Πέρασα από το παγκάκι μας. Πράσινο του Αιγαίου είναι σήμερα. 

Το χάιδεψα. Η σκλήθρα που καρφώθηκε στο νύχι, θύμηση φωνής από ολοκλήρωσή σου. Πλησίασα τα χείλη να πληγωθούν κι εκείνα. Πίσω φωνές ενοχλητικές μύγες.

 «Ο τρελός που μιλάει με το πάρκο». 

Τα μάτωσα. Βρήκα την ευκαιρία. Κόκκινο – πράσινο, θυμάσαι; Συμπληρωματικά είναι σου έλεγα. Που να βρω πράσινο αίμα όταν εσύ γίνεσαι κόκκινη; Μόνο το αίμα μου έμεινε χρώμα κι αυτό ξεθωριάζει από ζωή. Εσύ όμως είσαι όλα τα χρώματα. Εσύ είσαι φως. Κι ας έφυγες.

Δεν έχω άλλα να σε συμπληρώσω να γίνουμε ένα. 

Έχω λόγια. Λέξεις όχι σκιτσαρισμένες με μολύβι σαν τις δικές σου, αλλά πατήματα ανεπαίσθητα - άχαρα, εκατόν είκοσι γράμματα το λεπτό. 

Σήμερα θα στα πω όλα. Ανησυχώ γιατί συχνά σου λέω «θα τα πούμε από κοντά αυτά». Δεν πρόκειται να το επαναλάβω, τώρα είναι η στιγμή μας. Φοβάμαι πια, ανησυχώ αν το δικό σου σύμπαν με περιμένει . Για ποιο «από κοντά» μιλάω;

Δειλός. Ανεπαρκής σου, περνώ κάθε μέρα, σε κοιτάζω και ποτέ δεν σου είπα αλήθεια τι νιώθω για σένα.  

Εσύ είσαι εδώ, θαύμα που συντελείται μόνο για μένα, να μου πεις «ναι, μπορείς, δεν είναι δύσκολο, αλήθεια θέλει μόνο, θυσία θέλει μόνο.

Αλλάζεις χρώματα –ένα κάθε μέρα– αόρατα ακόμα και σε παιδικές ψυχές που παίζουν γύρω σου, ακόμα και σε ερωτευμένους που μουγγρίζουν επάνω σου˙ να τα βλέπω μόνο εγώ. 

Συλλέκτης αγγιγμάτων. 

Μέγας χορηγός ονείρων. 

Διαδραστικές ηδονές που ξεψυχάνε. 

Αυτά είμαι.

Διάβασα τον πρόλογο του βιβλίου που δεν τέλειωσες ποτέ. Ανάγνωση, ή μόλις έφαγα δυο τρία δυνατά χαστούκια; 

Θέλω να σε αρπάξω, μια χουφτίτσα αγκαλιά, να σε σφίξω μέχρι να λιώσεις. Ίσως έτσι μέσα από το υγρό νέκταρ που θα χυθεί γύρω, περάσει έξω και ο πόνος σου. Γιατί υγρός είναι και αυτός κι εκεί κρύβεται. 

Θέλω να ξεριζώσω τα φανταχτερά στολίδια που σου καρφιτσώσαν οι προσκυνητές σου να σε δελεάσουν και να κερδίσουν την εύνοιά σου. Κι εσύ, σαν εικόνα κλαίουσα, τους την χάρισες. Μέχρι να ξαναμαρτάνουν και να γίνει το κλάμα σου αληθινό. 

Θέλω να αγγίξω το μαξιλάρι σου να δω αν είναι αλήθεια απαλό μετάξι ή κρύβει το σμυριδόπανο. Θα το γνωρίσω αμέσως, μαθημένο το χέρι μου στην υφή του. Κι αν είναι 'κει και κρύβεται, χίλια τρίματα θα το κάνω και θα το σκορπίσω μακριά σου να γίνει λίπασμα να περπατήσεις στη δικιά σου τη γης. Γιατί περιττώματα είναι τα άριστα ενισχυτικά της σποράς, καλή μου. 

«Καλή μου», το φωνάζω πια! 

Πρόλογος είπες και μ' εμπιστεύτηκες.

Θέλω να σκιτσάρεις το κυρίως θέμα και πάνω του να ζωγραφίσεις την απώλεια του επιλόγου. Γιατί δεν θα υπάρχει τέλος. Θα σε βοηθήσω, είμαι καλός στο σχέδιο. Μόνο εμένανε δεν σκιτσάρισα ποτέ καλά. 

Θέλω να χτενίσω τα μαλλιά της μάγισσας, να μ' αφήσει να της βάψω τα χείλη και τα νύχια. Ίσως κάποτε μ' αφήσουν το σημάδι τους. 

Έφτασα νωρίς ο αργοπορημένος.  

Κάποια περαστική εικόνα απ' το παράθυρο έγινε εξώφυλλο. 

Άρπαξα τα μολύβια απ' τα χέρια σου να γράψω.

Βαστούσα λόγια μαγιάτικα να σου χαρίσω. Ήταν το μόνο που είχα ζωντανό στο δικό μου κουτάκι. Ποτέ δεν τόλμησα να στα πω. 

Τώρα ρισκάρω μήπως με προλάβει το στέγνωμα του σώματός μου. Ποντάρω στο κόκκινο τα ρέστα. Εκείνα που δεν σ’ άφησα να κάνεις κεφάλαια στο βιβλίο σου. 

Όλα στο λίγο μου κόκκινο. 

Μόνο μείνε λίγο ακόμα πράσινη σε παρακαλώ να προλάβω τη συμπλήρωση.