Με μια ματιά
Έτος Παραγωγής: 2012
Διάρκεια: 101’
Παραγωγή: Ελλάδα-Ρωσία
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σμαραγδής
Σενάριο: Γιάννης Σμαραγδής

 

Στις 11 Οκτωβρίου 2012 βγήκε στις αίθουσες η νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή με τίτλο Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι (πρωτότυπος τίτλος: God Loves Caviar). Μέσα στο πρώτο (και πάντοτε κρίσιμο) τετραήμερο προβολών ο αριθμός των εισιτηρίων που κόπηκαν έφτασε τα 85.000 πανελλαδικά. Η αθρόα προσέλευση θεατών σε καιρούς κρίσης και ενίοτε τα χειροκροτήματα του κοινού στο τέλος της παράστασης καταδεικνύουν,  μεταξύ άλλων, την ανάγκη ενός λαού για παραμυθία αλλά και πρότυπα να ταυτιστεί. 

Η ταινία καταπιάνεται με τη ζωή του εθνικού ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη (1745 ή 1750-1825). Στην εποχή του Μνημονίου, όπου οι ηγεσίες απαιτούν χρήματα από το λαό, η μορφή του Βαρβάκη, που πρόσφερε την περιουσία του στο έθνος, προκαλεί αναπόφευκτους συνειρμούς.

Η ταινία ξεκινά στην Αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο του 1825. Μια βάρκα μεταφέρει φρουρούμενο τον, γερασμένο πια, ήρωα στο τοπικό λοιμοκαθαρτήριο. Εκεί ο Άγγλος αξιωματούχος του νησιού (John Cleese) παραλαμβάνει τον κρατούμενο, ακούγοντας συγχρόνως την ιστορία του δια στόματος Λεφεντάριου, ενός προσώπου αινιγματικού και αμφιλεγόμενου, που αλλάζει «στρατόπεδα» ακολουθώντας τους καιρούς. Συγχρόνως, μια παρέα παιδιών που παρακολουθούν την άφιξη του νεοφερμένου στο νησί, μαθαίνουν την ιστορία του Βαρβάκη από τον Ιβάν, τον άνθρωπο που τον υπηρέτησε με ζήλο επί μακρόν. 

Μεταφερόμαστε έτσι στην εποχή όπου ο Βαρβάκης δρούσε στο Αιγαίο ως πειρατής. Τότε ο Λεφεντάριος, ως διαμεσολαβητής των Ρώσων,  τον πείθει να τους συνδράμει στο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο πυρπολώντας τον τουρκικό στόλο. Τα ανδραγαθήματά του θα τον οδηγήσουν στις τουρκικές φυλακές, από όπου όμως τελικά θα απελευθερωθεί με την προσωπική μεσολάβηση του Λεφεντάριου. Ο  Βαρβάκης πλέον βρίσκεται μόνος και αποφασίζει να διανύσει 5.000 χιλιόμετρα περπατώντας μέχρι την Αγία Πετρούπολη, την πρωτεύουσα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Εκεί θα ζητήσει ακρόαση από την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄, την εύνοια της οποίας θα κερδίσει, μαζί με την άδεια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα. Η εμπορική του δραστηριότητα θα στεφτεί με επιτυχία προσφέροντάς του μεγάλη οικονομική επιφάνεια και τρυφηλή ζωή και θα εγκατασταθεί στο Άστραχαν. Σταδιακά, στο διάβα του θα βρεθούν καινούργια πρόσωπα: ο Ιβάν, ο αφοσιωμένος «δούλος» του, που θα τον ακολουθεί ως το τέλος, η «ξεχασμένη» κόρη του Μαρία που, ενήλικη πια, έρχεται από την Ελλάδα διεκδικώντας μερίδιο στη ζωή του και ο διδάσκαλος Κίμων, ο οποίος αναλαμβάνει να εμφυσήσει στον αγράμματο Βαρβάκη τη μόρφωση. Μια τυχαία; συνάντηση με έναν ψαρά-απεσταλμένο του Θεού θα σταθεί αφορμή να ανακαλύψει το χαβιάρι. Η πρωτοποριακή του ιδέα να συσκευάζει την πολύτιμη τροφή σε βαρέλια από ξύλο φλαμουριάς, δίχως αυτή να υφίσταται αλλοιώσεις, εκτινάσσει την επιχειρηματική του δράση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το έδεσμα θα ευφράνει πρωτίστως το Παλάτι, με συνέπεια να του παραχωρηθεί το αποκλειστικό δικαίωμα εμπορίας του στην Ρωσική επικράτεια.

▲ Catherine Deneuve & Χριστόφορος Παπακαλιάτης. Φωτογραφία από τον Νίκο Νικολόπουλο.

Όμως η μοίρα του Βαρβάκη αρχίζει να αλλάζει. «Η θάλασσα μια σου δίνει, μια σου παίρνει», κατά τη φράση του Ιβάν. Ερωτεύεται την ασθενική κόρη ενός ξεπεσμένου αριστοκράτη. Παντρεύονται και αποκτούν ένα γιο. Σύντομα ωστόσο συνειδητοποιεί ότι τα πλούτη δεν μπορούν να αγοράσουν την αγάπη της. Ως αποκορύφωμα του συναισθηματικού χάσματος, θα πιάσει τη γυναίκα του επ’ αυτοφώρω στο κρεβάτι με τον Κίμωνα. Ο Βαρβάκης, ωστόσο, θα φανεί μεγαλόψυχος, αναγνωρίζοντας το δικό του ψυχικό έλλειμμα. Η γυναίκα του τον εγκαταλείπει και εκείνος ζητεί από μια πόρνη, γνώριμή του από τα παλιά, να αναλάβει την ανατροφή του παιδιού του.

Όταν κηρύσσεται η Επανάσταση του 1821, ο ήρωας θα συνδράμει τους Έλληνες, εξοπλίζοντας πλοία. Όμως ένα νέο «χτύπημα» του επιφυλάσσει η μοίρα: ο ενήλικος πλέον γιος του αρνείται να αναλάβει την αρχηγεία του στόλου του, αποκαλύπτοντάς του σε κατάσταση μέθης: «Δεν αισθάνομαι Έλληνας…Θα πάρω το επώνυμο της μάνας μου…» Λίγο αργότερα αυτοκτονεί. Ο Βαρβάκης, εγκαταλελειμμένος πια αφιερώνεται εξολοκλήρου στον Αγώνα. Επιστρέφει στην Ελλάδα, αφήνοντας στην κόρη του τις επιχειρήσεις του. Επισκέπτεται την πατρίδα του, τα Ψαρά, που μόλις έχουν σφαγιαστεί από τους Τούρκους (1824), και προσπαθεί να ανακουφίσει τους επιζώντες. Συναντιέται επίσης με τον Κολοκοτρώνη. 

Στο μεταξύ, θα γίνει στόχος των δολοπλοκιών της προσωρινής ελληνικής κυβέρνησης η οποία, αφού πρώτα τον τιμήσει για την προσφορά του στο έθνος, τον στέλνει στο λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου με πρόσχημα ότι πάσχει από λοιμώδη νόσο. Πρόσωπο κλειδί στις εξελίξεις, ο Λεφεντάριος, που τώρα έχει προσχωρήσει στο Αγγλικό «στρατόπεδο». Τούτη τη φορά θα στερήσει την ελευθερία από τον άνθρωπο που στην πραγματικότητα εκτιμά, καθώς παραδέχεται ο ίδιος. «Γιατί είναι τόσο επικίνδυνος;» τον ρωτά ο Άγγλος αξιωματούχος. Ο Λεφεντάριος: «Τολμά να ονειρεύεται» 

Το τέλος λοιπόν οδηγεί στην αρχή και οι δύο αναδρομικές αφηγήσεις στο παρόν. Η παρέα των παιδιών, γνωρίζοντας πλέον μέσω του Ιβάν τον βίο και τα έργα του ήρωα, θα σπεύσουν να τον ελευθερώσουν τη νύχτα, δίχως ιδιαίτερη δυσκολία. Ο Βαρβάκης επιβιβάζεται στη βάρκα και δραπετεύει. Στο ταξίδι όμως θα πεθαίνει, αφού πρώτα γευτεί λίγο χαβιάρι. «Πώς νοιώθεις;» Τον ρωτά ο Ιβάν. «Ελεύθερος» προφέρει για τελευταία φορά ο ήρωας.  

Ο ελληνικός κινηματογράφος λίγες φορές επένδυσε σε κορυφαίες ιστορικές προσωπικότητες. Κυρίως πρόκειται για τα έργα:  Μπουμπουλίνα (1959) του Κώστα Ανδρίτσου, Παπαφλέσσας (1971) του Ερρίκου Ανδρέου, Μαντώ Μαυρογένους (1971) του Κώστα Καραγιάννη, Παύλος Μελάς (1974) του Φίλιππου Φυλακτού, Ελευθέριος Βενιζέλος (1980) του Παντελή Βούλγαρη. Κάποιες μάλιστα γυρίστηκαν επί δικτατορίας, στο πνεύμα της ανύψωσης του πατριωτικού αισθήματος.

▲ Γιάννης Σμαραγδής.

Στην εποχή μας ο Γιάννης Σμαραγδής είναι αυτός που επανειλημμένα επιχειρεί την αναμέτρηση με το «ένδοξο» παρελθόν. Στο νέο του φιλμ Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι, αντίθετα από τον El Greco (2007) όπου βασίστηκε σε μυθιστορηματική βιογραφία, δείχνει να στηρίζεται περισσότερο στην Ιστορία παρά στον μύθο. Από την άποψη αυτή η ταινία διασώζει περισσότερη ακρίβεια στην ανασύσταση των γεγονότων. Ωστόσο, επίκεντρο του σεναρίου τίθεται κυρίως η περίοδος όπου μεγαλούργησε στη Ρωσία και λιγότερο η προσφορά του στην Επανάσταση και η σχέση του με τους Έλληνες που πρωτοστάτησαν σε αυτή. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Βαρβάκης ήταν ο πρώτος που είχε προτείνει το 1824 τον Ιωάννη Καποδίστρια ως ηγέτη του νεοσύστατου κράτους. Αποσιωπείται, επίσης, η συμμετοχή του στη Φιλική Εταιρεία, της οποίας υπήρξε ηγετικό μέλος και χρηματοδότης. Διαφαίνεται ο διχασμός και οι ραδιουργίες για τη μοιρασιά της εξουσίας όπως και ο ρόλος του ξένου παράγοντα. Η γενικότερη κατάσταση στην Ελλάδα, εντούτοις, σκιαγραφείται σε γενικές γραμμές αρκετά ασαφής.

Ελάχιστα αναπτύσσεται επίσης το, εν πολλοίς άγνωστο, θέμα της πειρατείας, που επί αιώνες προκαλούσε μεγάλα δεινά στην περιοχή. Ήδη το 1884 ο Jules Verne στο μυθιστόρημά του L’ archipel en feu (ε.τ.: Οι πειρατές του Αιγαίου) εμπνέεται από αυτό. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η ταινία Μαρίνος Κοντάρας (1948) του Γιώργου Τζαβέλλα, βασισμένη στο ομότιτλο διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη, με ήρωα τον τρομερό πειρατή.

Σε επίπεδο δομής, η ταινία απομακρύνεται από τη γραμμικότητα του El Greco και υιοθετεί τη μορφή του προγενέστερου Καβάφη (1996), όπου η δράση τεμαχίζεται και αναπλάθεται μέσα από αναδρομές (flashbacks). Ωστόσο εδώ προστίθενται οι δύο αφηγητές (ο Λεφεντάριος και ο Ιβάν) όπου με την τεχνική της φωνής εκτός κάδρου (voice over) ανατρέχουν στα γεγονότα εκ περιτροπής. Έτσι, αντί του απρόσωπου-παντογνώστη αφηγητή που επιστρατεύεται συχνά στα έπη, ο Σμαραγδής επιλέγει την υποκειμενική, επομένως φορτισμένη συναισθηματικά αφήγηση, ανθρώπων που ενεπλάκησαν στα συμβάντα. Οι δύο αφηγήσεις λειτουργούν συμπληρωματικά, χειραγωγώντας τον θεατή προς την ίδια κατεύθυνση, του θαυμασμού για τον ήρωα, δίχως να προσδίνουν κάποια ποικιλία στην εξιστόρηση. Από την άποψη αυτή, πιο ενδιαφέρουσες θα ήταν, ίσως, δύο εν μέρει αντικρουόμενες απόψεις για την προσωπικότητά του.

Ανάλογος είναι και ο ρόλος της μουσικής υπόκρουσης. Από την έναρξη ακόμη της ταινίας, το προανάκρουσμα είναι πομπώδες, σε χολιγουντιανό ύφος, και έκτοτε η παρουσία του βασικού θέματος σχεδόν αδιάλειπτη. Ούτως ή άλλως, βέβαια, πρόκειται για μια διεθνή υπερπαραγωγή που φιλοδοξεί να εντυπωσιάσει το ευρύ κοινό. Το κόστος της ανήλθε στα 8 εκατομμύρια ευρώ και χρηματοδοτήθηκε τόσο από ελληνικά όσο και από ρωσικά κεφάλαια. Πράγματι, υπάρχει ένας οπτικός πλούτος όσον αφορά τα κοστούμια και τα σκηνικά, για τα οποία υπήρξε ιδιαίτερη μέριμνα. Δεν λείπουν επίσης κάποια πανοραμικά εξωτερικά πλάνα που γοητεύουν. 

Ωστόσο, η σύντομη σκηνή της πυρπόλησης του τουρκικού στόλου είναι ουσιαστικά η μοναδική θεαματική πολεμική σκηνή της ταινίας. Καλώς ή κακώς, η ταινία δεν είναι μια συναρπαστική ναυτική περιπέτεια. Αυτό ενδεχομένως την προφυλάσσει από τον κίνδυνο να μετατραπεί σε ένα «χορταστικό» swashbuckler, έργο δηλαδή όπου κυριαρχούν οι ξιφομαχίες και τα ανδραγαθήματα. Η ταινία δεν αξιοποιεί ικανοποιητικά το ιστορικό υλικό, ωστόσο ο πειρατής Βαρβάκης δεν είναι απόγονος του Douglas Fairbanks, του Errol Flynn ή του Tyrone Power. Δεν θα ευτυχήσει στον έρωτα, ούτε ο ίδιος θα έχει ένα τέλος αντάξιο των πράξεών του. Από τον σκόπελο του εμφύλιου σπαραγμού και της διεθνούς διπλωματίας δεν θα βγει αλώβητος. Ο Βαρβάκης παρουσιάζεται ατρόμητος, παρορμητικός, έντιμος, αν και τελικά μένει κάπως ανολοκλήρωτος σαν χαρακτήρας. Για παράδειγμα η σχέση πατέρα-γιου δεν αναπτύσσεται επαρκώς ώστε να δικαιολογείται η αποτρόπαια πράξη του δεύτερου. Αξιοπρόσεκτος πάντως ο Γερμανός ηθοποιός Sebastian Koch (ήδη γνωστός από τις Ζωές των άλλων, του 2006) στον πρωταγωνιστικό ρόλο, κερδίζει τον θεατή.

▲ Sebastian Koch. Φωτογραφία από τον Νίκο Νικολόπουλο.

Πολύ καλός επίσης ο Ρώσος Evgeny Stychkin ως «σκιά» του ήρωα, παραπέμποντας στη φιγούρα του Νικολού, τον «φύλακα-άγγελο» του Κρητικού ζωγράφου στον El Greco που υποδυόταν ο Λάκης Λαζόπουλος. Εξαιρετικός και ο Αργεντινός Juan Diego Botto, εκ νέου, μετά τον ρόλο του ιεροεξεταστή στον El Greco, σε σχέση αγάπης-μίσους με τον κεντρικό ήρωα. Αλλά και ο Βρετανός πρωταγωνιστής του El Greco, Nick Ashdon, επανεμφανίζεται σε μικρότερο ρόλο αυτή τη φορά, ως Βρετανός πρέσβης. Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός των Monty Python, John Cleese και η Catherine Deneuve συμπληρώνουν το διάσημο πολυεθνικό επιτελείο.

Η πολυγλωσσία, ωστόσο, που υπαγορεύεται και από τις ανάγκες της συμπαραγωγής ενίοτε διαρρηγνύει την αληθοφάνεια του έργου.  Κυρίαρχη γλώσσα είναι τα αγγλικά, με κάποιες φράσεις να λέγονται στα ελληνικά και τα ρώσικα. Αντίθετα, όμως, με ταινίες όπως το Βλέμμα του Οδυσσέα (1995) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, όπου η πολυγλωσσία εντάσσεται οργανικά στο σώμα της ταινίας, εδώ δεν δικαιολογείται από την αφήγηση. Ενίοτε κάποιες αγγλικές ατάκες εκφέρονται δίπλα σε ελληνικές, ως «μετάφραση» για το ξενόγλωσσο κοινό. Επιπλέον, η χρήση της μη μητρικής γλώσσας από Έλληνες ηθοποιούς περιορίζει τις ερμηνευτικές τους δυνατότητες. Παρ’ όλα αυτά, να επισημάνουμε εδώ την σύντομη παρουσία της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου στο ρόλο της μητέρας του Βαρβάκη, γνωστής ως «απειλητικής» δασκάλας στην τηλεοπτική σειρά Το νησί (2010), όπως και του μικρού Μάνου Τσαγκαράκη, που ερμήνευσε τον Δημήτρη Λεμονιά στην ίδια σειρά. Ο Λάκης Λαζόπουλος, ως μεταφυσική φιγούρα, παραπέμπει στην κλασική εικονογραφία του Θεού-γέρου με τη μακριά γενειάδα και το λευκό ένδυμα.

Εν κατακλείδι πάντως, η αναμέτρηση του κινηματογράφου, και ενός λαού εν γένει, με την Ιστορία είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και επιβεβλημένη. Σε μια χώρα όπου η μνήμη συρρικνώνεται και η τιμή στους εθνικούς ήρωες αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στις επετείους, η προσέγγισή τους και από την έβδομη τέχνη, έστω και σαν «λαϊκό θέαμα» είναι ένα μικρό βήμα προς την αυτογνωσία. Παράλληλα ωστόσο, απαιτείται η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης του θεατή, αλλά και της αγάπης του για την έρευνα. Μια «ιστορική» ταινία μπορεί να μην είναι απαραίτητα πηγή Ιστορίας, αποτελεί όμως έναυσμα για περαιτέρω αναζήτηση, μελέτη και γνώση.