Βασίλης Αμανατίδης



Κόσμος
Witold Gombrowicz
Εκδόσεις Νεφέλη, Νοέμβριος 2012
Μετάφραση - Επίμετρο - Χρονολόγιο: Βασίλης Αμανατίδης

 

 

 

Δυο νεαροί, ο Βίτολντ και ο Φουξ, συναντιούνται τυχαία σε μία πολωνική παραθεριστική πολίχνη. Θέλοντας να αποφορτιστούν από τα άγχη και την ανία της περίπλοκης μα τετριμμένης ζωής τους, εντοπίζουν μία απομονωμένη οικογενειακή πανσιόν στην οποία αποφασίζουν να καταλύσουν. Όμως πριν καλά καλά προλάβουν να φτάσουν, βρίσκονται μπλεγμένοι στα δίχτυα ενός μακάβριου συμβάντος, και λίγο αργότερα στις ιδιόμορφες δραστηριότητες και στις ψυχικές διακυμάνσεις της οικογένειας που κατοικεί εκεί. Ποιο είναι το αόρατο νήμα που συνδέει ένα κρεμασμένο σπουργίτι, δυο γυναικεία στόματα, ένα βέλος, ένα κλαράκι, ένα κοντάρι, μια γάτα και έναν παπά; Και ποιος ο αυτουργός των γελοίων εγκλημάτων τούτης της σεβάσμιας οικίας; Υπάρχει άραγε λύση στο αίνιγμα αυτό;

Κινούμενος με παιγνιώδη ελευθερία μέσα στο είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας, ο μεγάλος Πολωνός συγγραφέας Βίτολντ Γκομπρόβιτς (1904-1969) εξερευνά διασκεδαστικά και με σαρδόνια ειρωνεία την αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης, την τυχαιότητα και αυθαιρεσία της γλώσσας, το δαιμονικό αστείο της ανθρώπινης ελευθερίας, τα όρια του εαυτού, αλλά και την απόπειρα του ανθρώπου να επιφέρει τάξη στο χάος του ψυχισμού του και του κόσμου.

Το Κόσμος τιμήθηκε το 1967 με το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας (Formentor), ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεθνή αναγνώριση του Γκομπρόβιτς, ο οποίος έζησε τα περισσότερα χρόνια της ώριμης ζωής του αυτοεξόριστος στο Μπουένος Άιρες. Τελευταίο και πιο προσωπικό έργο του, αλλά και ένα από τα πλέον ακατάτακτα και ιδιαίτερα μυθιστορήματα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Γκομπρόβιτς που δεν είχε εκδοθεί στα ελληνικά, και εκδίδεται τώρα σε μετάφραση του Βασίλης Αμανατίδη, ο οποίος υπογράφει επίσης το μεταφραστικό επίμετρο, καθώς και το εκτεταμένο χρονολόγιο και την εργογραφία του συγγραφέα.

 

[απόσπασμα από το Κεφάλαιο XI]

Λίγο λίγο, νέα πνοή ζωής άρχισε να αναπτύσσεται μες στο κάρο, σαν σε μακρινό πλανήτη, και έτσι η Λένα, μέχρι κι ο Λούντβικ, υπό την επήρεια των Λουλούδων αφέθηκαν να βυθιστούν και αυτοί στις λουλουδιές, και η Λένα αναφώνησε: «μα τι στην ευχή κάνεις εκεί, Λούντβικ;!», ενώ με τη σειρά του εκείνος είπε: «ηρέμησε, γλυκιά μου!»… Παρακολουθούσα στα μουλωχτά, απίστευτο, δηλαδή μπορούσαν και αυτοί να είναι έτσι; Ώστε έτσι ήταν μεταξύ τους; Τι παράξενο ταξίδι, απρόσμενο, πήραμε να κατηφορίζουμε από τα ύψη, οι αποστάσεις γίνονταν βραχύτερες, οι διογκώσεις του εδάφους γλιστρούσαν κάτω και απ’ τις δυο πλευρές, η Λένα τον απειλούσε κουνώντας του το δάχτυλο, εκείνος πετάριζε τα βλέφαρα… μία επιπόλαιη, επιφανειακή ευθυμία, όμως όπως και να ’χει ήταν ικανοί να την έχουν… ενδιαφέρον… το να απομακρύνεσαι είχε εντέλει και τα προνόμιά του, και τελικά μέχρι κι εγώ κατόρθωσα να κάνω κάνα δυο καλαμπουράκια, τι στην ευχή, στο κάτω κάτω σε εκδρομή ήμασταν! 

Τα βουνά, που για πολλή ώρα ολοένα πλησίαζαν, χύμηξαν ξάφνου από όλες τις πλευρές, μπήκαμε μέσα σε μια κοιλάδα, τουλάχιστον εδώ μια ευλογημένη σκιά απλωνόταν πάνω απ’ τις πλαγιές, η βλάστηση λαμποκοπούσε από ψηλά ηλιόλουστη – και μια σιωπή, ένας Θεός ξέρει από πού, από παντού, και μια δροσιά που έρεε σαν ποταμάκι κελαρυστό, ω, μα ήταν μούρλια! Μια καμπή, στροφή, κατσάβραχα και βουνοκορφές ορθώνονται, αιφνίδια βάραθρα, εξουθενωτικοί λιθώνες, θόλοι πράσινοι, απαλοί, κορυφές ή ακρώρειες, οδοντωτές κορυφογραμμές και επιφάνειες κάθετες, κατακρημνιζόμενες, πάνω τους θάμνοι κρεμασμένοι, και παραπέρα, κοτρόνες στα ύψη, λειμώνες μέσα σε μια κατολίσθηση σιωπής, που ενέσκηπτε ακατανόητη, καθολική, σαρωτική, αμετακίνητη, επεκτατική, και τόσο συντριπτική, ώστε μπροστά της τα κροταλίσματα του κάρου μας και το ασήμαντο κατρακύλισμά του φάνταζε σαν κάτι ξέχωρο. Το πανόραμα αυτό συνεχίστηκε για λίγο αδιάπτωτο, έπειτα κάτι καινούριο ανέκυψε και επιβλήθηκε, ήτανε τόσο γυμνό ή περιπλεγμένο, ή αστραφτερό, πού και πού ηρωικό, υπήρχαν βάραθρα, σκληρύνσεις, σχισμές, χαίνοντα βράχια σε πολλών ειδών παραλλαγές, και φέρ’ ειπείν παραπέρα, ποιμενικές σκηνές, σε ανυψούμενους, κατερχόμενους ρυθμούς, συντεθειμένες από θάμνους, δέντρα, τραύματα, κακώσεις, καθιζήσεις, πλανόνταν κι εισέρχονταν, τη μια ως ειδύλλια γλυκά, δαντελωτά την άλλη. Πολλά και διάφορα πράγματα – πολλά και διάφορα υλικά – αλλόκοτες αποστάσεις, ιλιγγιώδεις συστροφές, ένας χώρος ερμητικά παγιδευμένος, που εφορμούσε ή υποχωρούσε, που περιελισσόταν ή συστρεφόταν, που ανυψωνόταν ή καταβυθιζόταν. Κίνηση, τεράστια, αμετακίνητη.

«Πο πο, Λούλο, τι πράμα είν’ αυτό, ε!»

«Λούλο, φοβάμαι… Φοβάμαι να κοιμηθώ μόνη μου». 

Συσσώρευση, περιδίνηση και σύγχυση… πάρα πολλά, πάρα πολλά, πάρα πολλά πράγματα, συνώθηση, κίνηση, στοίβαγμα, σύντριψη, πάρα πολύ σπρώξιμο, μια γενικευμένη οχλοβοή, τεράστια μαστόδοντα καταληψίες ενός χώρου που, μέχρι ν’ ανοιγοκλείσεις τα μάτια, θρυμματίζονταν σε χιλιάδες λεπτομέρειες, συνδυασμούς, πέτρινους όγκους, συμπλοκές, μέσα σε ένα άτσαλο χάος, κι έξαφνα όλες εκείνες οι λεπτομέρειες επανασυναρμολογούνταν σχηματίζοντας μία ακαταμάχητη μορφή! Όπως ακριβώς και την άλλη φορά, στους θάμνους, την άλλη πάλι μπροστά στον τοίχο, σε σχέση με το ταβάνι, μα όπως και μπρος στο σωρό των σκουπιδιών με το κοντάρι, όπως στην καμαρούλα της Κατάσια, κι όπως με τους τοίχους, τα ντουλάπια, τα ράφια, τις κουρτίνες, όπου επίσης συνέβαιναν σχηματοποιήσεις και διαμορφώσεις – αλλά ενώ εκείνα ήταν απλώς ασημαντότητες, τούτο εδώ ήταν μία μαινόμενη θύελλα ύλης. Και εγώ είχα πλέον γίνει τόσο καλός αναγνώστης της νεκρής φύσης, που, παρά τη θέλησή μου εξέταζα, ερευνούσα και μελετούσα, λες και υπήρχε όντως κάτι εδώ προς αποκρυπτογράφηση, και αγωνιζόμουν να αδράξω τους αενάως νέους συνδυασμούς, που το μικροσκοπικό μας κάρο ξετύλιγε μπροστά μας, κροταλίζοντας μέσ’ απ’ τον κόρφο του βουνού. Παρά ταύτα, τίποτα. Τίποτα. Ένα πουλί εμφανίστηκε, μετέωρο – ψηλά στον ουρανό, ακίνητο – γύπας, γεράκι, αετός; Πάντως όχι, δεν ήταν σπουργίτι, μα ακριβώς και μόνο επειδή δεν ήταν σπουργίτι ήταν εντέλει ένα μη σπουργίτι, και έτσι, ως μη σπουργίτι, ήταν τελικά σπουργίτι… 

Ω, Θεέ μου! Πόσο ευφράνθηκα από τη θέα αυτού του μοναχικού πουλιού, έτσι που δέσποζε μετέωρο πάνω από το καθετί, υπέρτατο! Το ύψιστο σημείο, το βασιλικό σημείο. Αλήθεια; Στην ουσία με είχε πια κουράσει η εκεί αταξία στο σπίτι, το κουβάρι, το χάος των στομάτων, των κρεμασμάτων, η γάτα, το τσαγερό, ο Λούντβικ, το κλαράκι, το λούκι, ο Λέον, το βάρεμα, το κοπανητό, το χέρι, το σφυροκόπημα, η βελόνα, η Λένα, το κοντάρι, το βλέμμα του Φουξ, και ούτω καθεξής, και ούτω καθεξής κ.λπ., κ.λπ. κ.λπ., σαν μέσα σε ομίχλη, σε κέρας Αμαλθείας, χάος… Ενώ εδώ ένα πουλί βασίλευε μέσα στο σύνολο γαλάζιο –ωσαννά!– πώς ήταν ποτέ δυνατόν τούτο το μικροσκοπικό απόμακρο σημείο να είχε επιβληθεί κι επικρατήσει σαν κανονιοβολισμός, ενώ κάτω απ’ τα πόδια του έχασκαν το χάος και η σύγχυση; Κοίταξα τη Λένα. Κοιτούσε το πουλί.

Που μας παρέκαμψε διαγράφοντας ένα ημικύκλιο, αφήνοντάς μας ξανά μες στον μανιασμένο ορυμαγδό των βουνών, πέραν των οποίων υπήρχαν βουνά άλλα, το καθένα αποτελούμενο από ποικίλες περιοχές με πέτρες σε αφθονία –ναι, μα πόσες πέτρες;– και έτσι, εκείνο που μέχρι πριν λίγο ήτανε «πίσω», προχωρούσε τώρα προς την εμπροσθοφυλακή της προελαύνουσας στρατιάς, μέσα σε μία απόξενη σιωπή, που ώς ένα βαθμό εξηγούνταν από την ακινησία της οικουμενικής κίνησης, Λούλο, πο πο, κοίτα αυτόν το βράχο! Λούλα, το βλέπεις, ίδιο με μύτη είναι! Κοίτα, Λούλο, εκείνον τον παππούκο με την πίπα! Κοίτα εκεί στ’ αριστερά, το βλέπεις που κλοτσάει κάτι με τις μπότες του! Ποιος κλοτσάει, πού κλοτσάει, νά μια καμινάδα! Και άλλη μία στροφή πύκνωσης, ένα μπαλκόνι καταπάνω μας, έπειτα ένα τρίγωνο – και ένα δέντρο που ξάφνου σου αιχμαλωτίζει το βλέμμα – από κάπου κρεμάμενο – ένα απ’ τα πολλά – που εξίσου σ’ το αιχμαλωτίζουν, όμως διαλύθηκε κι αυτό, μεμιάς χάθηκε, πάει. Ένας παπάς.

Με ράσο. Καθόταν πλάι στο δρόμο, πάνω σε ένα βράχο. Ένας παπάς, καθισμένος σε βράχο μέσα στα βουνά; Αυτό μου θύμισε το τσαγερό, γιατί ο παπάς ήτανε σαν εκείνο το τσαγερό, εκεί πέρα. Το ράσο ήταν κι αυτό κάτι επιπλέον.

Σταματήσαμε.

«Να σας πάμε κάπου, Πάτερ;»

 

[απόσπασμα από το μεταφραστικό επίμετρο του Βασίλη Αμανατίδη]

Ο κωμικός και παρωδιακός χαρακτήρας των μυθιστορημάτων του Γκομπρόβιτς, η επιστροφή του στο πικαρέσκο, η αγάπη του για τον Cervantes, τον Rabelais, τον Voltaire, τον Swift, τον Sterne, τον Gogol, τον αναδεικνύουν μάλλον ως έναν παράδοξο ύστερο μοντερνιστή, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί –τώρα που ίσως βλέπουμε τα πράγματα από μιαν απόσταση– ακόμη και ως πρόδρομος του μεταμοντερνιστικού μυθιστορήματος. Γιατί ελάχιστη είναι η σχέση του Γκομπρόβιτς με τους αμιγείς μοντερνιστές (Joyce, Woolf, Lawrence, Proust, Mann, Broch, Musil, Kafka), ενώ πιο εύλογο θα ήταν εάν λέγαμε πως κατορθώνει και γεφυρώνει την μεγάλη απόσταση που χωρίζει –ας πούμε– τον Proust από τον Pynchon. Η δημιουργία παρωδιών ποικίλων μυθιστορηματικών ειδών, η έλξη του προς την ειρωνεία, η έλλειψη ασκητικής αυστηρότητας, το παιγνιώδες στυλ, η εμμονή του στην παραδοσιακή εξέλιξη της πλοκής βάσει χρονολογικής ακολουθίας, η ανάγκη του για το συγκεκριμένο έναντι του αφηρημένου, η επιθυμία του για ένα υλικό ελαφρύ και αξιανάγνωστο, ακόμη η χρήση της ημι-αυτοβιογραφικής περσόνας του ως αφηγητή, η μετατόπιση του ζητήματος από τη σχέση με τον εαυτό προς τη σχέση με τους άλλους, οι υβριδικές του τάσεις, τα σχόλια του για τον μη αυθεντικό εαυτό, το φύλο και την ασεξουαλικότητα είναι στοιχεία που τον ενώνουν κατά κύριο λόγο με το «μετά» τον μοντερνισμό. Αντί του εσωτερικού μονολόγου, ο Γκομπρόβιτς προκρίνει ένα παιγνιώδες είδος «εξωτερικού» μονολόγου – προορισμένου, θαρρείς, να μιληθεί και να παρασταθεί μπροστά σε κοινό. Δεν ξεχνά ποτέ πως είναι διασκεδαστής, κάτι που πολλοί συγγραφείς του μοντερνισμού ούτε διανοήθηκαν ποτέ να είναι. Λογικό, αφού πίστευε πως μόνο το γέλιο σώζει –έστω προσωρινά– τον μασκαρεμένο άνθρωπο από τον εγγενή πόνο και τρόμο της ύπαρξης. Όμως το γέλιο μέσα από την τέχνη: τον καλύτερο τρόπο που διαθέτουν οι άνθρωποι για να δώσουν κάποια αξία στη δική τους μορφή.

Ο ίδιος έλεγε: «Είμαι χιουμορίστας, κλόουν, σχοινοβάτης, προβοκάτορας, τα έργα μου κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να ικανοποιήσουν, είμαι τσίρκο, λυρισμός, ποίηση, τρόμος, πάλη, πλάκα και παιχνίδια – τι άλλο θέλετε;» Ήδη το 1936 πάντως, ο φίλος του και μέγας Πολωνός πεζογράφος Bruno Schulz σε μία του επιστολή τον ξεσκέπαζε απ’ τη μάσκα του, ομολογώντας επίμονα εκείνο που ο βιτριολικός Βίτολντ ίσως και να μην αφηνόταν ποτέ να πει: «Έχεις τη στόφα του μεγάλου ανθρωπιστή, η παθολογική σου ευαισθησία για τις αντινομίες δεν είναι παρά η νοσταλγία του οικουμενικού, η επιθυμία να εξανθρωπίσεις βάρβαρες ζώνες, να απαλλοτριώσεις μία μία τις ιδεολογίες, για να τις ενσωματώσεις στο αχανές πεδίο της ενότητας».

▲ Φωτογραφία του Γκομπρόβιτς από τα παιδικά του χρόνια στο Μαγουοζίτσε της Πολωνίας