Ο ύπνος μου δεν ταιριάζει σε κανένα κρεβάτι. Τα ρούχα μοιάζουν τόσο ξένα πάνω μου. Οι αστερισμοί της φύσης πλανιούνται στα μάτια μου. Κάποιος βρέχει τα χέρια του στην κρύα πηγή. Και το σβέρκο μου κρυστάλλωσε. Θα ήθελα να ξεριζώσω τους καμένους κορμούς. Τις κιτρινισμένες ρυτίδες από την πράσινη παραλία. Τον ορίζοντα απ’ τον ορίζοντα που διεκδικεί μία πιο σύντομη εκδοχή. Ποτέ δεν κατάλαβα πως αφαιρούνε τόσα υγρά απ’ τον πόνο. Κι όμως, εδώ,  όλα πονάνε. Όλα περνάνε απ’ την διακριτή γραμμή του δέρματος στη σκοτεινή μεριά του σύμπαντος που με διέπει. Τα χέρια μου είναι ρίζες χωμένες στα πλευρά μου. Ξεριζώνοντας τα χρωματιστά ομοιώματα που θα έπρεπε να μοιάζουν με εμένα κι εσένα.

Είμαστε χαμένοι όταν είμαστε στο δρόμο. Όταν αγαπάμε είμαστε εμείς. Πορφυρές φωτιές χωρίς σφυγμό. Χωρίς φόβο. Χωρίς την έννοια του ορίου. Χωρίς δισταγμούς για το επόμενο βήμα. Είμαστε χαμένοι όταν είμαστε στο δρόμο. Δρόμος δεν υπήρχε. Δρόμοι είναι όσα επινοήσαμε, επινοώντας τη θέση μας στον κόσμο. Αιωρούμαι μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου επιπέδου σιωπής. Ξαπλώνω στο άγριο χορτάρι. Τα μάτια μου σβήνουν απαλά τη νευρικότητα της ύπαρξης. Κανείς δε μιλάει τη γλώσσα μου. Σβήνουν μία-μία οι στιγμές. Και μένω εδώ. Εδώ, μακριά απ’ τη συγχώνευση των άστρων.

Βγάζω απ’ την χτυπημένη μήτρα μου δεκάδες αποξηραμένα βελανίδια και τα εκτοξεύω με μια σφεντόνα δάκρυα. Ούτε που νιώθεις την πρόσκρουση. Αυτή την σκοτεινή θλίψη του πρωινού. Ο άνεμος σείει τον πόνο που αφαιρέσατε απ’ τη ζωή, πάνω στα φυλλώματα των δέντρων, κι αυτός επιστρέφει σαν απειλή. Εγώ καρφώνω στον τοίχο χιλιάδες προϊστορικές ζωγραφιές για να ξεφύγω από τα τείχη που χτίζεις. Κάνω εμετό τα περιττώματα που μου φύτεψες για να με κάνεις μια άλλη. Ξεγελιέμαι. Ξεγελιέσαι. Ξεγελιόμαστε. Μα η ομίχλη που με κυκλώνει με βοηθάει να κοιτάζω βαθύτερα μέσα μου. 

Κατεστραμμένες απολήξεις των νεύρων. Περνάμε δίχως αίσθηση στον εφιάλτη της Λογικής. Λογική είναι ένα λάθος της Φύσης. Το πρώτο λάθος. Μα έτσι που ζούμε σε μια φύση χωρίς Φύση, όλα είναι πιθανά. Επαίτες ενός Νέου Κόσμου. Αντικαταστήσαμε τα πρόσωπά μας με το σχήμα τους. Και μένουν τόσο λίγα για να χωρέσουν. Τα υπόλοιπα ουρλιάζουν σε μια νύχτα που συνηθίσαμε να μην κοιτάμε. Νιώθω τα βελανίδια στη μήτρα μου να μετατοπίζονται. Η ομίχλη υποχωρεί. Όλα είναι νεκρά κι επιστρέφουν στη Φύση για να εμμείνουν στην αιωνιότητα.

Καθρέφτης > Antichrist του Lars Von Trier