«Art Bar Ποιήματα και Εγκλήματα» και το ημερολόγιο δείχνει 25 Ιουνίου 2012. Αναρωτιέμαι τι ώρα και τι μέρα δείχνει το ημερολόγιο της Μελανίππης.

«Καλημέρα. Καλησπέρα. Καληνύχτα.

Καλημέρακαλησπέρακαληνύχτα.

Καλημέρα-σπέρα-νύχτα.

Μερασπερανύχτα».

Η Μαρία Γιαγιάννου δίνει το σύνθημα για την έναρξη μιας υπέροχης παρουσίασης, διαβάζοντας απόσπασμα από τη «Μελανίππη» της. Αυτή μοιάζει να είναι η αρχή της βραδιάς. Της επίσημης πρώτης της «Μελανίππης»· της έκθεσής της στα μάτια φίλων και βιβλιόφιλων που πλημμύρισαν εκείνη την βραδιά το πατάρι του Γαβριηλίδη.   

«Αυτή η πρώτη φορά είμαι μια φορά τόσο πρώτη, τόσο ανάρμοστα ανεπανάληπτη, τόσο τελεσίδικα πρωταρχική, που μου δίνει την αίσθηση ότι ταυτίζεται με το τέλος των πάντων». 

Συναντήσαμε τη Μαρία Γιαγιάννου, λίγες μέρες μετά, επιχειρώντας να μάθουμε πώς αποτυπώνεται λεκτικά ένα μοναχικό σύμπαν όπως αυτό της Μελανίππης, πώς το υπαρξιακό θρίλερ συναντά τον μαγικό ρεαλισμό, πώς οι λέξεις μοιάζουν γιατρικό στους καιρούς μας. Αυτά. Όχι όμως μόνο αυτά.

Η εύθραυστη ισορροπίας ενός κόσμου σπαρμένου με μυθολογικά και φανταστικά στοιχεία· οι γενναίες δόσεις επίκαιρων αναπαραστάσεων που αναδεικνύουν εντέχνως σημαντικές προβληματικές της καθημερινότητάς μας· οι υπαρξιακές αγωνίες μιας οντότητας σε καταστολή· ισορροπούν στο λογοτεχνικό σύμπαν της «Μελανίππης». Μα πάνω και πριν από όλα, η Μελανίππη αφήνει ανοιχτό ένα μεγάλο πεδίο διερεύνησης του επινοημένου· του άλεκτου μα και του εξωλεκτικού· του αδιοχέτευτου και του αυτοπεριοριστικού. 

Τελικά, ακόμα και αν η πόρτα των σπιτιών μας είναι ξεκλείδωτη, δεν είναι νομοτελειακό ότι θα τρέξουμε να την ανοίξουμε…

 

«Αυτή η πρώτη φορά είναι μια φορά τόσο πρώτη, που μου δίνει την αίσθηση ότι ταυτίζεται με το τέλος των πάντων», αναφέρει η Μελανίππη στην αρχή της καθηλωτικής όσο και ιδιότυπης εξομολόγησής της. Θα μπορούσες να προβάλεις τα παραπάνω λόγια στη λογοτεχνία; Κάθε έργο μια πρώτη φορά∙ τόσο πρώτη και τόσο έσχατη ταυτόχρονα;

Ξεκινάμε λοιπόν με αυτή την υπέροχη πρώτη ερώτηση. Αυτό το ξεκίνημα συμβαίνει για πρώτη και τελευταία φορά. Ποτέ δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην αρχή, η πρώτη φορά είναι ήδη τετελεσμένη. Μπορεί μάλιστα αν είναι κάτι το πολυπόθητο, μόλις το κερδίσεις αυτομάτως να ξαναγυρίσεις στο μηδέν. Στον κύκλο της αιώνιας επανάληψης η αρχή και το τέλος συναντιούνται – «θεϊκό φαύλο κύκλο» τον λέει ο Νίτσε – κι εδώ η αιτία (αρχή) μπορεί να ακολουθεί το αποτέλεσμα (τέλος) της. «Αυτό το έργο έχει τελειώσει, σίγουρα όμως δεν έχει αρχίσει!» αναφωνεί ο Ντεγκά μπροστά σε έναν πίνακα ήσσονος αξίας. Με διασκεδάζει αυτή τη φράση. Περιέχει όλη την παραδοξότητα της δημιουργικής διαδικασίας καθώς μάταια επιθυμεί να ολοκληρωθεί σε κάτι τέλειο. Ναι, κάθε έργο είναι μια τελευταία πρώτη φορά, μια επιστροφή στην πρώτη φορά κάποιου άλλου, επιστροφή από κάποιον καινούργιο, που είναι ωστόσο εσύ. Λατρευτές οι πρώτες φορές που μας εξασφαλίζουν την θέα του εαυτού μας καθώς αλλάζει.

Στο βιβλίο, υπάρχουν στιγμές βαθιάς και επώδυνης αλήθειας. «Δεν κλαίει, δεν προσεύχεται, δεν ονειρεύεται. Αναγνωρίζω τον τύπο του. Έχει σταθερό ωράριο, δεν εκπλήσσεται, δεν ερωτεύεται παρά μόνο ένα Plasma, τη μεγάλη του τηλεόραση… νομίζει ότι η λογοτεχνία είναι ασθένεια του ήπατος, δεν πίνει, δεν τεμπελιάζει, δεν ιδρώνει, όλα πλυμένα, όλα λυμένα». Πόσο δύσκολο ήταν για σένα να μεταφέρεις -σε ένα κείμενο με πολλά στοιχεία φανταστικού και σε μια ηρωίδα αποκλεισμένη από την κοινωνικότητα- ένα πρότυπο συμπεριφοράς απολύτως σημερινό και σύνηθες;

Μπορεί η ηρωίδα να μην βλέπεται... η ίδια όμως βλέπει. Το μεγάλο της παράθυρο, τα μέσα ενημέρωσης, αναλογικά και ψηφιακά, συνθέτουν το Πανοπτικόν της. Η υπερέκθεση των πραγμάτων, την οποία όλοι οι δικτυωμένοι κάτοικοι της μετανεωτερικότητας απολαμβάνουμε, μας επιτρέπει, αν μη τι άλλο, να κοιτάζουμε τις επιφάνειες της πραγματικότητας. Από εκεί και πέρα απαιτείται διορατικότητα ώστε να περάσει κανείς από το διαφανές περίβλημα στο αδιαφανές εσωτερικό. Η Μελανίππη παρατηρεί μεταξύ άλλων και αυτόν τον άνδρα, ο οποίος είναι ακριβώς ανεπίγνωστα εγκλωβισμένος στην επιφάνεια της ζωής του. Δεν θυμάμαι αν μου ήταν δύσκολο, θυμάμαι πάντως ότι ήμουν υπόχρεη απέναντι στην Μελανίππη να τυποποιήσω αυτόν τον περαστικό, ώστε να την διευκολύνω να τον χλευάσει. Στην πραγματικότητα, αυτό που επιθυμεί όσο τίποτα είναι η κοινωνικοποίησή της και καθόλου δεν θα την ενοχλούσε να είναι το plasma του...

Τελικά τι είναι η «Μελανίππη»; Ένα υπαρξιακό θρίλερ ή ένα μυθιστόρημα μαγικού ρεαλισμού; Πού εντοπίζεις ως συγγραφέας τη σημασία των «σχολών» και των ειδολογικών προσδιορισμών;

Ομολογώ ότι δεν έχω παγιωμένη άποψη περί της καθαρότητας των ειδών. Άλλοτε αντιπαθώ τα υβριδικά πειράματα (συνήθως όταν εκπροσωπούν την αισθητική του ό,τι νά ‘ναι και των ατάκτως ερριμμένων – κυρίως στο θέατρο και τα εικαστικά) και νοσταλγώ την κλασική φόρμα, ενώ άλλοτε διαπιστώνω ότι πολύ συχνά τα θραυσματικά τοπία του μεταμοντέρνου πνεύματος προσφέρουν μια άκρως ποιητική θέα στα βάθη του ανθρώπου. Πάντως, τείνω να πιστέψω ότι μπροστά σε μια ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση καταρρέουν οι ειδολογικοί διαχωρισμοί. Επίσης, κατά την δημιουργική διαδικασία επικρατεί, ας πούμε, η σχολή του Ασυνειδήτου και του Προσωπικού Ταλέντου, που μπορεί να σε οδηγήσει αλλού από εκεί που σκόπευες να πας. Κατά τα άλλα, η ένταξη ενός έργου σε ένα είδος βοηθά να εντοπίσει κανείς τις συγγένειες του με παλαιότερους και σύγχρονους δημιουργούς, πράγμα γόνιμο, και να προσδιορίσει την ταυτότητά του. 

Σε αυτό το πλαίσιο, θα έλεγα ότι η «Μελανίππη» διατηρεί εκλεκτική συγγένεια με τα «θρίλερ» μυστηρίου που χτίζονται γύρω από το (συναρπαστικό) στοιχείο του Ανοίκειου, αλλά και με τον υπαρξισμό, όπως τον βρίσκει κανείς στον Σαρτρ ή τον Μπλανσώ και φυσικά με τον μαγικό ρεαλισμό, ο οποίος με αιχμαλώτισε από παιδί και ταίριαξε με τους τρόπους της φαντασίας μου. Μιας που το στοιχείο του μύθου στην «Μελανίππη» είναι κεντρικό, ας ονομάσω το βιβλίο σήμερα «παγανιστικό ρεαλισμό» (!) Και αύριο βλέπουμε.

Είναι τολμηρό να πει κανείς ότι η «Μελανίππη» πάσχει από ένα σύνδρομο παρόμοιο με το σύνδρομο που ασφαλώς τακτοποιεί την ανασφάλεια μας εντός των ψηφιακών κόσμων που μας περιβάλλουν;

«Δημιουργώντας τον εαυτό μου εκ νέου στο Διαδίκτυο εκτελώ μια χειρουργική επέμβαση, η οποία μάλιστα είναι αναίμακτη και αναστρέψιμη, ενώ μπορώ υπερήφανα να δηλώνω πως είμαι αυτοδημιούργητη» λέει η ίδια. Δεν πρόκειται για σύνδρομο. Πρόκειται για μια εγγενή (ενίοτε και ευγενή) τάση του ανθρώπου να χτίζει το προσωπείο του, να ράβει το κοστουμάκι του και να βγαίνει στον κόσμο. Το ψηφιακό κοστούμι απλώς προεκτείνει το αναλογικό. Ντύνομαι άρα υπάρχω, αν μου επιτρέπεις λίγη καρτεσιανή ενδυματολογία! Ο μόνος τρόπος να «τακτοποιήσουμε την ανασφάλειά μας», όπως πολύ ωραία το έθεσες, είναι να την στήσουμε μέσα στα όρια της προσωπικότητας. Η ίδια η προσωπικότητα είναι ένας ρόλος˙ ο ρόλος της ζωής σου. Η Μελανίππη λοιπόν, που δεν έχει άλλους να την αναγνωρίσουν και άρα να της προσδώσουν κάποια προσωπικότητα, καταφεύγει σε υποκατάστατα ψηφιακά ενδύματα.

Τελικά τι είναι πιο δύσκολο; Η ηθελημένη απόσυρση από έναν ήδη διαστρεβλωμένο κόσμο ή μια εκ γενετής αδυναμία ένταξης σ’ αυτόν; 

Οτιδήποτε ηθελημένο είναι προφανώς ευκολότερο από οτιδήποτε καταναγκαστικό. Βέβαια, όταν μια συνθήκη σε εξαναγκάζει, θέλοντας να διασώσεις τον εγωισμό σου, συχνά θα ισχυριστείς ότι την έχεις ηθελημένα επιλέξει. Αυτή είναι μια υγιής άμυνα που επιπλέον περιέχει και το σπάνιο συστατικό «ανάληψη ευθύνης». Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος που έχει μάθει να λειτουργεί με την εκ γενετής αδυναμία του, δηλαδή έχει στον εφικτό βαθμό συμφιλιωθεί με το άλυτο πρόβλημά του, μπορεί να ενταχθεί στην κοινωνία. Οι θυσίες όμως θα είναι όλες δικές του. Ο κόσμος «των ανθρώπων» δεν έχει προβλέψει για τους αδύναμους. Ιδίως στην αγαπημένη μας πατρίδα. Το κανονιστικό πνεύμα που διακατέχει τις κοινωνικές δομές δεν μετατρέπεται σε όραμα, αλλά αποβάλλει τις μειονότητες και φυσικά κρατάει τα μάτια της κοινωνίας κλειστά μπροστά στα προβλήματα των «αθλίων». Άραγε στην Μαδρίτη ή στο Λονδίνο υπάρχουν περισσότεροι τυφλοί και ανάπηροι απ’ όσοι στην Ελλάδα; Αμφιβάλλω. Μάλλον οι δικοί μας έχουν μάθει να κρύβονται. Αν βγουν, ποιος θα τους κοιτάξει πραγματικά (με την έννοια του “look”, αλλά κυρίως του “look after”); Σε σχέση τώρα με τον εκούσιο αναχωρητή, νομίζω ότι ο αναχωρητισμός του είναι ένα μίγμα προθέσεων παραίτησης και επανεκκίνησης. Φεύγει απ’ τους ανθρώπους για να αγαπήσει ξανά τους ανθρώπους.

«Δεν υπάρχω. Είμαι επινοημένη. Και, πιο συγκεκριμένα, έχω επινοήσει τον εαυτό μου. Έχω επινοήσει τον εαυτό μου και δεν υπάρχω». Τελικά η φαντασία ή η πραγματικότητα είναι η πιο επώδυνη αυταπάτη;

Η φαντασία λειτουργεί ως αυταπάτη στα σημεία που συνδέεται με την εθελοτυφλία ή με την ψυχασθένεια, δηλαδή όταν απορρίπτει την επίγνωση της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα, χωρίς την ανθρώπινη φαντασία, είναι αυτό που είναι˙ ένα πράγμα σκέτο, επίπεδο, σκληρό, ανούσιο. “It don’t mean a thing if it ain’t that swing”… όπως είπε και ο Ντιούκ Έλιγκτον. Όταν όμως η φαντασία βουτάει στο εσωτερικό της πραγματικότητας, τότε της αποσπά την ομορφιά της ζωής. Η ζωή είναι δώρο μόνο όταν η φαντασία είναι ταυτόχρονα αναλυτική και διορθωτική.

Οι λέξεις -όταν αποτυπώνονται- αποτελούν προσομοίωση μοναξιάς ή δρόμο απέκδυσής της;

Ακόμα και στα πιο ερμητικά κείμενα, ακόμα κι όταν την επαληθεύουν, πιστεύω ότι οι λέξεις είναι το αντίδοτο της μοναξιάς. Γι’ αυτόν που τις γράφει, για εκείνον που τις διαβάζει, γι’ αυτόν που τις προφέρει, για εκείνον που τις ακούει. Η μόνη περίπτωση όπου οι λέξεις ενισχύουν τη μοναξιά είναι στην περίπτωση του ξενόγλωσσου μετανάστη. (Ή όταν τα status σου δεν παίρνουν πολλά like).

«Κι ας μην υπάρχω πουθενά, υποφέρω. Υποφέρω πολύ αληθινά». Ο πόνος της Μελανίππης, προκύπτει από ένα «είναι» φυλακισμένο εκ των συνθηκών ή από ένα γλωσσικό σύμπαν που δεν επικοινωνείται με τον έξω κόσμο, παρά γίνεται σαΐτες και τσαλακωμένα χαρτιά; 

Ο πόνος της Μελανίππης προκύπτει από έναν κυριολεκτικό σωματικό διχασμό, ο οποίος είναι μια αναγωγή του ταλαιπωρημένου μυαλού της. Το λεγόμενο Πρόβλημα Νου – Σώματος που μας θέτει η φιλοσοφία είναι η Μελανίππη. Ο πόνος που προκύπτει από αυτό το φυλακισμένο «είναι» (και κυρίως από την καταστολή ενός αδιάλλακτου ένστικτου) μετουσιώνεται σε λέξεις προκειμένου να εκλογικευτεί κι έτσι να γίνει υποφερτός. Οι λέξεις μπαίνουν σε σαΐτες και αυτές με τη σειρά τους φεύγουν για να συναντήσουν τον έξω κόσμο. Ένας φίλος (γεια σου, Διαμαντή) εύστοχα μου επεσήμανε ότι οι σαΐτες λειτουργούν σαν άγκυρες που και πάλι την καθηλώνουν στον εαυτό της.

Ανείπωτο - ειπωμένο | Βιωμένο - αβίωτο | Ρεαλιστικό -φανταστικό: ποιος είναι ο ρόλος που η λογοτεχνία αναλαμβάνει να διαδραματίσει στην παραπάνω τριπλέτα αντιθέσεων;

Αυτό είναι θέμα για κοτζάμ διατριβή. Εντάξει, εντάξει... θα απαντήσω όσο πιο σύντομα μπορώ. Η πρώτη σκέψη που μου ήρθε ήταν να διαλέξω από τα προτεινόμενα δίπολα τον αγαπημένο μου πόλο. Αυθόρμητα διάλεξα: το Ανείπωτο, το Βιωμένο και το Φανταστικό. Εκ των υστέρων ας ερμηνεύσω την επιλογή μου: το Ανείπωτο στην ύψιστη μορφή αφήγησης το έχω συνδέσει με τον υπαινικτικό Χένρι Τζέημς˙ θέλει μεγάλη τέχνη για να μην πεις αυτό για το οποίο μιλάς κι ωστόσο να κρατήσεις αμείωτο το ενδιαφέρον. Ύστερα, το Αβίωτο (με την έννοια αυτού που δεν μπορεί να βιωθεί) δεν μ’ ενδιαφέρει. Δεν ανήκει ούτε στη σφαίρα της νόησης ούτε του σώματος. Άρα επιλέγω το Βιωμένο με τα μπούνια (ό,τι κι αν είναι τα μπούνια). Τέλος, το Φανταστικό είναι η τέλεια δίοδος... είσοδος και έξοδος από την πραγματικότητα, κατά βούληση.

Προφανώς, όπως σε κάθε τραμπάλα, κάθε πόλος θα κατέρρεε χωρίς τον αντίθετό του. Ίσως το κοινό που έχουν τα στοιχεία της τριπλέτας που έθεσες να είναι το εξής: Μέσω της λογοτεχνίας, ο ένας πόλος βοηθάει τον άλλο να ορθωθεί. Η λογοτεχνία λέει το ανείπωτο, μετατρέπει σε βίωμα το αβίωτο και κάνει πραγματικότητα το φανταστικό. Ή μήπως «ξελέει» το ειπωμένο, αναιρεί το βιωμένο και διαλύει την πραγματικότητα μέσα στη φαντασία; Οπ! Το Άλυτο μόλις ξεπρόβαλλε από τη γωνία...

Αρκεί τελικά ένα πόμολο για να ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού σου;

Η Μελανίππη προσπαθεί να δώσει την απάντησή της σε αυτό το ερώτημα. Σε κάποιους ανθρώπους χρειάζεται αληθινό κουράγιο για να χρησιμοποιήσουν το πόμολο. Η πόρτα ανοίγει μόνο με προσωπικό σθένος και κόστος. Υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις...  όπως τούτη εδώ η πόρτα του ΝΤΟΥέΝΤΕ, που κάποιος την ανοίγει ευγενικά για κάποιον άλλο, εν προκειμένω εσύ για μένα, αγαπητή μου Μαίρη Κλιγκάτση. Σ’ ευχαριστώ για τις γοητευτικές σου ερωτήσεις. Για ακόμα μια φορά φοβάμαι πως ξεπέρασα το όριο των λέξεων (αν το όριο αυτό μπορεί ποτέ να ξεπεραστεί). 

 

 Προφίλ

ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΓΙΑΝΝΟΥ

Η Μαρία Γιαγιάννου (1978) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ, Πολιτιστική Διαχείριση και Φιλοσοφία της Τέχνης. Αρθρογραφεί για θέματα τέχνης και πολιτισμού στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο και ασχολείται με την επιμέλεια εκθέσεων. Έχει εκδώσει μια συλλογή έμμετρων διηγημάτων με τίτλο «Ο ταξιδιώτης του Άλλοτε» (Κάκτος, 2006). Τρεις θεατρικοί της μονόλογοι έχουν παρουσιαστεί στο βαριετέ «Μιούζικαλ Τσέπης» (2009-2010) και το θεατρικό της έργο «Εκτός Εαυτού» (2010) στο θέατρο «Συν Κάτι».

Διατηρεί το μπλογκ «Η Γραπτομηχανή της Μ».