▲ Χαρίτων Μπεκιάρης, «Κερυνίτιδα Έλαφος», 2012
▶ Ελένη Λύρα, «Αρχάγγελος», 2012

«Στην ιδέα να κατέβεις στο επίπεδο του σκύλου,
να αρχίσεις από το σκύλο ή από το ψάρι [...]
υπάρχει πάντα κάτι σαν νοσταλγία της αγιοσύνης,
τότε μοιάζει ότι αυτό που τόσο επιθυμείς
είναι μια μη θρησκευτική αγιοσύνη [...]
μια κατάσταση όπου δεν υπάρχουν διακρίσεις,
 όπου δεν υπάρχουν άγιοι.»

Χ. Κορτάσαρ, «Το Κουτσό»

Από καταβολής κόσμου ο άνθρωπος κατοικεί σε μια ακαθόριστη περιοχή που βρίσκεται, όπως κοιτάς το (πάντοτε φλου) τοπογραφικό της ψυχής, κάπου ανάμεσα στους Θεούς και τα ζώα. Με την βοήθεια των Θεών γίνεται κυνηγός των ζώων˙ η «μαγική» λειτουργία των πρώτων εγχάρακτων ζωικών μορφών στις σπηλιές συνοδεύει τον παλαιολιθικό άνθρωπο και μέσω της πίστης και των πρώτων εργαλείων παγιδεύει το ζώο.  Αντιστρόφως, με τη βοήθεια των ζώων γίνεται κυνηγός των Θεών˙ η ζωομορφική έφεση της ελληνικής, αιγυπτιακής, κέλτικης (και όχι μόνο) μυθολογίας καταφέρνει να παγιδεύσει το θεϊκό πνεύμα στην μορφή του ζώου. Έτσι, με την αλληλοβοήθεια και τον αλληλοσπαραγμό Θεών και ζώων, ο άνθρωπος δαμάζει και ταυτόχρονα δαμάζεται.

Πλάνης στην εν λόγω περιοχή, ο άνθρωπος στήνει την πατρίδα του εκεί όπου τυγχάνει να εντοπίσει ίχνη της ταυτότητάς του. Αναγνωρίζει την ζωϊκή του προέλευση, μα είναι βέβαιος ότι η ουσία του την υπερβαίνει. Ο κόσμος γύρω του δεν είναι αγγελικά πλασμένος. Εκείνος, ακόμα κι αν δεν δίνει στους αγγέλους του νερό, τους μιλάει πολύ συχνά και τους ζητάει ίχνη κι αποδείξεις. Τους ζητάει πιστοποιητικά και δαχτυλικά αποτυπώματα. Ο άνθρωπος επιμένει να ψάχνει την ταυτότητά του στους αγγέλους, ακόμα κι αν του έπεσε μέσα στο χοιροστάσιο. 

Ο άγγελος είναι ένας απεσταλμένος του Θεού˙ αξίωμα και καθήκον του είναι η μεσολάβηση ανάμεσα στο ουράνιο και το κοσμικό επίπεδο. Πρόκειται για το υπερφυσικό ον που διασχίζει ένα σωρό θρησκευτικά συστήματα επιδεχόμενο μικρές παραλλαγές για να καταλήξει πάντα στην αγκαλιά του ανθρώπου... άλλοτε ως θεόσταλτος φύλακας, άλλοτε ως έκπτωτος, πρώην έμπιστος του Θεού και νυν δαίμων, κι άλλοτε (συχνότερα) ως ένα απλό, πιστό σκυλί που περνάει τον μισότυφλο άνθρωπο από την άλλη πλευρά του δρόμου. Σε κάθε περίπτωση, ο άγγελος είναι πάντα εκείνο το ον (ή μη ον) που φέρει το μήνυμα, μεταβιβάζει την είδηση από πολύ ψηλά στα χαμηλά και τούμπαλιν, παραμένοντας ένας υπ’ ατμόν ένοικος του ενδιάμεσου ορόφου. 

▲ Χαρίτων Μπεκιάρης, Κουτάβι, 2012

Εκεί, στον ενδιάμεσο όροφο, όπου μαζί με τους ανθρώπους κατοικούν οι άγγελοι και τ’ άγρια πουλιά, είδαμε δύο εκθέσεις σύγχρονης τέχνης, αλλόκοσμες κι ωστόσο της γης αυτής.

 

Ενσυναίσθηση / Χαρίτων Μπεκιάρης

Επιμέλεια: Ίρις Κρητικού

  

▲ Green Man
▶ Eagle Warrior 2.0

Η δουλειά του Χαρίτωνα Μπεκιάρη με τίτλο «Ενσυναίσθηση», που παρουσιάζεται στη γκαλερί “Genesis” σε επιμέλεια της Ίριδας Κρητικού, αποτελείται από περίπου πενήντα εξαιρετικά σχέδια μικρών και μεγαλύτερων διαστάσεων, μικτής τεχνικής με μολύβια, γκουάς, φύλλα χρυσού και ασημιού και με βασικό πρωταγωνιστή το μελάνι. Η πρώτη του ατομική έκθεση μαρτυρά το οξύ αισθητήριο του καλλιτέχνη, που τον κάνει να πραγματεύεται με επιτυχία το θέμα της ανάμικτης φύσης, της διάτρητης ταυτότητας, της αταβιστικής μνήμης του ανθρώπου. Μια έκθεση που δημιουργεί προσδοκίες και απαιτήσεις ως προς τα επόμενα βήματα του.

Η σχεδιαστική ικανότητα του Μπεκιάρη, συγγενική μ’ εκείνη ενός κομίστα που κατορθώνει να σκεφτεί ως γλύπτης (η πλαστικότητα των σχεδίων οφείλεται ίσως στην άσκηση του καλλιτέχνη στο πεδίο της γλυπτικής), είναι αναμφίβολη και κατέχει κεντρική σημασία στις συνθέσεις του, οι οποίες είναι χωροταξικά περιορισμένες και ανθρωπολογικά απεριόριστες. Δεν επεκτείνονται χρωματικά έξω από την κλίμακα που ορίζει η αραίωση της μελάνης και δεν εικονογραφούν το σύνολο της ιδανικής Πολιτείας του. Εντούτοις, στις επιλογές του καλλιτέχνη που οδηγούν στην τελική άρθρωση του οράματός του βλέπουμε μια ευφάνταστη αντανάκλαση του εμπεδωμένα ατομικιστικού κόσμου, στον οποίο ανήκουμε και μας ανήκει.

Αν μια έκθεση είναι ένα μικρό σύμπαν, τότε βρισκόμαστε μπροστά στα μεμονωμένα πορτραίτα μιας αγγελικής κοινότητας πολιτών, τα οποία ίσως στον υπαινισσόμενο κόσμο που υπολείπεται να συγκροτούν μια μορφή συλλογικότητας. Αν όμως ως σύμπαν νοείται ο κάθε πίνακας ξεχωριστά, τότε στα έργα του Μπεκιάρη κάθε αναπαριστώμενη ανθρώπινη μορφή δεν προϋποθέτει συνάντηση με άλλους ανθρώπους για να πραγματωθεί. Ο θεατής συναντά κατεξοχήν μοναχικές υπάρξεις, κατοίκους μιας πολυσυλλεκτικής Ουτοπίας˙ μοναχικές φιγούρες, εκ των οποίων η καθεμία αποτελεί μία συλλογικότητα εφ’ αυτής. Το άτομο είναι γεμάτο από κόσμο. Ποτέ από ανθρώπινο κόσμο, αλλά πάντα από τον Κόσμο ως ένα οικουμενικό κι ευρύχωρο αρχιτεκτόνημα. Τα μονήρη κι όμως πολύβουα πορτραίτα του καλλιτέχνη επαληθεύουν την μεγαλοδυναμία του ατόμου και δη του σκεπτόμενου ατόμου. Πράγματι η φύση περιβάλλει τα πρόσωπα, όμως εκείνα ανήκουν αληθινά στη φύση; Μήπως εντέλει είναι penseurs Καρτεσιανού τύπου τούτα τα πρόσωπα με τα υπερκατοικημένα κεφάλια; Υπάρχουν ως διάνοιες, αλλά είναι για εμάς αδιανόητα.  

Η στάση του “Eagle Warrior 2.0”, ενός πολεμιστή που στο πρόσωπό του συναντιούνται ο ανιμισμός της Κέλτικης μυθολογίας, ένας γενναίος Αζτέκος μαχητής και ο Ηρακλής με τη ζωϊκή περικεφαλαία του (ας τον θυμηθούμε στο σταυροδρόμι της Αρετής και της Κακίας), συνειρμικά μας οδήγησε στον Σκεπτόμενο του Ροντέν. Η στάση μεταξύ ανάπαυσης και εγρήγορσης είναι παρόμοια, μόνο που αυτός ο επικός μαχητής, δυνάμει άβαταρ στο world of warcraft (συναντούμε και εκεί αγγέλους, όχι εικαστικούς, αλλά εικονικούς), έχει μεταθέσει την σκέψη από μέσα προς τα έξω, εκεί που ορίζει ο δείκτης του χεριού του˙ ο δείκτης, η απόληξη της βούλησης, το απόλυτο εργαλείο. Προς τον έξω κόσμο, στο σταυροδρόμι όπου συναντιέται η Πόλη με τη Φύση. Στη ζώνη σύμπτωσης του ορθού λόγου με το ανορθολογικό στοιχείο, ο ονειρευόμενος άνθρωπος γίνεται μαχητής της πόλης με άγγελό του την αρχιτεκτονημένη σκέψη και αμέσως μετά γίνεται κυνηγός της φύσης, ζώο ενάντια στο ζώο, με διάβολό του το Αυτό που αναρριχάται και τον περιβάλλει.

Το βάρος των συνθέσεων βρίσκεται σαφώς στο κεφάλι. Τα ολόσωμα πορτραίτα είναι ελάχιστα και κάποιες φορές αμήχανα. Είναι ξεκάθαρο ότι η μηχανή του ανθρώπου είναι το μυαλό. Οι φιγούρες αρχικά μας παρέπεμψαν αλλού από εκεί όπου έμελλε να καταλήξουμε. Έδειχναν να ανήκουν στην παγανιστική παράδοση της ελληνικής μυθολογίας, που αγαπά να ενώνει τον άνθρωπο με το ζώο. Ας θυμηθούμε την Έχιδνα, τη φτερωτή θεά με το φιδίσιο σώμα, τις Γοργόνες με τα χρυσά φτερά και τα φίδια στο κεφάλι, τη Σφίγγα με το λιονταρίσιο σώμα, τους Κενταύρους τους ιερούς αλογανθρώπους, τους Σατύρους και τον Πάνα, αλλά και τις Σειρήνες με το σώμα πουλιού και τα λιονταρίσια νύχια ή τον Ωκεανό, που αναπαραστάθηκε ενίοτε με δαγκάνες και κεραίες αστακού στο κεφάλι. Κι όμως, στα πρόσωπα του Μπεκιάρη (ποιο σαγηνευτικό πορτραίτο του, αλήθεια, να πρωτοκοιτάξεις), εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων (του Αγίου Χριστόφορου και του Πάνα) δεν έχουμε τον πλήρη συγκερασμό του ανθρώπου με το ζώο. Συνήθως βλέπουμε τον άνθρωπο να φοράει το ζώο, ίσως σε μια προσπάθεια να σκαλίσει τις αρχέγονες ρίζες του χρησιμοποιώντας τούτα τα μαγεμένα τομάρια. Αργά ή γρήγορα το νιώθεις, ότι όλη αυτή η απίθανη χλωρίδα και πανίδα λειτουργεί ως εξοπλισμός. Ένας εξοπλισμός που ιδανικά καθαγιάζει τον χρήστη του.

Ο πολεμιστής του Μπεκιάρη είναι εκείνος και μαζί εμείς. Ο καλλιτέχνης εξοπλίζοντας τον πολεμιστή του (εμάς) με αμυντική εξάρτυση από τον χώρο της φύσης και της πόλης, γεμίζει το πιο πανίσχυρο όπλο του, που δεν είναι άλλο από το μυαλό. Από την πόλη παίρνει τα μηχανικά εξαρτήματα, τις ρυμοτομίες, τις γεωμετρικές κατασκευές, τα θραύσματα των μνημείων και από την άγρια φύση παίρνει τα κέρατα, τις φυλλωσιές, τα πλοκάμια, τα φτερά, ολόκληρα τα κεφάλια των ζώων (λάφυρα ενός σκληρού κυνηγού που υπακούει στις κλαγγές του αταβισμού), για να τα φορέσει με μέριμνα στους πολίτες του ως προστατευτικά κράνη. Μέσα φυλάσσεται με προσοχή η Μνήμη. Μνήμη της φύσης και του πολιτισμού, αλλά φτιαγμένη από τι; Από κατάλοιπα ή από σπόρους; Σε ορισμένες περιπτώσεις πιο εμφανούς συγχώνευσης, το εξωτερικό αυτό καβούκι αντιστρέφεται και γίνεται τόπος μαλακής γέννας, για να φυτρώσει ο κόσμος απευθείας από το μυαλό και η μνήμη να αποδειχτεί ζωογόνος, όπως στο εξαιρετικό Green Man (που θα μπορούσε να λέγεται και Greek Man) ή στον εκπληκτικό του Δαίδαλο.

Για να κάνουμε και τον συνήγορο του έκπτωτου αγγέλου, η χρήση των φύλλων χρυσού, παρ’ ότι παραπέμπει στην εκτιμητέα μελέτη του καλλιτέχνη πάνω στη βυζαντινή εικονογραφία καθώς και σε ιαπωνικές τεχνικές, φτιάχνει ένα πρόχειρο περιβάλλον για την κεντρική φιγούρα χωρίς να την γλιτώνει πάντα από το κενό που την απειλεί. Οφείλουμε όμως να τονίσουμε την αισθητική και ηθική δύναμη όλης της εργασίας του, που χαρακτηρίζεται από ψυχογραφική ευαισθησία και πλούσια δημιουργική φαντασία, δύο δορυφόρους απαραίτητους για ένα τόσο μεγαλόπνοο ταξίδι, σαν αυτό που ξεκινάει ο Μπεκιάρης στην πρώτη του ατομική. Την έκθεση συνοδεύει το λεπτοδουλεμένο κείμενο της επιμελήτριας Ίριδος Κρητικού, που ανατέμνει την έννοια της ενσυναίσθησης και την εντοπίζει εύστοχα στα έργα του Μπεκιάρη. 

Αγαπητέ Δαρβίνε, η φυσική εξέλιξη πήρε αφύσικο δρόμο. Ο άνθρωπος αποσπά κομμάτια της πόλης και της φύσης από το αρχικό τους περιβάλλον και τα μεταχειρίζεται ως μάσκες, δεν επιτρέπει να γίνουν μέρος του κι εκείνος δικό τους. Ο Χαρίτων Μπεκιάρης διαθέτει διαπεραστική ματιά και όλα αυτά τα διακρίνει και τα μεταπλάθει, όπως μαρτυρούν οι γοητευτικές μνημοτεχνικές παραλλαγές του, και έτσι επανδρώνει την τριήρη του, την κιβωτό του, το μέλαν πλοίο του HMS Beagle, για ένα ακόμα ταξίδι εκεί όπου η ενσυναίσθηση είναι εφικτή και ο κόσμος ζωροαστρικά πλασμένος. Ας τον ακολουθήσουμε.

▲ Όταν τελειώσεις το διάβασμα

 

 Ινφο

Χαρίτων Μπεκιάρης, «Ενσυναίσθηση»

ΠΟΥ; Gallery Genesis, Χάρητος 35, Κολωνάκι, Αθήνα
ΠΟΤΕ; Τρίτη, Πέμπτη & Παρασκευή: 11:00-22:00, Τετάρτη & Σάββατο: 11:30-15:30, μέχρι 20 Οκτωβρίου 2012.

 

Το αγκάθι της ομορφιάς / Δέσποινα Μεϊμάρογλου, Ελένη Λύρα

Επιμέλεια: Αποστόλης Αρτινός

  

▲ Δέσποινα Μεϊμάρογλου
▶ Ελένη Λύρα, Αρχάγγελος, 2012

Η έκθεση της Δέσποινας Μεϊμάρογλου και της Ελένης Λύρα φιλοξενείται στον εκθεσιακό χώρο του Beton 7, σε επιμέλεια Αποστόλη Αρτινού, υπό τον εύγλωττο κι όμως κρυπτικό τίτλο «Το αγκάθι της ομορφιάς». Ο τίτλος αναγγέλλει μια έκθεση ομιλητική και βουβή όσο και ο τίτλος της, ωσάν όλα να λέγονται από τέσσερα χείλη ομοφώνως, αλλά κάθε λέξη που σχηματίζεται στο στόμα, ποτέ να μην φτάνει στο αυτί. Βλέπω μα δεν ακούω. Πού βρίσκεται το αγκάθι σ’ αυτή την έκθεση, αναρωτιέμαι, και πού η ομορφιά.

Η έκθεση είναι στημένη σε δύο διακριτούς χώρους και κάθε καλλιτέχνις έχει το δωμάτιό της («ένα δωμάτιο κατάδικό μας» αρκεί, έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ), δημιουργώντας έναν σκηνικό προθάλαμο που οδηγεί στα ενδότερα. Ένα ειρηνικό πρελούδιο για μια βίαιη πράξη ξεκινά από το φασματικό πεδίο που καταλαμβάνει η δουλειά της Ελένης Λύρα. Μια εγκατάσταση και ένα βίντεο μας δίνουν δύο εκδοχές ενός ιδιότυπου Ευαγγελισμού. Μια ξέπνοη Παναγία μοιάζει να κοιμάται μέσα στα λευκά καλύμματα κι ένας Αρχάγγελος, υπομονετικά (ή μήπως απειλητικά) στέκει στα νώτα της. Η αιτία αποσιωπάται. Το στιγμιότυπο αδυνατεί να τιτλοφορηθεί. Ο ίδιος ο τίτλος «Αρχάγγελοι» (1998) επισημαίνει τη σιωπή του. Ο υπαινιγμός τινάζει τα φτερά του και μας πιτσιλάει με αγιόνερο.

Η εγκατάσταση των «Αρχαγγέλων» του 2012 αποτελείται από ζώνες χωρισμένες με λεπτά κουρτινάκια, τα οποία δημιουργούν ένα σπιτικό, χειροποίητο περιβάλλον και εντείνουν την εντύπωση της σταδιακής εισβολής του θεατή στον ιδιωτικό χώρο της μοιραία κοιμωμένης. Είναι πράγματι μοιραίος ο ρόλος της, διότι την τσιμπάνε δύο ακανθώδη βλέμματα˙ το δικό μας και του Αρχαγγέλου, ο οποίος σε καμία παράσταση του Ευαγγελισμού δεν έχει εισέλθει ξανά με τέτοια μυστικότητα στον χώρο της Παναγίας. Ακόμα και στους πίνακες όπου στέκει πίσω της (σχεδόν πάντα διαγωνίως), η Παναγία έχει επίγνωση της παρουσίας του. Εδώ, στο έργο της Λύρα, ο Αρχάγγελος είναι λιγότερο άγγελος και περισσότερο φάντασμα, λιγότερο αποκάλυψη και περισσότερο απουσία, πράγμα που σημαίνει ότι το μήνυμα παραμένει ανεπίδοτο κι αντί μιας θείας γέννησης θα μπορούσε κάλλιστα να επίκειται ένας ανθρώπινος θάνατος.

Το ίδιο στιγμιότυπο έχει βιντεοσκοπηθεί στην εκδοχή του 1998. Στο βίντεο παρακολουθούμε την αμετακίνητη παρουσία της ανδρικής μορφής, εκκωφαντικά απούσα στο φως που την αποκαλύπτει και διαρκώς μετατοπιζόμενη από το ον στο μη ον με τη βοήθεια των παρατεταμένων παρασίτων, τα οποία θα είχαν τη δύναμη να διαλύσουν την ψευδαίσθηση αν δεν ήταν ήδη μέρος της. Το βίντεο, αυτή η ρετρό συσκευή τεχνικών εικόνων, ταυτίζεται με τη φασματική παρουσία του Αρχαγγέλου και μας προτείνεται ως ένας προ πολλού μαραμένος κρίνος, άφυλος και παγωμένος. 

Τα έργα της Λύρα στέκουν αναμφισβήτητα στο ενδιάμεσο. Τίποτε δεν αποφασίζεται μέσα στο νοερό τρίγωνο που ενώνει το έργο που υψώνεται στο χώρο, το τεχνικό του μνημόσυνο και τον θεατή. Η αίθουσα υποβάλλει μιαν αναγγελία, αγγέλλει κάτι που πρόκειται να έρθει. Και πράγματι, έρχεται. Αυτό που μας έχει αναγγελθεί εκ γενετής και που δεν κάμπτεται από την χριστιανική υπόσχεση μιας ανάστασης˙ το τέλος.

Η δουλειά της Δέσποινας Μεϊμάρογλου, που αρθρώνεται επίσης με παραδοσιακά και τεχνικά μέσα, εκπληρώνει την αναγγελία απαθανατίζοντας τον θάνατο. Τον καθηλώνει, του αφαιρεί το περίγραμμα, σκληρό και διεισδυτικό σαν αγκάθι, και τον αποκαλύπτει σε μια αισθητική έξαρση, τον κάνει να μοιάζει με ρόδο από αίμα. Η άμεπτος ηθική που θα αντιπροσώπευε ένα ακριβές σχέδιο αίρεται και επιτρέπει στην μεμπτή αισθησιακότητα της ομορφιάς να ξεχυθεί στο τελάρο. Η απεικόνιση του θανάτου που επιχειρεί η Μεϊμάρογλου είναι όμορφη σαν το πυρηνικό μανιτάρι που μας αφήνει έκθαμβους μπροστά στην τηλεόραση. Όμως στο κοντρόλ είναι πατημένο το mute, η έκρηξη σκοτώνει άνευ κραυγής. Κι εμείς κοιτάζουμε. Κοιτάζουμε ψύχραιμοι το εξαιρετικό βίντεο με το πτώμα μιας γυναίκας, εξίσου μοιραία κοιμωμένης με την γυναίκα της Λύρα, το οποίο επισκέπτονται σαν όψιμες μοιρολογήτρες μικρά μαύρα βομβαρδιστικά πουλιά, άγγελοι του μετά.

Η Μεϊμάρογλου εκθέτει πέντε μεγάλους πίνακες, διάσπαρτους με νεκρά σώματα μετά από βίαιο θάνατο και εισέρχεται έτσι σε μια περιοχή ηλεκτροφόρα. Εκθέτει εικόνες στις οποίες ρίχνουμε κλεφτές ματιές μέσω της τηλεόρασης και του Διαδικτύου, και μετατρέπει τα βίαια συμβάντα, που χαράζουν τη βία τους μέσα μας, σε περιβάλλοντα εντός των οποίων καλούμαστε να κινηθούμε. Ο ρεαλισμός του πόνου μετατρέπεται σε ίχνος, αναπόφευκτα αισθητικό, αλλά και ίχνος του ιερού. Ο επιμελητής Αποστόλης Αρτινός στο συνοδευτικό του κείμενο φωτίζει τις αγγελικές πλευρές της έκθεσης «... ο Άγγελος της Ιστορίας, που ακινητεί πάνω απ’ όλες τις συμφορές του κόσμου, ως ένα ενεστωτικό ίχνος μόνο, ως μια απελπισμένη στιγμή προσδοκίας, φορέας ενός μηνύματος που δεν ακούγεται πια». Η τηλεόραση βεβηλώνει τον πόνο. Η τέχνη επανορθώνει ενσταλάζοντας μέσα του κάτι το ευσεβές. Η τέχνη δεν γελάει πάνω από πτώματα, ούτε αλλάζει κανάλι. 

Η έκθεση της Ελένης Λύρα και της Δέσποινας Μεϊμάρογλου προκαλεί ένα αισθητικό άνοιγμα στην ηθική. Εκεί βρίσκεται και η ομορφιά και το αγκάθι της.

Κλείνοντας, ας πούμε, έτσι για πείραμα, ότι έχουμε ο καθένας από έναν φύλακα άγγελο. Δεν ξέρουμε πού ζει, άλλοτε μας έρχεται από ψηλά κι άλλοτε από χαμηλά, άλλοτε επουράνιος κι άλλοτε βορβορώδης. Καλωσορίζοντάς τον, υποδεχόμαστε την ίδια τη φύση μας, ενδιάμεση και ελλειμματική.

Οι άγγελοι και τα πουλιά έχουν τουλάχιστον ένα κοινό χαρακτηριστικό, στο οποίο δεν μπορούμε να τους μιμηθούμε παρά μόνο μέσω της τέχνης. Τα φτερά.

▲ Χαρίτων Μπεκιάρης, Super-ego

 

 Ινφο

Δέσποινα Μεϊμάρογλου, Ελένη Λύρα

ΠΟΥ; Beton 7, Πύδνας 7, Βοτανικός
ΠΟΤΕ; Δευτέρα - Παρασκευή: 14.30-20.30, Σάββατο 14.00-18.00, μέχρι 19 Οκτωβρίου 2012

 

* Αλλόκοσμος ονομάζεται στην κέλτικη μυθολογία το σύνολο των παράλληλων πραγματικοτήτων, που διανοίγουν σημεία εισόδου στον φυσικό κόσμο, από τα οποία εισέρχονται μαγικά όντα και θαυμαστά φαινόμενα.