Καλοκαίρι

Παρασκευή βράδυ και σκέφτεται πως μία ακόμη βαρετή εβδομάδα πέρασε, η ζέστη ανυπόφορη, ετοιμάζεται να φορέσει το νυχτικό της και να πέσει στο κρεβάτι, όταν της τηλεφωνεί η Α. και της λέει για την καινούρια μιλόνγκα που ξεκίνησε στη βόρεια πλευρά της πόλης και πως πρέπει οπωσδήποτε να πάει, μιας και οι καλύτεροι χορευτές του Δουβλίνου συχνάζουν εκεί και πως δεν είναι δυνατόν Παρασκευή βράδυ να μείνει μέσα στο σπίτι και με την πολλά την πείθει, ήταν κι εκείνη η ζέστη που τη ζάλιζε, κι αποφασίζει να πάει, ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να σβήσει το φως και να κοιμηθεί.

Όταν μπαίνει μέσα στην αίθουσα, αντικρίζει ξανά τα ίδια γνώριμα πρόσωπα που έχει βαρεθεί να βλέπει, χαιρετάει κάποιους από μακριά, σκέφτεται να κάνει μεταβολή να φύγει, αλλά τελικά πηγαίνει να καθίσει στο μπαρ και παραγγέλνει ένα ποτήρι κρασί, πολλή ώρα περνάει έτσι χωρίς τίποτα να συμβαίνει, μόνο αυτή και το ποτό της, όταν ακούει μια φωνή από πίσω της που της ζητάει να χορέψουν και ούτε που θέλει να γυρίσει το κεφάλι της να δει ποιος είναι, αλλά το κάνει και τον βλέπει και το πρώτο πράγμα που είδε ήταν το βλέμμα του, το οποίο και σφηνώθηκε κατευθείαν μέσα της και δεν έφυγε ποτέ.

Χορεύουν όλο το βράδυ αγκαλιασμένοι τόσο σφιχτά που όλοι νομίζουν πως γνωρίζονταν από πριν, φυσικά γι' αυτούς δεν υπάρχουν οι γύρω, μιας και βρίσκονται χαμένοι μέσα σ' ένα σύννεφο ευδαιμονίας, τόσο μακριά σαν σε όνειρο, χορεύουν κι αγκαλιάζονται τόσο που δεν μπορούν να πάρουν ανάσα, τα κορμιά τους μια ασπίδα από επιθυμία κι ηδονή, πρέπει να πέρασε μια ώρα έτσι χωρίς σταματημό, μέχρι που τα μαλλιά τους αρχίζουν να στάζουν, τα ρούχα να κολλάνε ασφυκτικά πάνω τους σχηματίζοντας λεκέδες απ' τον ιδρώτα τους, η ισορροπία τους να χάνεται, οι ανάσες τους να γίνονται όλο και πιο βαριές, τόσο που νόμιζαν πως ο ένας θα πέθαινε στην αγκαλιά του άλλου, οι λέξεις δεν είχαν θέση, έκαναν έρωτα εκείνο το βράδυ με αυτόν τον τρόπο, όρθιοι, αγκαλιασμένοι, ιδρωμένοι, χαμένοι απ' τον κόσμο, παραδομένοι σ' εκείνο το τάνγκο, σ' εκείνο το τραγούδι, και δέθηκαν σ' έναν μοιραίο, πρωτοφανή, επίπλαστο έρωτα, που ομολόγησαν με μια αμοιβαία εσωτερική συνενοχή, χωρίς ποτέ να το εξομολογηθούν με λέξεις.

 Άκου
▶ Carlos Gardel - Por una cabeza

 

Χειμώνας

Βδομάδες πέρασαν, καθώς η αγάπη μεγάλωνε σε σημεία που δεν φαντάζονταν και οι εβδομάδες έγιναν μήνες και τώρα κάποια αγκάθια άρχιζαν να πληγώνουν περισσότερο από κάποια άλλα και οι μήνες χρόνια και κάπου εκεί σ' εκείνες τις τελευταίες αναλαμπές του ήλιου που έδινε τη θέση του σε βροχή και σύννεφα, εκεί μέσα στην καρδιά του χειμώνα, ξύπνησαν ξαφνικά από ένα όνειρο που έβλεπαν μόνο αυτοί οι δύο και πάσχιζαν να θυμηθούν τι τους έφερε ως εδώ, κάτι στην πορεία είχαν ξεχάσει, ξέχασαν ποιοι ήταν πριν και δεν καταλάβαιναν ποιοι είχαν γίνει τώρα, ξύπνησαν και τα κορμιά τους είχαν μετατοπιστεί, είχαν αλλάξει θέση και σχήμα, το κρεβάτι είχε γίνει τόσο μικρό που δεν χωρούσε πια και τους δύο, δεν γελούσαν πια ο ένας με τον άλλο, ούτε μετρούσε ο ένας τις ελιές στο σώμα του άλλου, η απόσταση όλο και μεγάλωνε, ξύπνησαν εκείνο το χειμωνιάτικο, παγωμένο πρωινό και καλωσόρισαν μια σιωπή που ήρθε κι εγκαταστάθηκε σε όλο το μήκος του δωματίου τους, του σπιτιού τους και των στιγμών τους, που τίποτε άλλο δεν χωρούσε ανάμεσα σ' εκείνη και σε αυτούς, στην αρχή φοβήθηκαν, μετά άρχισαν να τη συνηθίζουν και τέλος την άφησαν να τους κυριεύσει ολοκληρωτικά, τόσο που οι λέξεις είχαν χάσει πια το νόημα τους και κοιτάζονταν και δεν είχαν τι να πουν, ούτε γέλαγαν, ούτε έκλαιγαν, απλά σιωπούσαν και κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν και δεν ονειρεύονταν πια, γιατί τα όνειρα είχαν χάσει τη γεύση και τον προορισμό τους.

 Άκου
▶ Francisco Canaro - Poema

 

Άνοιξη

Το Δουβλίνο άρχιζε ν' ανθίζει, ο ήλιος να λάμπει πάλι δειλά, οι υπαίθριες μιλόνγκες έδιναν κι έπαιρναν και μόνο εκείνοι απουσίαζαν και κανείς δεν ήξερε γιατί, κι ένα πρωινό εκείνος ξύπνησε και δεν την είδε πλάϊ του κι ένιωσε κάτι σαν κοφτερό μαχαίρι να του τρυπάει τα σωθικά, σηκώθηκε κι άρχισε να την ψάχνει παντού, να τρέχει σαν τρελός στους δρόμους κι εκείνη άφαντη, ξεκίνησαν τότε εκείνοι οι τρομακτικοί εφιάλτες που τον κρατούσαν ξάγρυπνο κάθε νύχτα, και κάθε βράδυ στα όνειρά του την αναζητούσε κι εκείνη ερχόταν ντυμένη στα λευκά πανέμορφη κι άπιαστη, και μόλις έκανε να την αγγίξει, ήταν τότε που μεταμορφωνόταν σ' ένα απαίσιο τέρας που ορμούσε να τον κατασπαράξει και το μόνο που ήθελε ήταν να ουρλιάξει, μα δεν μπορούσε, και ξεκίνησε να κρυώνει, κι ήταν ένα κρύο τόσο διαπεραστικό που υπέφερε, ήταν άνοιξη κι εκείνος κρύωνε, ο ήλιος έλαμπε κι εκείνος έτρεμε και τα βράδια το κρύο γινόταν όλο και πιο διαπεραστικό, σαν εκείνο το αποκρουστικό τέρας που ήθελε να τον αφανίσει, και η ανάσα του χανόταν και ήξερε πως αν δεν την έβρισκε θα πέθαινε, γιατί δεν μπορούσε ν' ανασάνει χωρίς αυτήν.

 Άκου
▶ Juan D' Arienzo - La Cumparsita

 

Φθινόπωρο

Και την είδε να κάθεται σ' ένα παγκάκι δίπλα στην λίμνη στο πάρκο Στίβενς Γκριν να κοιτάζει τα κίτρινα φύλλα που έπεφταν στο χώμα, και την πλησίασε όπως την πρώτη φορά που την είχε δει και χωρίς να την φωνάξει για να γυρίσει, άρχισε να της τραγουδάει το “Una cancion para la Magdalena”, το τραγούδι που χόρευαν σφιχταγκαλιασμένοι την νύχτα που είχαν γνωριστεί κι εκείνη δεν κουνήθηκε, μόνο σε δύο φευγαλέες στιγμές το σώμα της τραντάχτηκε ελαφρά και τότε εκείνος άρχισε να της λέει πως την αγαπάει για όλα όσα δεν είναι, για όλα όσα είναι και για όλα όσα μπορεί να γίνει, και πως εκείνος δεν μπορεί να είναι χωρίς εκείνη δίπλα του, και πως θέλει να βρει τον τρόπο να ονειρεύεται πάλι μαζί της, και πως οι σιωπές της δεν τον τρομάζουν πια και πως τώρα ξέρει τι να κάνει μ' αυτές, και πως θέλει ν' αρχίσει πάλι να κλαίει και να γελάει μαζί της, και πως χρειάζεται το σώμα της γιατί χωρίς εκείνο τον διαπερνά μια τέτοια παγωνιά που είναι αδύνατο να βγάλει τη νύχτα και τη μέρα και όλες τις μέρες, και πως από τότε που έφυγε δεν μπορεί να ανασάνει, και τότε γυρίζει να τον κοιτάξει ψάχνοντας να δει το βλέμμα του που είχε ξεχάσει, και το βλέπει, και του χαμογελάει και τότε εκείνος την σηκώνει ψηλά και την αγκαλιάζει σαν να την αγκαλιάζει για πρώτη φορά και κάτω από έναν ουρανό που προμηνύει καταιγίδα και γύρω από δέντρα γυμνά, χορεύουν ένα τάνγκο μνήμης, θύμησης και ξυπνήματος των μουδιασμένων αισθήσεων, που επαναλαμβάνεται από τότε για να τους θυμίζει να μην ξεχνάνε.

 Άκου
▶ Carlos Gardel / Penelope Cruz / Estrella Morente - Volver

Το τηλέφωνο χτυπάει κι εκείνη ζαλισμένη και δυσαρεστημένη που της διέκοψαν το όνειρο, απαντάει. Ήταν η Α. που της έλεγε για μια καινούρια μιλόνγκα που ξεκίνησε στη βόρεια πλευρά της πόλης.