Το γράμμα σου με βρίσκει όρθιο γι’ αυτό σου λέγω καλά. Είκοσι χρόνια μετά, θα σου έλεγα, «με βλέπεις δεν είμαι καλά», είκοσι χρόνια πριν θα το δυσκολοδιάβαζα από τις στάλες δάκρυά μου, που θα διέλυαν τα μπικ του. 

Είσαι οι χρόνοι μου όλοι. 

Το σώμα μου με προδίδει, καλή μου. Ποτέ δεν το πρόσεξα κι εγώ. Μάλλον ήλθε ο καιρός του να μου πει γεια. Δε βαριέσαι· πάλι αν ξαναζούσα, πάλι τα ίδια θα έκανα. Τα πόδια βαριά. Σέρνονται πια στις γραμμές που έχουν αφήσει στο κάποτε, τρέχοντας. Το δεξί έχει σχεδόν παραλύσει. Από τη μέση είναι, λένε. Ας μη σε στενοχωρώ όμως άλλο, μου φτάνει που μπορώ και ζωγραφίζω ακόμα. 

Χθες σε θυμήθηκα -πάντα είσαι στο μυαλό μου- και σου έγραψα. 

 

Παίρνεις θερμά σε γήινες αποχρώσεις και τα απλώνεις άτακτα σε μαύρο καμβά. Άπειρο μάτι δεν ξεχωρίζει τις φόρμες που γεννιούνται.
Που δεν έχει πονέσει μάτι, βλέπει μαύρο… Μαύρα μαζεμένα… Σαν τους θορύβους που το μεγαλώσαν.
Σα να θέλεις να τα χλευάσεις τα μάτια αυτά, βουτάς στα ψυχρά, πάντα μακριά απ’ τις ουράνιες.
Πρώσικο μπλε, φταλικό μπλεπράσινο, πανίσχυρα όπλα σαν την καρδιά που δεν κοιτάζει. Βλέπει!
Οι ζεστές ώμπρες υποχωρούν. Τους χαρίζεις εμπροσθοφυλακή λίγο καρμίνιο. Ανάσα
τους.
Τα πόδια σέρνονται με υγρό τέμπο. Τα αυτιά υπάρχουν μόνο για ν’ ακούς την πόλη δίπλα, μακριά.
Ήσουν πάντα ο τρελός του χωριού. Δεν ήξεραν όμως πόσο.
Νομίζαν, ήθελες να τους προκαλέσεις επειδή απλά ανάσαινες, υπήρχες. Είσαι επικίνδυνος. Άμα πεθάνεις θα λυτρωθούν. Θα καμαρώνουν που σ’ είχαν δει και θα λένε ψέματα σε ‘ξέραν.
Για σένα είναι απλά σχήματα. Κύβοι και κώνοι. Δες τους, μαζεμένοι σαν λάσπη άχτιστη.
Να τα γκρίζα τα χρωματιστά! Πράσινο σαπ, με μπλεδίζον κόκκινο, εκείνο κοντά στα βιολέ. Σου χαμογελούν συνωμοτικά. Σύμμαχοι με όρκους γάμου.
Η τεθλασμένη κορυφογραμμή αχνοφαίνεται.
Τι αρμονική μουσική το πέρασμα σε περισσότερο διάφανη κατάσταση!
Δεν υπάρχει λευκό στη φύση.
Μόνο το λευκό, στα ζερβά που λέει μια φίλη.
Άμα το ξέρεις, γνωρίζεις και το πορφυρό της σκιάς στο χιόνι.
Είναι κόκκινο, δεν το βλέπετε; Σταματήστε μόνο να κοιτάζετε. Δείτε!
Οι ώχρες της Νάπολης όπως τις λέει ο έμπορος. Λάμψη.
Τα κίτρινα από κάδμιο.
Αστραπές ανελέητες.
Η κυράτσα διακρίνει τα σχήματα. Τα κατανοεί, θέλει ν' αγοράσει.
Πτωχή που είστε, κυρία μου.

Φούγκα.
Το κοντραμπάσο λυγίζει τα γόνατα να κρατήσει σταθερά τα βιολιά που θα εκτιναχτούν, σαν ακροβάτης απ τα χέρια του.
Τελευταίες πινελιές. 

Αλεγκρέτο.
Δεν χρειάζεται υπογραφή.



Ήταν η βόλτα μου στο άλσος. 

Παρακάλεσα το ηλιοβασίλεμα, τούτο το καλοκαίρι να έλθεις να σε δω. 

Φιλώ σέ, άγγελέ μου.