Όταν ήμουν ακόμη παιδί, ο παππούς μου μού είχε πει, «στην ζωή σου μπορείς να καταφέρεις τα πάντα αν πραγματικά το θέλεις, εκτός αν θέλεις να γίνεις τραγουδιστής». Μα εγώ αυτό ακριβώς ήταν που ήθελα˙ μια μέρα να γίνω τραγουδιστής.

Το καλοκαίρι των δεκάξι μου φορούσα μια κιθάρα στην πλάτη και τραβούσα για πρόβα στο σπίτι κάποιου φίλου. Ένιωθα σαν τον Ρίτσι Βάλενς στα πρώτα του βήματα -δεν είχα ακόμα το ταλέντο, μα είχα την ιδέα που λέμε. Το καλούπι. Την κοψιά. Και πίστευα πως θα έφτανα ψηλά. 

Ο πατέρας μου ήταν μαραγκός. Κάποτε σκεφτόταν πως θα τελείωνα το σχολείο και θα ακολουθούσα το επάγγελμα. Μα ποιος έχει όρεξη για δουλεία όταν μπορεί να γίνει διάσημος;

Είχα ακόμα δυο χρόνια στα θρανία, δηλαδή έναν μελλοντικό αιώνα αναμνήσεων μπροστά μου. Και πολλά πράγματα θα συνέβαιναν ως τότε. Θα κοιμόμουν για πρώτη φορά στην παράλια, θα πήγαινα χωρίς τους γονείς μου τις πρώτες διακοπές, θα έτρωγα για πρώτη φορά εκατό παγωτά μέσα σε ένα καλοκαίρι, θα αγόραζα τα πρώτα δερμάτινα παπούτσια μου και το πιο ακριβό κουστούμι από όλα τα παιδία της τάξης. Θα έπαιρνα το πρώτο μου όχι από κοπέλα, το πρώτο μου μάτι σε γειτόνισσα, το πρώτο μου ναι από κοπέλα - μια χόντρη, αλλά και τι να κανείς- ύστερα το πρώτο μου ναι από την κοπέλα που είχα πάρει το πρώτο μου όχι και θα περνούσα από εκείνη και την πρώτη μου ερωτική απογοήτευση, θα σιχαινόμουν όλες τις κοπέλες. Ύστερα θα σταματούσα για πρώτη μου φορά να σιχαίνομαι όλες τις κοπέλες και έπειτα θα τις ξανασιχαινόμουν για πρώτη φορά αφότου είχα σταματήσει να μην τις σιχαίνομαι. 

Ένα πρωί είχα ακούσει την μανά μου να συζητά με τον πατέρα μου. 
«Το παιδί», έλεγε, «Νομίζει πραγματικά ότι θα γίνει τραγουδιστής. Κοιτά όλα αυτά τα πόστερ που έχει στο δωμάτιο του. Όλη μέρα με μια κιθάρα είναι. Πρέπει να τον συνεφέρεις. Πρέπει κάτι να κανείς». 

«Έλα τώρα, ρε γυναίκα» τις απαντούσε ο πατέρας μου. «Τι να κάνω πια. Παιδί είναι». 
«Ναι, αλλά μεγαλώνει. Και τι θα γίνει άμα μεγαλώσει; Ένα τεμπελόσκυλο θα μείνει». 

Εν το μεταξύ, παντού σε όλες τις τηλεοράσεις που υπήρχαν σε όλα τα σπίτια, διάσημοι μουσικοί, διάσημοι ηθοποιοί, καλλιτέχνες, είχανε λεφτά, είχανε γυναίκες, τα είχαν όλα. Είχανε και έναν ευχάριστο τρόπο συμπεριφοράς ο οποίος τους έκανε να περνιούνται για σπουδαίοι. Είχα κι εγώ κάτι, μια γαλβάνιζε ανασηκωμένη μύτη που με έκανε να δείχνω σαν κι αυτούς, είχα και μια κιθάρα που την φόρτωνα στον ωμό και τραβούσα για τον φίλο μου. Κάποτε θα έβλεπα τη φωτογραφία μου σε σκίτσα στους δρόμους, στις βιτρίνες, στους συρμούς του μέτρο, στα διαφημιστικά πλακάτ πάνω από τα μεγάλα εμπορικά. Ακριβώς όπως κι εκείνοι. Θα γινόμουν διάσημος. 

Εκείνη την παραμονή πρωτοχρονιάς έβαλα έναν σκοπό στην ζωή μου. Μέσα σε δυο χρόνια θα έπρεπε να έχω γίνει γνωστός. Δεν ήξερα το πώς, μα έπρεπε να βρω τον τρόπο. Θα ασχολούμουν μόνο με αυτό. Σαν τον Μπομπ Ντυλαν. Στα δεκαοχτώ μου θα ήμουνα πλέον αναγνωρίσιμος. Και ύστερα θα έλεγα την γνωστή ιστορία του παιδιού που ξεκίνησε με τρύπιο παντελόνι και την άρνηση των γονιών του, μα τελικά έφτασε ψηλά. 

Το ίδιο καλοκαίρι πήγα κατασκήνωση. Ήτανε η πρώτη φορά που πήγαινα κατασκήνωση από την εποχή που ξεκίνησα να μαθαίνω κιθάρα. Και στην κατασκήνωση θεωρείσαι σπουδαίος άμα ξέρεις κιθάρα. Έπαιζα όλα τα τραγούδια που άρεσαν στα παιδία της ηλικίας μου. Καμία φορά ανάβαμε φωτιά και τραγουδούσαμε στην παράλια. Εγώ καθόμουν στο κέντρο και γρατζουνούσα τις χορδές. Ήταν ακριβώς όπως κάποτε το είχα ονειρευτεί. 

Με μια κιθάρα αγκαλιά μπορείς να δείχνεις όπως θες: πότε να είσαι εύθυμος, πότε μοναχικός. Ό,τι και να γίνει, έχεις με κάτι να ασχολείσαι τέλος πάντων. Σαν το τσιγάρο. Και όλοι οι σπουδαίοι καλλιτέχνες κάπνιζαν. Γιατί ήτανε πολύ μοναχικοί. Και τα παιδία που το έκαναν έμοιαζαν ανεξάρτητα. Ήθελα να είμαι κι εγώ ανεξάρτητος. Οι μουσικοί είναι ελευθέρα πνεύματα. Έκανα προπόνηση στο κάπνισμα στις τουαλέτες. Δεν ήθελα να βήχω σαν βλάκας στην παρέα. Ένας φίλος είχε κι ένα μηχανάκι. Ανέβαινα στο μηχανάκι του φίλου και είχα ένα τσιγάρο στο στόμα, μια κιθάρα στην πλάτη, πολύ κοντό σορτς και άσπρο φανελάκι και έλεγα στους υπόλοιπους, «φεύγω για αλητείες». 

Εκείνο το καλοκαίρι όλες οι κοπέλες προσπαθούσαν να με πλησιάσουν. Εγώ στεκόμουν αγέρωχος. Απλά υπήρχα και ήμουν όμορφος και χαρισματικός. Τα έφτιαξα με την πιο όμορφη της κατασκήνωσης και τα αγόρια ζήλευαν. Όλοι με χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη. Με κάποιον τρόπο την είχα πείσει πως θα γινόμουν πλούσιος. Μάλιστα κανονίζαμε αν το σπίτι που θα μέναμε θα είχε πισίνα. Εμένα δεν μου άρεσαν οι πισίνες. Τις έβρισκα κιτς. Μα μου είχε προτείνει να την κάναμε εσωτερική. Έτσι δεν θα φαίνονταν. Εσωτερική ήτανε καλή ιδέα. 
«Ποτέ υπολογίζεις πως θα είσαι διάσημος;», με είχε ρωτήσει ένα βράδυ. 
«Στα δεκαοκτώ μου. Σαν τον Μπομπ Ντύλαν». 
Ήμουνα ήδη δεκαεφτά. Είχα, λοιπόν, ακόμα έναν χρόνο μπροστά μου. 

Στο σχολείο, οι φίλοι μου διαβάζανε για τις εξετάζεις. Όμως εγώ προγραμμάτιζα τον δρόμο προς την δόξα. Στα τετράδια μου έγραφα στιχάκια. Στο θρανίο έγραφα στιχάκια. Στο σπίτι, έγραφα στιχάκια. Στις κόλλες των εξετάσεων έγραφα στιχάκια. Στις εξετάσεις απέτυχα να μπω σε κάποιο πανεπιστήμιο. Όμως με τα στιχάκια που είχα γράψει είχα εντυπωσιαστεί. Το ίδιο η κοπέλα μου. «Σίγουρα θα γίνεις σπουδαίος», μου έλεγε. 

Μετά τα αποτελέσματα ο πατέρας μου μού είπε: «Τελείωσαν τα ψέματα, θα έρθεις μαζί μου στην δουλεία». Περίμενε μεγαλύτερα πράγματα από εμένα. Αλλά εγώ σκεφτόμουν, θα γίνω διάσημος σε λίγο, πόσο μεγαλύτερα δηλαδή; 

Δεν ήθελα με τίποτα να γίνω μαραγκός. Ίσα-ίσα που θα με καθυστερούσε από τον βασικό μου προορισμό. Έτσι έπιασα δουλεία σε κάτι εφήμερο, ένα παγωτατζίδικο που πουλούσε και hot-dog. Το αφεντικό μου φώναζε γιατί ήμουν επιπόλαιος, αλλά μέσα μου σκεφτόμουν τα μεγαλεία της δόξας μου. Και όταν με έδιωξε τα ίδια σκεφτόμουν. Και στην επόμενη δουλειά επίσης. Ώσπου βρήκα μια θέση σε ένα γραφείο τηλεφωνικής εξυπηρέτησης. Εκεί ήταν αραλίκι. Η εταιρία είχε ανοίξει πρόσφατα και το κτήριο ήταν ολοκαίνουριο, με όλα τα κομφόρ. Δερμάτινα καθίσματα, αναψυκτήριο, τηλεόραση. Επιτρεπόταν ο καφές, επιτρεπόταν το τσιγάρο. Θα εμένα εκεί μέχρι να τα καταφέρω. Σήκωνα απλά ένα ακουστικό και κάποιος με ρωτούσε: Μπορείτε να μου πείτε εάν θα αναχωρήσουν απόψε τα πλοία από το λιμάνι; Κι εγώ έψαχνα στον υπολογιστή και του απαντούσα. 

Εντωμεταξύ η κοπέλα μου σπούδαζε. Τα βράδια με είχε προσλάβει ένα φίλος για να τραγουδάω σε μια μικρή καφετερία και ερχότανε με τους συμφοιτητές της να με δουν. Ήξερα πως οι φίλες της με γούσταραν. Είχα λίγο μακρύ μαλλί. Φορούσα κι εκείνα τα φθαρμένα σακάκια με ξεκούμπωτα μανικετόκουμπα. Κλείναμε το μαγαζί και φεύγαμε όλοι μαζί παρέα, μέσα από τους ήσυχους νυχτερινούς πεζόδρομους. Ήτανε χειμώνας, Χριστούγεννα, και λίγο πριν είχα μπει στα δεκαοχτώ. Όμως θα μπορούσα να τα καταφέρω μέχρι τα εικοσιένα. Όπως ο Τζιμ Μόρισον. 

Στο μαγαζί έπαιζα και δικά μου τραγούδια καμία φορά. Όμως δεν είχαν και τόσο μεγάλη επιτυχία. Μάλλον κάτι τους έλειπε. Χρειαζόμουν περισσότερη εξάσκηση, πιο πολλά βιώματα. Και όλο το βράδυ προσπαθούσα, έγραφα, συνέθετα, συλλογιζόμουν, και πού και πού άκουγα τον πατέρα μου που βλαστημούσε για λίγη ηρεμία. 

Έναν χρόνο αργότερα έξω από την καφετερία ανάρτησαν μια μικρή φωτεινή επιγραφή που έκανε λόγο για ζωντανή μουσική κάθε Σάββατο, Κυριακή και αργίες. Δεν έγραφε βέβαια το όνομα μου, αλλά εάν δεν ήμουν εγώ δεν θα υπήρχε. Οπότε, μιλούσε για εμένα. Έτσι αν κάποιος με ρωτούσε, φερ’ ειπείν, για το τι κάνω στην ζωή μου, εγώ του έλεγα πως ήμουν μουσικός.

Ήμουν είκοσι και βάδιζα για τα εικοσιένα. Και ένα βράδυ η κοπέλα μου είπε πως θα ήτανε καλό να είχαμε και ένα αμάξι. Ως τότε δεν είχα ποτέ μου πρόβλημα με τα οικονομικά. Τα λεφτά που έβγαζα μου έφταναν για να ψωνίζω τα ρούχα μου, να παραγγέλνω φαΐ, να κερνάω ποτά και μου περίσσευαν και λίγα για να σπαταλάω απερίσκεπτα. Όμως για να αγοράσεις αμάξι χρειαζόσουν οπωσδήποτε κάποιο κεφαλαίο. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως θα χρειαζόμουν αμάξι. Αν ήθελα να πάω κάπου, περπατούσα. Εάν ήτανε μακριά, περπατούσα πιο πολύ. Αν ήτανε ακόμα μακρύτερα, χρησιμοποιούσα την συγκοινωνία και αν βαριόμουν, έπαιρνα ταξί. Όμως ο κόσμος εξελισσόταν, εγώ μεγάλωνα, και θα ήτανε καλό να είχα κι εγώ ένα αμάξι. Και ύστερα από έξι μήνες τα κατάφερα. Έπιανα το τιμόνι και τραβούσα για όπου ήθελα. Έλεγα, μανά, φτιάξε μου ένα καφέ, και τον έπαιρνα στο αμάξι μου και έφευγα ή έλεγα στα κορίτσια και τους φίλους όταν σχολούσα απ’ την δουλειά, «θέλετε να σας πάω κάπου με το αυτοκίνητο;». Οι περισσότεροι δεν είχαν αυτοκίνητο. Εγώ όμως είχα. Πετούσα και την κιθάρα μου στο πίσω κάθισμα και ήμουν βασιλιάς, άρχοντας αδερφέ μου.

Είχα πείσει τόσο καλά τους γνωστούς μου πως κάποτε θα γίνω διάσημος, που η κοπέλα μου είχε σταματήσει να παρακολουθεί το πανεπιστήμιο και ερχόταν να με δει στις πρόβες με τους φίλους μου. Και όλο προγραμμάτιζε πως θα ζούμε όταν θα έχουμε πολλά λεφτά. Μα εγώ σκεφτόμουν πως όταν γίνω πλούσιος θα πρέπει να την διώξω, γιατί θα μπορούσα να έχω παραπάνω από μια γυναίκες. 

Στα εικοστά πρώτα μου γενέθλια πήρα το χειρότερο δώρο που θα μπορούσαν να μου κάνουν. Το μαγαζί που έπαιζα μουσική έκλεισε. Κι έτσι έχασα την δουλεία μου, μα το σημαντικότερο σταμάτησα να κάνω το κομμάτι μου. Και η κοπέλα μου μού είπε εκείνο το βράδυ: «Δεν λέω αγάπη μου, θα γίνεις διάσημος, μα μήπως μέχρι τότε θα πρέπει να κανείς και κάτι άλλο στην ζωή σου; Να βγάζεις περισσότερα χρήματα; Και αυτό θα έρθει, στην ώρα του».

Όχι, θα γινόμουν διάσημος μέχρι τα εικοσιτέσσερα μου. Σαν τον Έρικ Κλάπτον. Είχα ακόμη τρία χρόνια. Δεν βιαζόμουν. Προς το παρόν συνέχιζα να δουλεύω στο τηλεφωνικό κέντρο. Με περνάνε τηλέφωνο και με ρωτούσαν: «μπορείτε να μου πείτε εάν θα έχει απόπλου απόψε στο λιμάνι;». Κι εγώ τους απαντούσα. 

Με την μπάντα μου πλέον κάναμε μόνο πρόβες κι εγώ έγραφα καινούρια τραγούδια. Εργαζόμουν σκληρά γι αυτό. Όμως κάτι με άφηνε ανικανοποίητο. Επιθυμούσα πάντα παραπάνω από το αποτέλεσμα που έπαιρνα. Δύσκολα κρατούσαμε ένα κομμάτι για περισσότερο από μια δυο συναυλίες που δίναμε αραιά και που σε τοπικά μαγαζιά. Οι πρώτες μας μάλιστα είχαν μαζέψει κάμποσο κόσμο μα ύστερα και αυτός άρχισε να αραιώνει, αφού οι περισσότεροι ήτανε φίλοι που έρχονταν να μας δουν. Η κοπέλα μου όμως υπήρχε πάντα εκεί, με καμάρωνε, με περίμενε να γίνω αυτό που τόσο ονειρευόμουν, κι αυτό είχε ξεκινήσει κάπως να με αγχώνει. Έπρεπε να το επισπεύσω. Δεν είναι και τόσο εύκολο να γίνεις γνωστός, ξέρεις. Χρειαζόμουν λίγο χρόνο. Γνώριζα πως ήμουνα κοντά. 

Εκείνη άρχισε να παρακολουθεί ξανά τα μαθήματά της. Και τα πήγαινε καλά. Κάπου-κάπου ένιωθα πως είχα μείνει στάσιμος και αν κάποιος με ρωτούσε τι κάνω, ντρεπόμουν να του πω μουσικός, αφού οι συναυλίες που έδινα ήτανε περιστασιακές και σε μικρούς χώρους. Η μόνιμη εργασία μου ήταν ένα μπάχαλο. Και δεν ήξερα λοιπόν κι εγώ ο ίδιος καλά-καλά ποιος ήμουν.

Εντωμεταξύ με το συγκρότημα μαζέψαμε δέκα καλά κομμάτια και μια διασκευή και τα ηχογραφήσαμε. Τα γράψαμε σε ένα cd και το μοιράσαμε σε όλες τις δισκογραφικές. Κουβαλούσα εκείνο το cd πάντα μαζί μου. Το είχα στο αμάξι και καμία φορά το άφηνα να παίζει. Κι έλεγα, αυτό είναι το cd της μπάντας που παίζω. Εγώ γράφω μουσική και στίχους. Το μοίρασα και σε καφετερίες και κάποιους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Ένας από αυτούς μα απάντησε άμεσα μάλιστα, πως σε λίγες ημέρες θα έπαιζε ένα κομμάτι μας. Θυμάμαι πως είχαμε στηθεί όλοι πάνω από το ραδιόφωνο και περιμέναμε. Και πράγματι το έβαλε και όλοι μας χοροπηδούσαμε  από χαρά, ενώ εγώ έκανα πως δεν με ενδιέφερε. Όμως ήτανε το τραγούδι που είχα γράψει και να που τώρα το άκουγα στο ραδιόφωνο. Ήταν σαν μόλις να είχα γίνει πατέρας. 

Η ζωή μου δεν θα ήταν ποτέ πια η ίδια.