αστέρια, εκείνα που σου μάθαιναν στο σχολειό και τα ΄ψαχνες στους νυχτιάτικους ουρανούς, να είναι άραγες αυτά; Τα ταξίδεψες αυτά; Τα κατέκτησες; Τη σελήνη, τον Άρη… Βρήκες το θεό σου; Μπλέχτηκαν πολύ τα πράγματα μες στο μυαλό, και η μια αμφιβολία φέρνει την άλλη. Ποιος είσαι και τι γνωρίζεις; 

Ύποπτες εικόνες σιωπών φονεύουν τον ύπνο σου. Στον ύπνο σε έπιασαν! Ανοίγεις τα μάτια και ουρλιάζεις άκροτα. Αυτοκτονείς άκροτα. Πεινάς άκροτα. Κολυμπάς ξανά, σαν για να πετάξεις από πάνω σου τη βρωμιά, απ’ τα φιλιά της πόρνης, που νόμισες κάποτε δικιά σου. Κολυμπάς μόνος στα βαθιά, ναυαγός της ζωή σου. Σε γέλασε η ζωή, ή την αρνήθηκες;

Ερωτήματα πάμπολλα σε κάνουν να σκίζεις τη θάλασσα με μια ανάσα. Θριαμβεύεις ανάμεσα στα πτώματα των παλιών χρηματισμένων ημερών σου. Μη με ρωτάς πώς… Το βλέπω θριαμβεύεις. Το διαισθάνομαι. Κράτα ανάσες και κολύμπα! Η γνώση είναι μέσα σου, μην την αρνιέσαι άλλο! Είσαι Άνθρωπος. Είσαι εσύ και θα νικήσεις!

Όταν θα δεις το φεγγάρι κρεμασμένο στη βουλή των αχρείων,

εσύ θα ξέρεις…

εκρηκτικός μηχανισμός ο Στίχος σου, που αρνήθηκε να μπουκωθεί το βούρκο κι αντάρτεψε μονάχος…