Πάνω στο πεζοδρόμιο κοιμάται η ενοχή μας. Δυο πατούσες έξω απ’ την λερή κουβέρτα. Δυο πατούσες. Μια αλήθεια· ξεγυμνωμένη στο αγιάζι. Μια σάρκα που έγινε ένα με το ακρυλικό υφάδι της κουβέρτας, εύθραυστο καταφύγιο απ’ τις σκληρές τούτες μέρες.

Δίπλα, ένα ζευγάρι πιο μαλακές. Ονειρεύονται τα μωσαϊκά που στράγγιξαν απ’ τη δροσιά τους, τους χορούς που χόρεψαν σε αλλοτινά γιορτάσια, τον ιδρώτα που άρδευσαν από τη μάνα του σπασμού. Έχει σκεπάσει τα μάτια, κρύφτηκε μέσα στην υφασμάτινη σπηλιά και περιγελάει τους ξεπεσμένους πρίγκιπες που τρέχουν να χτυπήσουν τις καρτούλες τους· η κοιμωμένη του χαμού.

Ανάμεσά τους ένα μικρό παιδί. Τα χεράκια του παλεύουν με το φως, προσπαθούν να χουφτώσουν τις ακτίνες που πήγαν και φώλιασαν μέσα στο κίτρινο πλαστικό μπιμπερό, αναδεύοντας το μπαγιάτικο νερό του. Απέναντι πάλλει μια φωτεινή επιγραφή. «Πρακτορείο ασφαλειών». Κόκκινες κι άσπρες ριπές στο νυχτερινό μαγνάδι που σύντομα θα διαλυθεί μέσα στο μύλο του αναιμικού πρωινού.

Τα σπίτια μικρύνανε και γίνανε δυο τετραγωνικά κουβέρτας και κορμιών. Σε λίγο θα μαζευτούν μέσα σε μια κακοπαθημένη βαλίτσα και θα πάνε παρακάτω. Τα σπίτια βγάλανε πόδια. Τα σπίτια ρίξανε τους τοίχους τους και δείχνουν αδιάντροπα τα σωθικά τους. Τα πόδια βγάλανε τα παπούτσια τους και γίνανε σπίτια.