Μυθιστόρημα
Γιώργος Χειμωνάς
Εκδόσεις Κέδρος, 2008

 

 

 

 

Σ’ ένα σπίτι, που δεν ξέρουμε πού και τι και πώς και πότε, πρόσωπα που τ’ όνομά τους είναι μονάχα το αρχικό τους γράμμα, ας πούμε ότι ζουν. Όλα τα πρόσωπα είναι αρχικό γράμμα εκτός από τη Μαργαρίτα. Και τον Στέφανο με την Ανθή που εμφανίζονται στην αρχή της αφήγησης και που δεν ζουν μέσα στο σπίτι.

Γίνονται αναφορές στους τόπους: Θεσσαλονίκη, Παρίσι, Γιουγκοσλαβία, Λάρισα, Αθήνα.

Το «Μυθιστόρημα» ξεκινά με απόφαση θανάτου σε α’ ενικό: ο αφηγητής αποφασίζει να πεθάνει. Συγκεκριμένα είναι βράδυ, Οκτώβρης του 1965. Αυτό είναι και το μόνο στοιχείο χρονικού προσδιορισμού στο «Μυθιστόρημα». Ο Στέφανος και η Ανθή καταφθάνουν και τον αποτρέπουν από το θάνατο, μετά φεύγει μόνος του, πάει στο Παρίσι μέσω Βελιγραδίου. 

Εμφανίζεται ο Τ.. Το τέρας. Κρυφή ζωή, σαδισμός, σκληρή αλαζονεία. Κανένας δεν μπορεί να έχει γι’ αυτόν μιαν ευχή. Αγρύπνια, έπαρση, δυστυχία. Τον νοιάζει μόνον να μη χάσουν οι άλλοι απ’ τα μάτια τους τ’ ολόρθο του κεφάλι. Τους το ζητά. 

Ο Τ. ζει με την Α.. Σπίτι γεμάτο καθρέφτες. Η Α. τον ακολουθεί σαν ουρά. 

Τα παιδιά τους πεθαίνουν μόλις γίνουν 2 χρονώ. Αυτή τη στιγμή περιμένουν να πεθάνει και το τελευταίο. Πεθαίνει. 

Δεν ξέρουμε τι είδους κατάρα είν’ αυτή ή αν ο Τ. είναι ο Κρόνος που τα τρώει ή αν εν τέλει υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στα δύο ή αν αυτό έχει κάποια σημασία.

Το θέμα δεν είναι τα μωρά που πεθαίνουν: είναι η σχέση του Τ. με την Α. ή μάλλον όχι: το θέμα είναι ο Τ.: μην τυχόν και θυμώσει. Μην συγχυστεί, μην του χαλάσει η διάθεση εξ αιτίας αυτών των θανάτων. 

Στο σπίτι εκτός από τον Τ., υπάρχουν μόνο γυναίκες. Ανοίγουν και κλείνουν τις πόρτες σα φαντάσματα. Σαν καθαρίστριες. Ακούγεται το κλάμα τους από κάποιο διπλανό ή κάποιο πιο πέρα δωμάτιο. 

Το σπίτι είναι μακρόστενο με διαδρόμους. Κλειστοφοβικό. Σαν υποβρύχιο. Μόνον για μια στιγμή εμφανίζεται απ’ το παράθυρο η θέα της πέτρινης πολιτείας. 

Η Μαργαρίτα ποθεί τον Τ. αλλά η Α. είναι η δούλα του. Ο Τ. είναι ο αφέντης όλου αυτού του χαρεμιού του μακρόστενου σπιτιού που πεθαίνουν παιδιά και κανείς δεν μιλά γι’ αυτό για να μην συγχυστεί ο Τ..

Ξαφνικά χτυπά η πόρτα. 

Ο μεσσίας. 

Ο Γ. 

Το θεατρικό εύρημα.

Το έξωθεν στοιχείο που έρχεται να ταράξει το ήδη ταραγμένο μέσα.

Ταράζει.

Προκαλεί κινητικότητα. Οι γυναίκες του σπιτιού μουρμουρίζουν ανοιγοκλείνοντας τις πόρτες, κρύβουν τα πλεκτά τους. Θέλουν να φύγει. Δεν έχουν συνηθίσει σε επισκέψεις. Μακάρι να τις σκότωνε, αρκεί να έφευγε μετά. Αρκεί να μην πείραζε τον Τ., να μην τον ενοχλούσε. Οι γυναίκες σκιές, οι πάνινες γυναίκες, οι άβουλες, προτάσσουν τα στήθη τους να προστατεύσουν τον μοναδικό άντρα του σπιτιού, τον Τ., απ’ τον παράξενο ξένο. Από την απειλή του χτυπήματος της πόρτας και της εισβολής.

Αρκεί να μην πάθει κακό ο Τ. και να συνεχίσει αμέριμνος να φτιάχνει το περιδέραιο από χάντρες μωρουδίστικων ματιών. 

Φωνάζει, διατάζει, προστακτικές σε κατάφαση που όλες έχουν μέσα τους το μη, ο Τ.. Οι γυναίκες μαζεμένες γύρω του, εξαρθρωμένες από τις μασχάλες, εκτελούν τα κελεύσματά του μαριονετικά.

Ο ερχομός του Γ. ταράζει όντως τον Τ.. Ο Τ. καταρρέει για μια στιγμή και κλαίει. Είναι η μέρα και ώρα της κηδείας του τελευταίου μωρού με τα στρογγυλά γονατάκια σαν καρδιές αρνιού και τους βολβούς που τώρα κρέμονται περασμένοι στο κολιέ ματιών. Ο Τ. πενθεί οπότε ο Γ. πρέπει να περιμένει. Δεν θα του κάνει τίποτα, μόνο μια ιστορία έχει να πει, εν ανάγκη και δεμένος. 

 

Ο Γ. είναι γνώστης της αλήθειας. Μόνον εκείνος ξέρει. Έτσι ο Τ. εξαρτάται από τον Γ. Ο Γ. είναι μάρτυρας μιας σκηνής και γνώστης της πραγματικής φύσης του Τ.. Ο Γ. είναι ερωτευμένος με τον Τ. κι ο Τ. εξαρτά από τον Γ. όλο του το είναι γιατί μόνον ο Γ. ξέρει. Ο Γ. είναι ερωτευμένος με τον Τ. όπως και η Μαργαρίτα. Ο Γ. ξέρει. Η Α. τον βλέπει ανταγωνιστικά. Θέλει να τον βγάλει από τη μέση. Γιατί εκείνος ξέρει ενώ εκείνη δεν έχει ιδέα. Μόνο αγαπάει και υπηρετεί. Ενώ ο Γ. ξέρει. Είναι στοιχείο της ζωής του Τ.. Του βεβαιώνει τον εαυτό. Του επικυρώνει την υπόσταση.

Η Α. προσπαθεί να μάθει. Χρησιμοποιεί την αγάπη και την υποταγή της για να κάνει τον Τ. να μιλήσει για τον Γ..

Ο Τ. ξέρει πως αν οι άνθρωποι ανοίξουν το στόμα τους και μιλήσουν, οι πόλεις θα καούν. Ο Τ. ξέρει. Όπως κι ο Γ. ξέρει. Η Α. είναι από πανί. Είναι από άχυρο.

Ταπεινώνεται πεσμένη ευχαρίστως στα τέσσερα μπροστά του και καταπίνει ό, τι της δίνει. Στην αρχή μόνο τούφες από το πάτωμα. Ο Τ. την αυτοκτονεί. Η Α. τον βλέπει τεράστιο. Πεθαίνει πάνω στον εξευτελισμό. Ο Γ. έχει ήδη δολοφονηθεί σε άλλο δωμάτιο.

Μένει ο Τ. με την Μαργαρίτα, επιτέλους. Το σχέδιό της είχε φτάσει στο τέλος του. Στη μέση μιας πλατείας, ήταν έτοιμη, με το πλαστικό δοχείο της βενζίνης στα χέρια. 

 

 

Το «Μυθιστόρημα» ακούγεται σαν τα πλήκτρα της γραφομηχανής ενός ψυχιάτρου ο οποίος δακτυλογραφεί σημειώσεις για τα περιστατικά του μες στη νύχτα του γραφείου του. Τα πλήκτρα δημιουργούν ηχώ, σπάνε τη σιωπή σε κομμάτια κι αυτή η στακάτη μουσική ανάμεσα στις παύσεις, όσο χρειάζεται ο γιατρός για να σκεφτεί προτού γράψει, είναι ο λόγος, είναι η γραφή, είναι η λογοτεχνία. Η λογοτεχνία του «Μυθιστορήματος» είναι η ηχώ των λέξεών του μέσα στη σιωπή: το οργανικό σύνολο ήχου και σιωπής. 

Αισθανόμαστε το «Μυθιστόρημα» όχι με το μυαλό αλλά με τη σπονδυλική μας στήλη. Όπως ίσως θα ήθελε ο Χειμωνάς κι όπως σίγουρα το ήθελε ο Ναμπόκωφ: Να μην υπάρχει τίποτε το αναπαυτικό. Να μην βολευτούμε, να μην έχουμε διαβάζοντάς το πού να ακουμπήσουμε. 

Πράγματι. Στο «Μυθιστόρημα» δεν υπάρχει βατότητα, δεν υπάρχει ανάπαυση, δεν υπάρχει στήριγμα. Το «Μυθιστόρημα» είναι ανοίκειο. Δεν υφίσταται πουθενά η έννοια ή έστω η αίσθηση της λύτρωσης, ούτε για τον συγγραφέα ούτε για τον αναγνώστη. Ούτε για μια στιγμή. Είναι μόνιμα και οι δύο σε κατάσταση κρίσιμη. Τελούν εν μονίμω κρίσει. Το «Μυθιστόρημα» είναι η αιτία της κρίσης και είναι και το ηλεκτροσόκ.

Οι χαρακτήρες αποδίδονται αδρά, με ίσες δόσεις σαφήνειας και ασάφειας, δήλωσης και απόκρυψης. Σαν το φως ενός αργά περιστρεφόμενου προβολέα να περνά από μπροστά τους. Μια πρόταση ή και λέξη είναι αρκετή για να τους σκιαγραφήσει, τόσο έντονα, που τρυπάει το χαρτί. 

Το «Μυθιστόρημα» αποτελεί είδος από μόνο του. Συνιστά κατηγορία, τύπο και υπόδειγμα διηγήματος, στα όρια της νουβέλας και της τρέλας. Η ατμόσφαιρα είναι κλειστοφοβική. Στοιχεία ονειρικής γραφής και ονειρικής προσομοίωσης, εμπλέκονται με τον σουρεαλισμό και τον φανταστικό ρεαλισμό, χωρίς το αποτέλεσμα να είναι εν τέλει τίποτε απ’ όλα αυτά, μα ούτε και όλα αυτά μαζί.

Η γλώσσα λαξεύεται με την πιο λεπτή γραφίδα πάνω σε σπήλαια και βράχους. Οι φράσεις κόβονται, σταματούν ή μάλλον τελειώνουν μόνον όταν και εφόσον έρθει η στιγμή να τελειώσουν. Τότε και μόνο τότε. Οπότε σε πολλές από αυτές μπορεί να ελλείπει το ρήμα ή ακόμη και το ουσιαστικό. Ελλείπει η περαίωση: Διότι για κάποιον λόγο έπρεπε να διακοπούν απότομα. Για τον ίδιο λόγο, άλλες περίοδοι εκτείνονται σε πέντε, έξι ή και επτά σελίδες, χωρίς καθόλου στίξη. Γιατί δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να τελειώσουν και γιατί δεν έπρεπε επ’ ουδενί λόγω να διακοπούν. Γιατί μόνον έτσι μπορούσε να ειπωθεί ακριβώς αυτό που ήταν να ειπωθεί. 

Με το «Μυθιστόρημα», το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα γίνεται λογοτεχνία. Το έργο δεν διαπνέεται από κανένα μοτίβο γραμμικότητας, σπειροειδούς ή μαιανδρικής ανάπτυξης: από κανένα εν γένει γνωστό ή αναγνωρίσιμο μοτίβο. Σπάει όλες τις φόρμες. Ακολουθεί τους δικούς του άγραφους κανόνες. Τους κανόνες του «Μυθιστορήματος». Τους κανόνες που το ίδιο εισάγει, αυτούς και ακολουθεί. 

Είκοσι επτά σελίδες από την πένα του Γιώργου Χειμωνά. Είναι αρκετές είκοσι επτά σελίδες του για να σε παρασύρουν ή μάλλον να σε οδηγήσουν πίσω στο ασυνείδητο με έναν τόσο ειδικό τρόπο ώστε να αντιληφθείς ότι η κατάθλιψη ίσως να είναι απλώς σύμπτωμα νοημοσύνης και ως τέτοια, από ένα σημείο και μετά, αναπόφευκτη για τους νοήμονες. Και τούτο, χωρίς ο Χειμωνάς να εμπλέκει ή να συγχέει κατ’ ουδένα τρόπο τη συγγραφική με την ιατρική του ιδιότητα. Απαλλαγμένος από φροϋδισμούς και κοινοτοπίες, ο Γ. Χειμωνάς γράφει υπό την ιδιότητά του ως εξαιρετικά νοήμονος κοινωνού της ανθρωπότητας και ως αρχιτέκτονα του φόβου που κλείνει μέσα του το μεσημέρι στις πόλεις της ζωής. Χωρίς καμία επιτήδευση, καθώς αυτό θα ήταν περιττό: το μεσημέρι στις πόλεις της ζωής είναι από μόνο του τρομακτικό κι ο συγγραφέας το γνωρίζει αυτό καλά. (Φορά άλλωστε μαύρα γυαλιά, μέρα νύχτα). Ο ίδιος ο ιστός που λέγεται ζωή είναι από μόνος του τρομακτικός και πάντως, όχι ο θάνατος. Οι αναφορές του «Μυθιστορήματος» στον θάνατο, υπό τη μορφή της αυτοκτονίας, της ετεροκτονίας, της παιδοκτονίας, δεν είναι αυτές που τρομάζουν και σίγουρα δεν χρησιμοποιούνται με τέτοια πρόθεση. 

Ο Χειμωνάς με τη μέγιστη δυνατή δεινότητα, επίγνωση, συναίσθηση, επιλέγει τις λέξεις και τη φόρμα που αποδίδουν, που δίνουν σχήμα και υπόσταση στο ανείπωτο. Ο Χειμωνάς, με την ποιότητα του εμπόλεμου καλλιτέχνη, υπογράφει φαρδιά πλατιά το «Μυθιστόρημα» και κάνει τον Μοντερνισμό να στέκεται ολόρθος και ευθυτενής, σαν να μη συμβαίνει τίποτε: σα να πρόκειται για πυλώνα της ΔΕΗ.