Σκέφτηκε όσα πέρασαν, όσα χάθηκαν πια στην σκόνη του χρόνου, αναμνήσεις μακρινές, σκόρπιες εικόνες και ήχους, την ώρα που κλεισμένη στο μικρό δωμάτιο, τραπέζια, καρέκλες, μηχανήματα, ένα ψυχρό φως στο ταβάνι, ξέχασε τα πάντα, πάνω τα παιδιά κοιμούνται, παιδιά που ψάχνουν κάποιους στα όνειρά τους, ανθρώπους που χάθηκαν μια νύχτα για πάντα, τους πήρε ο δρόμος, τα οχήματα, οι άνθρωποι, ο άνεμος, ο χρόνος, το μυαλό. Οι δείκτες του ρολογιού αμείλικτοι, όλο γυρνάνε και γυρνάνε, δεν περιμένουν, δε συμβαδίζουν, μόνο τρέχουν, φεύγουν, αφήνοντας πίσω το απόλυτο κενό και διασχίζοντας έναν ωκεανό από άγνωστα τοπία και μακρινά μελλούμενα που κανένας δεν ξέρει και που φοβάται μην του κατασπαράξουν τα σωθικά, αυτά που χρόνια πάλεψε να κρατήσει αλώβητα από την σκουριά του χρόνου, τώρα όλοι έφυγαν, χάθηκαν για πάντα· οι ίδιοι· κι οι υπόλοιποι. Κι όσοι έμειναν, χάθηκαν κι αυτοί, ναι χάθηκαν πίσω, δε θα ξανάρθουν ποτέ, δεν είναι εδώ αυτοί, παρά μόνο η σκιά του εαυτού τους, οι ίδιοι είναι εκεί, πίσω, εκεί θα κατοικούν για πάντα, σαν ξεθωριασμένες όψεις μιας άλλης εποχής που σβήνει όσο οι δείκτες μετρούν τα χρόνια και τα χρόνια στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο, μην μπορώντας να ξεφύγουν από την ατέρμονη διαδικασία της αλλαγής.

Κλειστά ρολά, συναγερμοί, κλειδαριές, προστατεύουν το μικρό δωμάτιο, κωδικοί που δεν σπάει κανείς, κρυφές πτυχές του παρελθόντος, άγνωστες του παρόντος και ενδελεχώς δυνητικές του μέλλοντος στέκονται στα ράφια, φαίνεται μόνο η άκρη τους, στριμωγμένη, επιβλητική, άκαμπτη, τετελεσμένη...