Στις αρχές του Αυγούστου, κάπου είκοσι άνθρωποι, έφτασαν στο Λαιμό, ένα μικρό χωριό της Πρέσπας, προκαλώντας την απορία των κατοίκων. Από νωρίς κλείνονταν σε μια αίθουσα με ξύλινο τάπητα και μιλούσαν για τη λογοτεχνία, γράφοντας περιτριγυρισμένοι από έργα ζωγραφικής κι ενίοτε από νότες. Ο ξύλινος τάπητας είναι μια πρόσφατη σχετικά προσθήκη στο πέτρινο κτίσμα της «Βυζαντινής Συλλογής Αγίου Γερμανού», ενώ η απορία των κατοίκων λύθηκε όταν οι ίδιοι ήρθαν ν’ ακούσουν τις λογοτεχνικές εγγραφές που αφήσαμε πίσω και τις οποίες αφιερώνουμε στην πέρα από κάθε προσδοκία φιλοξενία τους. Θερμές ευχαριστίες οφείλουμε στους εικαστικούς Χ. Κοντοσφύρη, Σ. Αντωνακάκη, αλλά και στην Έλλη που αδιαμαρτύρητα δεχόταν να μας σερβίρει μέχρι το πρωί. Αντιλαμβανόμαστε τις επτά αυτές ημέρες –«όνειρο, συνειδησιακή ροή, εγκλεισμός, ερωτική απόκλιση, κοσμοφυΐα, πολιτική διάσταση, γέννηση»– όχι ως ένα εργαστήρι λογοτεχνικής γραφής αλλά ως μια πράξη αντίστασης απέναντι στην απάθεια και την ασχήμια των καιρών μας.

Ευχόμαστε καλές αναγνώσεις,
Δ.Τ.

ΜΑΡΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ
«Έξοδος»

Εδώ στην τελευταία άκρη της γης

σ’ ένα φυλάκιο παλιό

μ’ έχουν ορίσει Ελεγκτή.

Το χιόνι είναι γκρίζο

και η επιγραφή στην πύλη λέει Ausgang.

Ο Ήλιος και τ’ Αστέρια με δικάζουν

και στο πλευρό του Ιησού

λαϊκοί ζωγράφοι

με απεικονίζουν

με αντάλλαγμα αργύρια τριάκοντα. 

 

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΜΠΑΚΗΣ
«Τα νύχια μου δεν μεγαλώνουν»

Παλιά μου άρεσε το μπλε χρώμα. Παλιά ονειρευόμουν το κόκκινο κι αργότερα το μωβ. Το κίτρινο ήταν το αγαπημένο χρώμα του εαυτού μου, όχι του δικού μου, αλλά εκείνου που εγώ θυμάμαι σαν δικό μου· ένα σώμα άλλο που έμοιαζε μ’ εμένα όταν πηγαινοερχόμουν ασχημάτιστος κυκλικά της μάνας και η αντροσύνη αγέννητη ακόμα πίσω απ’ το άτριχο μούσι.

Δύσκολα πια επιβιώνει το μπλε, αυτό το κοινωνικά κατακριτέο χρώμα σε μια παρέα γυναικών που ονειρεύεται ροζ, χτίζει ροζ και βλέπει ροζ κάθε ζώο που κυλιέται στη λάσπη, χρωματισμένη κίτρινη απ’ τη φαλλοκρατική ακράτεια των καιρών. Οι καιροί μπορεί ν’ αλλάζουν και οι εποχές να σέρνουν νέα χρώματα· ο θάνατος όμως έχει το πραγματικά αγαπημένο χρώμα. Είναι εκείνη η καταπιεστική αγάπη του ίδιου αίματος· η αγάπη της ανικανότητας και του συγκαλυμμένου μίσους. Το ίδιο χρώμα αγαπημένο μ’ εκείνο των γυναικών και τα σπαθιά τους ας ονειρεύονται ακόμα κόκκινα. Το ίδιο χρώμα αναζητάμε.

Το μωβ σεντόνι των νεκρών, μες το μακρόστενο δωμάτιο, ενώ η υγρασία διαπερνά το ξύλο, το γυαλιστερό κοστούμι, τα νύχια, το δέρμα, τους μυς, τα νεύρα και τα οστά, ώσπου να γίνει βάλτος κάτω απ’ το θώρακα και τα πνευμόνια. Και πάλι εγώ θα είμαι εκεί. Αλλά όχι ακριβώς. Εγώ συν κάτι άλλο. Με λιγότερο βλέμμα και κωφός. Μαλλιά και νύχια θα μεγαλώσουν ως ένδειξη αντίστασης στα κατοχικά στρατεύματα του Χάρου. Θα παίζουν κλεφτοπόλεμο στο τσαλακωμένο μωβ, αλλά στο τέλος ο θάνατος θα μυρίσει λίγο ακόμα θάνατο, με πεσμένα κορμιά και τρίχες ανάμεσα στις χαρακιές του ξύλου.

Παλιά το μωβ μου άρεσε (μαμά) κι ας έλεγες πως εγώ είμαι ο περίεργος, ας με μάλωνες να φτύνω τον κόρφο μου και να χτυπώ το χέρι μου σε ξύλο· ας έλεγες να περιστρέφομαι γύρω απ’ το σώμα μου, να αποτινάξω έτσι το κακό που παραμόνευε πάντα στην ήρεμη ζωή μας· κι ας κυλιόταν κι ο μπαμπάς στις κίτρινες λάσπες, μπροστά στα μάτια άλλων γυναικών. 

Σταμάτα (μαμά) να μου μιλάς. Δε βλέπεις πως τα νύχια μου δε μεγαλώνουν πια κι ούτε γραμμάριο ψυχής δεν έχει απομείνει; Για κοίτα πόσο όμορφα όλοι στα μωβ ντυνόμαστε (μαμά). Για κοίτα.

 

ΜΑΓΔΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
«Δύο δειλά διλήμματα»

Νομίζεις θυμάμαι το αίμα;
Τίποτα δε θυμάμαι
Ούτε καν το δρόμο
Που μ’ έφερε ως εδώ
Κι αυτά τα μπουλούκια που μαζεύονται
Για να δουν αν κλαίω
Τα έτρεμα πάντοτε
Δεν είναι οι ξένοι που με φοβίζουν
Είναι οι άγνωστοι
Με τα πολλά ονόματά τους
Και τα νεύματα αυτά του ακαθόριστου
Που κρύβουν την αθανασία
Αυτή τη μικρή ξενιτιά
Που κρέμεται πάντοτε
Από μια δειλή κλωστή
Ή ίσως
Κι από μία κόκκινη κλωστή δεμένη
Στην αγχόνη τυλιγμένη.

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ
«Ξανθά παιδιά»

Τ’ απογεύματα τα περνούμε στην αυλή. Συχνά κάποιος σφαγιάζεται, πετούν πουλιά μες απ’ το σώμα του, ξεχύνονται πουλιά μες απ’ το στόμα του, τα μάτια του καρφώνονται στο κενό κι έτσι γνωρίζουμε πως τελικά εκείνος δεν επέζησε. Έπειτα εμείς, οι ζώντες, σχηματίζουμε έναν κύκλο, ένα οδόφραγμα, ας πούμε, και με κραυγές αποχαιρετούμε τον αγαπημένο μας φίλο. Είναι πια απόγευμα, όλα τα σπάει ο ήλιος: την αυλή με τα παλιά τσιμέντα, μια ξύλινη κατασκευή με τους ιμάντες που κρατούν όσους μαστίζονται από αγωνίες και αναμνήσεις. Ύστερα γυρνούμε στα λευκά δωμάτια, όπου είναι πάντα πρωί, το παράθυρο πάντα ψηλά, μικροί φεγγίτες με θέες μεγάλες, που χωρούν όλους τους κόσμους, χωρούν ορίζοντες. Μιλώ για τις προοπτικές που στέκουν πάνω απ’ τα ψηλά σπίτια των λόφων και μιλώ για τις αυστηρές γεωμετρίες που φύονται απελπισμένα στο πλευρό των δρόμων. Τα βράδια είναι υπέροχα μες στα λευκά δωμάτια. Είναι μια παρηγοριά ετούτα τα βράδια, παρηγοριά για όλα εκείνα τα χρόνια που ζήσαμε πέρα και μακριά από τα πουλιά. Μόνο, υπάρχουν φορές, Αντιγόνη, ξέρω πως δεν πρέπει να μιλώ γι’ αυτές τις περιπτώσεις, αλλά υπάρχουν φορές που ακούγονται ψίθυροι ανησυχητικοί μέσα από στοές και κατακόμβες. Κάποιοι λένε πως πρόκειται για ανθρώπους χαμένους εδώ και αιώνες, άλλοι πάλι μιλούν για παράξενα πλάσματα με μια απρόσμενη ευαισθησία. Εγώ όμως, που έχω μιλήσει με τούτα τα πλάσματα, γνωρίζω πως έχουν το ίδιο πρόσωπο, τα ίδια μάτια, έχουν την ίδια καταγωγή με μας, Αντιγόνη. Είναι άνθρωποι που κλαίνε, που θυμούνται, που μιλούν, είναι χαμηλοί, υπόγειοι ορίζοντες, είναι προσευχές, Αντιγόνη, κι είναι οι χαμένοι τόποι που κυλούν κάτω από τα πόδια μας. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις και δεν γνωρίζω αν μπορείς να φανταστείς για τι πράγμα σου μιλάω. Πώς να σου μιλήσω, Αντιγόνη, για τόσα συνταρακτικά πράγματα όταν έρχεσαι υπέροχη τα κυριακάτικα πρωινά και συζητούμε για τις εποχές, για τα ψηλά σπίτια, για τους φόβους μου, για τότε που ήμασταν παιδιά και δεν υποπτευόμασταν πως υπάρχουν ορίζοντες σκυλιών, υπάρχουν τσακάλια που εποπτεύουν τις ζωές μας, υπάρχουν εφιάλτες που στοιχειώνουν τα χρόνια μας και είναι θάνατοι και είναι άγριες εξορίες. Ποτέ, Αντιγόνη, δεν θα έρθεις, καμιά Κυριακή δε θα φανείς, γιατί σε τούτο εδώ το μέρος δεν φτάνει ποτέ κανείς: εδώ ζουν νεκρά παιδιά, από χρόνια νικημένα, που κρατούν τα ονόματά τους μονάχα για λόγους ληξιαρχικούς, για σκοπούς γραφειοκρατικούς και τίποτ’ άλλο. Εδώ φύονται ιμάντες, σκληρά υλικά ταγμένα ενάντια σε ανθρώπους. Εδώ οι βραδιές είναι τόποι ψιθύρων και κρουνών και, όσο δυνατά αν σου μιλώ, εδώ διδάσκονται μόνο γλώσσες των κραυγών. Εδώ, ξέρεις, στάθηκε κάποτε ο τυφλός επαίτης, αυτός με τη φλογέρα, αυτός που γνώριζε όλα τα κορίτσια του βασιλιά, εκείνος που είχε ζήσει για μια στιγμή μονάχα, σαν σκιάχτρο μες στη λάμψη μιας παλιάς αστραπής. Αυτός λοιπόν, ο περιβόητος, περαστικός άνθρωπος, είχαν πει, καθώς έφευγε, πως είναι ο Θεός που περπατά ανάμεσά μας. Κι ύστερα χάθηκε στο χωμάτινο δρόμο και τον είδαν που μιλούσε με μια γυναίκα, τον είδαν που εμπιστευόταν ένα αρχαίο μυστικό, τον είδαν να συλλέγει λυπημένος παλιά στρατιωτικά εφόδια, πλαστικά δοχεία και ονόματα ατελή σε σκισμένα τετράδια. Αυτός, είπαν, έφυγε με τους βασιλιάδες μάγους, μια μέρα που είχαν ριχτεί τα οδοφράγματα του ήλιου, κι αν δεν ήταν εκείνο το πουλί που κατέρρευσε στην κουζίνα κι έκανε έναν θόρυβο σαν ύφασμα που σκίζεται, κανείς δε θα είχε μαρτυρήσει το υπέροχο τούτο θέαμα. Άκου με, Άντιγόνη, ένα τελευταίο μόνο μυστικό. Εδώ, να ξέρεις, δεν πεθαίνουμε ταραγμένοι, εμείς, οι τρόφιμοι, τα όμορφα ξανθά παιδιά. Εδώ σβήνουμε ανεπαίσθητα, ακίνητοι, σαν αγάλματα από σκοτωμένες πεταλούδες. Εμείς, Αντιγόνη. Τα ξανθά παιδιά των απομονωμένων εξοχών.