Ρώτησα στη γραμματεία της εισαγγελίας να μάθω τι είχε διαπράξει. Οι υπάλληλοι δεν χρειάστηκε να συμβουλευθούν το κατηγορητήριο, μόνο με το όνομα θυμούνταν την περίπτωση απ’ έξω, ανακατωτά και ανά πάσα στιγμή: Κατηγορούνταν ότι είχε πατήσει με το αυτοκίνητό του έναν άνθρωπο, ένα τραβεστί. 

«Α.... δηλαδή, τροχαίο...» είπα ξεφυσώντας και σχεδόν διεκπεραιωτικά, «σωματική βλάβη εξ αμελείας». 

«Όχι, όχι έτσι ακριβώς», απάντησαν εκείνοι ανεπαισθήτως ειρωνικά και με μια νοσηρότητα στην προσωδία του «όχι». 

«Μα τότε, πώς; Πώς αλλιώς; Πώς αλλιώς, αν όχι έτσι;»

«Ο δράστης», είπαν, «έβαλε μπρος, πάτησε το τραβεστί που έπεσε στο οδόστρωμα, μετά έβαλε όπισθεν και μετά πάλι πρώτη και ξαναπάτησε το θύμα και μετά πάλι όπισθεν και πάλι πρώτη, μαρσάροντας ακόμα περισσότερο. Κι αυτό επαναλήφθηκε τέσσερις ή πέντε φορές, δεν είναι σίγουρο. Οι πραγματογνώμονες μετράνε ακόμη τα ίχνη από τα ελαστικά πάνω στο σώμα του τραβεστί και τις κακώσεις για να καταλήξουν».

«Και τώρα;»

«Τώρα.. .τι τώρα. Τώρα είναι μέσα». 

«Το ξέρω ότι είναι μέσα».

«Ε, και τι θέλετε; Οι μέρες και ώρες των επισκεπτηρίων είναι αναρτημένες».

«Κι αυτό το ξέρω». 

«Μα ποια είστε τελοσπάντων, όλα τα ξέρετε». 

«Τι γίνεται από δω και πέρα, αυτή είναι η ερώτησή μου. Και πώς είναι δυνατόν να κρατείται χωρίς να έχει απολογηθεί».

«Κοιτάξτε. Για την οικονομία της προδικασίας, με συνοπτικό τρόπο και εντελώς προσωρινά, οδηγήθηκε σε σωφρονιστικό κατάστημα. Εκεί, είναι ασφαλής».

«Ασφαλής;»

«Ακριβώς. Δεν πρόκειται να του συμβεί τίποτε, ούτε καν να τον πιάσει κρίση. Το έχουμε διασφαλίσει πλήρως αυτό». 

«Πώς; Μα τι μου λέτε επιτέλους;»

«Σας είπαμε, το θέμα έχει διευθετηθεί. Βρήκαμε παλιούς του συμμαθητές και φίλους απ’ το στρατό και τους ζητήσαμε να παίξουν τον ρόλο των κρατουμένων. Έτσι έχει συντροφιά, συζητάνε για τα παλιά και ξεχνιέται. Δεν έχει καν συνειδητοποιήσει ότι κρατείται».

«Τι νομίζει δηλαδή; Ότι έχει πάει εκδρομή; Ότι συμμετέχει σε κατασκήνωση επανασύνδεσης παλιών γνώριμων; Και θέλετε να μου πείτε ότι είναι καλό αυτό; Το ότι δεν έχει επίγνωση της κατάστασης;»

«Και τι θα άλλαζε αν ήξερε; Ποιο θα ήταν το όφελος; Δεν μας χρειάζονται άλλοι μανιακοί και τα ηρεμιστικά, ξέρετε, στοιχίζουν. Προτιμήσαμε να δώσουμε ένα μικρό φιλοδώρημα στους παλιούς του συμμαθητές και φίλους. Άλλωστε ήταν ελάχιστοι».

«Θέλω να απευθυνθώ στον εισαγγελέα».

«Πρώτον, απουσιάζει. Δεύτερον, και να μην απουσίαζε, θα σας έλεγε ακριβώς τα ίδια. Εντολές του εκτελούμε. Σας λέμε μην ανησυχείτε. Απόψε μάλιστα θα διοργανωθεί κάτι σαν δεξίωση για το υποτιθέμενο reunion. Στο προαύλιο της φυλακής θα υπάρχουν χάρτινα στολίδια και υπερμεγέθεις τούρτες φιστικιού…»