Χάνω τον έλεγχο. Χάνεις τον έλεγχο. Χάνει τον έλεγχο.

Ξεκινάς να τρέχεις πίσω από κάτι που δε θυμάσαι πια. Μια σειρά από αλλόκοτα βαγόνια παρελαύνουν μπροστά σου σ’ έναν ιλιγγιώδη ρυθμό και είναι αδύνατο να φτάσεις εκεί. Στο μεταξύ τρέχεις, τρέχεις και τρέχεις. Περνάς από μέρη χωρίς να περνάς. Συναντάς ανθρώπους χωρίς να τους συναντήσεις. Ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Ούτε μια μικρή επιφάνεια για να ξαπλώσεις το χρόνο.

Συνεχίζεις να τρέχεις. Ευθυτενής και αλαχάνιαστος. Έχεις επιβάλλει, νομίζεις, το ρυθμό σου στο σφυγμό του σύμπαντος. Είναι για αυτό που διακρίνεις κι άλλους να σ’ ακολουθούν, λες. Τρέχετε όλοι ο ένας πίσω απ’ τον άλλον, ίσκιοι κορμιών, μέσα σ’ έναν αδιευκρίνιστο πανικό. Σ’ ένα άγχος χωρίς ομπρέλα. Κοιτάζεις τη φιγούρα του πισινού σου που σε λίγο τρέχει πλάι σου. Τον παρατηρείς για λίγο. Τα μάτια σου ισορροπούν στην ευθεία του προσώπου του. Και λες, με βοηθάει να ξεπερνάω τον πόνο.

Στο μεταξύ τρέχεις και τρέχεις. Ευθυτενής και αλαχάνιαστος. Μερικοί απ’ τους πισινούς σου χάνουν το βήμα τους κι αρπάζονται από την πλάτη σου. Δεν πειράζει, προσποιείσαι. Δεν θυμάσαι κανένα δέντρο να παραπονέθηκε επειδή ένα σπουργίτι διάλεξε τα κλαδιά του για να περάσει τη μέρα. Όμως η δική σου ιστορία δεν μοιάζει καθόλου με του σπουργιτιού και του πλάτανου. Το ξέρεις.

Συνεχίζεις να τρέχεις πίσω από αυτό που ξεκίνησες και δε θυμάσαι πια. Στο μεταξύ ροκανίζεις με τα δόντια τα μέλη εκείνων που κρεμιούνται από πάνω σου. Με βοηθάνε να ξεπερνάω τον πόνο, ψιθυρίζεις με μια βουβή ενοχή. Και τρέχεις και τρέχεις και στο μεταξύ περνάνε στη σειρά κι αλαχάνιαστες οι μέρες που δεν θα ζήσεις. Που δεν έζησες. Οι τόποι που περνάς χωρίς να περάσεις. Όλα τους άνθρωποι δίχως πρόσωπο.

Συνεχίζεις να τρέχεις. Όχι τόσο ευθυτενής. Όχι τόσο αλαχάνιαστος. Κοιτάς μετά βίας πίσω σου. Κι έχουν πληθύνει αυτοί που σε βοηθούν να ξεπερνάς τον πόνο. Δε θες να τους προδώσεις. Νιώθεις το βάρος τους. Σ’ ακολουθούν, ευθυτενείς και αλαχάνιαστοι, νομίζουν, έχουν επιβάλλει το ρυθμό τους στο σφυγμό του σύμπαντος. Συνεχίζεις πια χωρίς να το αισθάνεσαι. Μια αμαξοστοιχία συρμών στον ίδιο ρυθμό, στην ίδια απόσταση, στην ίδια μοναξιά. Έρημος σ’ όλα αυτά τα ανέγγιχτα που περνάνε. Και λίγο πριν σε διαμελίσει ο σφυγμός του σύμπαντος, δε προλαβαίνεις να σκεφτείς μεγαλύτερη καταστροφή από εκείνη που σου προκάλεσαν όσοι σε βοηθούν να ξεπερνάς τον πόνο…

Χάνω τον έλεγχο. Χάνεις τον έλεγχο. Χάνει τον έλεγχο.

Καθρέφτης > Control του Anton Corbijn