Το είδωλό μου με περιγελάει. Μόνο οι λέξεις σού μείνανε, με εξυβρίζει. Νομίζει ότι είναι παντοδύναμο γιατί δεν το σέρνει η ύλη με τους αδιάσειστους νόμους της. Σύντομα, όμως, χάνεται μέσα στα θολά περιγράμματα της λερής πλατείας της Παναγίας Δέξιας, σβήνει πάνω στα τρυπημένα μπράτσα των παιδιών που ζουν στους χημικούς παραδείσους τους με δόσεις για ίδια και αποκλειστική χρήση, αναμετράται με τις χρυσές κοιλιές των ενεχυροδανειστηρίων που πήραν τη θέση καταστημάτων εκκλησιαστικών ειδών και σπάει σε μικρά αθέατα κομμάτια πάνω στις πλαστικές ασπίδες των ανθρώπων με τα χακί που λήγουν μια ακόμη κατάληψη στη μικροαστική αξιοπρέπειά μας.

Αυτό κι εγώ συμπορευόμαστε τώρα που άδειασαν οι δρόμοι και τα λεωφορεία άεργα φιδοσέρνονται στα στενά με τα πτωχευμένα εμπορικά. Έχω τις λέξεις μέσα στο κεφάλι μου, όπως όλοι, και μπορώ να τις κάνω οπή φωτός και κελύφη μιας σκέψης επαναστατικής και παρηγοριά για τους ερωτευμένους Συρανό που εγκαταβιούν σε μια θαμμένη και εμφατικώς απαρνημένη επιθυμία, του απολογούμαι. Δεν παίρνει από λόγια, όχι αυτά της συναλλαγής και της άχαρης ζωής, του συμβιβασμένου βιοπορισμού. Μου σηκώνει το δάχτυλο και μου υπενθυμίζει τις κεφαλές, τα δυσθεώρητα ύψη που ποτέ δεν θα διαβεί η μικρή μου διάνοια, στριμωγμένη σ’ ένα σιδερένιο γραφείο, λιγωμένη από μια παιδική αγκαλιά, παραπαίουσα μέσα στην ασθμαίνουσα κατσαρόλα που ορρωδεί πάνω από ένα αθάνατο κυκλώπειο μάτι.

Ας είναι, συμβιβάζομαι. Εγώ θα κατέβω εδώ, στάση Κολόμβου σε μια Αμερική τόσο κοινότοπη κι αυτό θα προχωρήσει, να πληγώνει με τις γραφίδες του τις μέρες του χαμού μας. Όσο θα υποκρίνομαι κοινωνικά χαμόγελα και ασπασμούς με την κανονικότητα, αυτό ελευθερωμένο θα πλανιέται πάνω από το φάσμα της πόλης, σέρνοντας τους δερβίσικους ομόκεντρους χορούς του και καταστρέφοντας τις μήτρες μιας ζωής που κάποτε πιστέψαμε ότι αυτονόητα μας άξιζε.