Μη Ένωση

Έφτασε ιδρωμένη.
Πριν μπει στο ασανσέρ, για να μη γυαλίζει,
προσπάθησε να κάνει λίγο αέρα με τη βαριά του
πόρτα.
Βγήκε στον ορισμένο όροφο,
της άνοιξαν που χτύπησε το κουδούνι.
Στην αίθουσα αναμονής ένας καναπές με ξύλινα πόδια άρρωστου
σκύλου.
Στον καναπέ αυτόν ήταν που κάθισε και περίμενε και.
Εκείνος δεν φάνηκε. Ώρα μετά,
της είπαν ευγενικά ότι είναι σύνηθες και να μην το πάρει προσωπικά.
Της έδωσαν το καπέλο της στο χέρι.
Ακολούθησε η κίνηση της μισής αγκαλιάς που στην πραγματικότητα υποδεικνύει στον άλλον
την έξοδο
από
κάποιο
χώρο.

 

Μαρζινάλ

Ήθελα απόψε
να μ’ έπαιρνε ο Μπουκόφσκυ
να πηγαίναμε ιππόδρομο.
Θα ποντάραμε κι οι δύο και θα χάναμε.
Κι έπειτα εκείνος θα μου εξηγούσε
γιατί το άλογό μου απ΄ την αρχή,
ήτανε καταδικασμένο.
Για το δικό του δεν θα ‘ξερε να πει
ή μάλλον θα βαριόταν.
Ύστερα, με τα ρέστα μας,
Στο μπαρ της γωνίας θα γινόμασταν στουπί,
τόσο,
που θα ‘βλεπα το πρόσωπό του από κοντά
κι έτσι όπως θα ‘ταν διάστικτο, θολό κι αξύριστο και πράσινο,
θα μου φαινόταν σα γκαζόν με τρύπες.
Εκεί που παίζουνε το γκολφ.

 

Μεσημεριανό Όραμα

Καθόσουν
στο γραφείο των παιδικών μου χρόνων
        -το άσπρο-
κι έτσι όπως είχε μπλέξει ο ήλιος ανάμεσα στα μαλλιά σου
μοιάσαν προς στιγμή
με τα δικά μου.
 

Στα χέρια σου, κρατούσες
σελίδες χειρόγραφες, γεμάτες
-που αποδείχτηκε πως ήταν τα γραπτά μου-
και μου τις επέστρεφες.
 

Είπες.
Επειδή τη γραφή σου την ποθώ,
απάλλαξέ τη απ’ τη μανιέρα.
Και τίποτ’ άλλο δεν είπες παρά
κρατούσες τα γραπτά μου
σα να ‘ταν πλάκες και σαν εσύ ο
Μωυσής.