Για το καινούριο σπίτι αγόρασα ένα μεγάλο ξύλινο ρολόι να το ‘χω κρεμασμένο να το ακούω τικ-τακ κάθε που τα γρανάζια του γυρίζουν. Αντί για τους συμβατικούς μοντέρνους αριθμούς μετράει λατινικά. Είναι λιγότερο αγχωτικό να σου μετράει τον χρόνο σε μια ξένη γλώσσα. Να μπερδεύεσαι, να μην καταλαβαίνεις.

Στο διπλανό δωμάτιο κοιμάται μια μικρούλα 7 ημερών. Νεογέννητη και εύθραυστη. Εκείνη έχει εμένα κι εγώ αυτήν κι οι δύο μαζί κανέναν άλλον. Εγώ το αποφάσισα και για τις δυο μας. Πριν ένα χρόνο αντί για ‘κείνη κοιμόταν ένας άλλος στο πλάι. Τώρα όχι. Εγώ το αποφάσισα, μου είπε. Μάλλον δεν αντέχω τους συμβατικούς αριθμούς. Δεν μπορώ να προσθέσω στο δύο. Ή εγώ τρελαίνομαι να χάσω δορυφόρους ή το σύμπαν τρελάθηκε και μου ‘δωσε «ψυχή». 

Τικ-τακ-τικ-τακ και τικ. Το βράδυ την κοιτάζω και μετράω τις πρώτες καινούριες φοβίες πάνω στους χτύπους της καρδιάς ενός ρολογιού που ξέρει να μετράει σε μια ξένη γλώσσα. Και γω στο τακ μαθαίνω μια νέα γλώσσα με ένστικτο και προσμονή για ό,τι ακυρώθηκε να ‘ρθει ξανά. Κι ύστερα στο τικ θαμπώνω την ανάμνηση της θέλησης που έγινε σάρκα, τώρα πια, και κολλάει πάνω μου να επιβιώσει. 

Εγώ αποφάσισα να ζήσει. 

Δεν είναι ρολόι που η μπαταρία θα τελειώσει κι αν το ξεχάσω θα πάψει να μετρά. Είναι ζωή.

Στην ζωή το τικ και το τακ χτυπούν αόριστα…