▲ Πωλ Σεζάν, La Montagne Sainte Sainte Victoire, 1904.

 

Ένα βαρύ πλοίο προσάραξε ταυτόχρονα σε όλα τα λιμάνια της Ευρώπης.

Μόνον η φιλοσοφία μπορεί να ορίσει τι είναι ακριβώς η σύγχρονη τέχνη. Ένας παρατηρητής-μελετητής της ιστορίας της έχει τόσα να καταγράψει που είναι αδύνατον να σταθεί και να τονίσει τις σημαντικές στιγμές της.

Ο λόγος είναι απλός. Όλα τα κινήματα που δημιουργήθηκαν, τα γεγονότα που στιγμάτισαν την πορεία της και οι μικρές επαναστάσεις της έλαβαν χώρα μέσα από έναν ξέφρενο ρυθμό ξεχειλίσματος απίστευτης ενέργειας που θα ήταν αδύνατον να παρακολουθήσει ο ιστορικός. Μιλώντας για την ζωγραφική, δρώμενα σε διαφορετικά μέρη, κυρίως της Ευρώπης, έφταναν γρήγορα στο απαύγασμά τους για να εξασθενήσουν και να παρακμάσουν μεγαλοπρεπώς.

Η φιλοσοφία ορίζει την τέχνη σαν ένα μέσον για την οπτική σύλληψη του κόσμου. Η ίδια καταγράφει τι είναι σημαντικό και ουσιαστικό, παράλληλα με την πολιτική- πολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου. 

Η τέχνη είναι μία αιώνια ερώτηση απευθυνόμενη στον ορατό κόσμο μέσω της οπτικής αντίληψης. Ο καλλιτέχνης, δε, είναι ο μόνος που έχει την επιθυμία και εντέλει την ικανότητα να δώσει υλική μορφή στην οπτική του αντίληψη.

Η φιλοσοφία λοιπόν μπορεί να δώσει τους αληθινούς ορισμούς και όχι ο ιστορικός. 

Από τη στιγμή που μια σχολή (κίνημα) φτάνει στο απόγειό της, δεν μένει παρά η μελαγχολική σιγουριά της παρακμής της. Η τελειότητα στην τέχνη δεν μορφώνει το γούστο των μεταγενεστέρων, αντίθετα το οδηγεί σε οπισθοδρόμηση.

Εάν υπάρχει ένας νόμος για την ιστορία της τέχνης στο σύνολό της (όπως και για την προσωπική ζωή του κάθε καλλιτέχνη), αυτός είναι όχι ο νόμος της προόδου αλλά ο νόμος της οπισθοδρόμησης. Η ισορροπία της αισθητικής ζωής είναι, σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα, πάντοτε ασταθής. 

(R.G. Collingwood : The map of knowledge)

Όμως δεν είναι λογικό να υπάρχει δυσκολία στην αφομοίωση τόσων γνώσεων και τελικά στην καταγραφή τους; Οι γνώσεις αυτές είναι τόσο ασύνδετες μεταξύ τους, τόσο σκόρπιες που το μυαλό χάνεται στο ποτάμι τους.

Ολόκληρη η ιστορία της τέχνης είναι μια ιστορία μεθόδων οπτικής αντίληψης. Ιστορία διαφορετικών τρόπων με τους οποίους ο άνθρωπος έχει δει τον κόσμο. Και φυσικά ένας αφελής θα ισχυριστεί ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος, εκείνος που παρουσιάζεται στην δική του άμεση όραση. Δεν είναι όμως έτσι. 

Βλέπουμε ότι θέλουμε να δούμε και αυτό ορίζεται από την επιθυμία να ανακαλύψουμε και να κατασκευάσουμε έναν κόσμο που να είναι πιστευτός. Ό,τι βλέπουμε πρέπει να γίνεται πραγματικό. Έτσι η τέχνη γίνεται η κατασκευή της πραγματικότητας. 

Σερ Χέρμπερτ Ριντ

Αξίζει μια προσπάθεια να διακρίνουμε τι είναι ουσιαστικό και τι σημαντικό, να καταλάβουμε γιατί τα πράγματα έγιναν όπως έγιναν, μη ξεχνώντας ότι αυτό που ονομάζουμε μοντέρνο κίνημα στην τέχνη αρχίζει με την εμμονή ενός Γάλλου ζωγράφου να δει τον κόσμο αντικειμενικά.

Το σκουριασμένο του σκαρί βογκούσε τρίζοντας συριστικά εξ αιτίας της τελειότητάς του που ξεψυχούσε. Αγκομαχούσε χωρίς πόνο, μα σαν από πεπρωμένο, να δέσει σε ασφαλή λιμάνια φωτισμένων μυαλών. 

Κουκέτες πορσελάνινες, ύφος αυστηρό μετρημένο από μικρούς θεούς αρχιτέκτονες βγαλμένους κατευθείαν από την Ελληνική αρχαιότητα, άνοιγαν τις πόρτες τους με ευγένεια, τιμώντας τους εκλεκτούς επιβάτες που όμως έπρεπε να φύγουν. Να αλλάξει η φρουρά. Να ξεκινήσει η καινούργια κρουαζιέρα. Κάποια συμπαντική εντολή εκτελείτο αυτόματα από αόρατα χέρια που κατεύθυναν σαν τελώνες την αλλαγή του δρομολογίου. 

Έπρεπε όμως να γίνουν και επισκευές στο πλοίο. Όχι τόσο στην καλαισθησία και στην τελειότητά του, όσο στην χωρητικότητα και την ταχύτητα πλεύσης. Οι νέοι ένοικοι θα ήταν εξωφρενικά απαιτητικοί στο θέμα ταχύτητα χωρίς να νοιάζονται για το άψογον της διακόσμησης. 

Αρχικοί επιβάτες οι Ιμπρεσιονιστές˙ πάτησαν γερά στη μπουκαπόρτα και προχώρησαν αποφασιστικά στο κατάστρωμα που άλλαζε όψη. Σε αντίθετη φορά, γήινα αυστηρά χρώματα έπαιρναν την άγουσα προς την έξοδο, γλιστρώντας ανάμεσά τους σαν υποτιμητικές σκιές. Μεταξύ τους και κάποια χαμόγελα -λίγα όμως- για το νέο που ερχόταν. Ο τυχαίος περαστικός από την αποβάθρα γνώρισε φιγούρες ογκόλιθων της τέχνης εργατών, δείχνοντας τον σεβασμό του με μικρή υπόκλιση και αυτόματη κλίση της κεφαλής αντίθετα προς τον σίφουνα που έκανε αντάρα μπαίνοντας.

Ρενουάρ και Μονέ ξεχώρισαν αμέσως. Ακούραστοι εργάτες προϊστάμενοι έδωσαν γρήγορα εντολές ανακατασκευής του σκαριού.

Ο κόσμος έπρεπε να ιδωθεί όπως ακριβώς εμφανιζόταν στις αισθήσεις τους, κάτω από διαφορετικούς φωτισμούς ή από διάφορες οπτικές γωνίες. Έβλεπαν δηλαδή τον κόσμο υποκειμενικά. Κάθε στιγμή αποτελούσε ξεχωριστή εντύπωση στις αισθήσεις τους και κάθε στιγμή έπρεπε να αποτυπωθεί ξεχωριστά σε έναν άλλον πίνακα.

Σε ελάχιστο χρόνο το παλιό βαρύ ιστιοφόρο απαλλάχτηκε από περιττά αξεσουάρ που πετάχτηκαν αβίαστα στην λιμνάζουσα θάλασσα. Κύμα πελώριο σηκώθηκε και ξεράστηκε στα λιμάνια μουσκεύοντας τους περαστικούς που από περιέργεια είχαν πολλαπλασιαστεί. 

Μαύρος καπνός απλώθηκε παντού σαν φάντασμα καλύπτοντας όλες τις εφησυχασμένες συνειδήσεις σχετικά με το κάλλος. Το παλαιό «Ωραίον» φοβισμένο έκανε στην άκρη, ενσπείροντας διχόνοια στους θεατές που άρχισαν να χλευάζουν.

Μια ολοκαίνουργια μηχανή ατμού είχε τοποθετηθεί παράγοντας θόρυβο μα πιότερο ταχύτητα. Το καράβι ξεκίνησε. Προορισμός άγνωστος. Πίσω, δεμένοι με αόρατα σχοινιά, ακολούθησαν οι εμβρόντητοι θεατές φορώντας κοροϊδευτικές μάσκες γκριμάτσες.

Μια ανήσυχη φιγούρα, βασικό μέλος του πληρώματος, συνέδραμε πάντοτε στις ομαδικές δουλειές χωρίς όμως να σταματά τη σπίθα την επαναστατική που σιγόκαιγε μέσα του και γινόταν φλόγα. 

Το θεώρημα «κάθε στιγμή κάνει ξεχωριστή εντύπωση στις αισθήσεις» και η υποκειμενικότητά του έπρεπε να διαψευστεί. Αυτή η μεταβλητή επιφάνεια των πραγμάτων έγινε αμφίβολη στο μυαλό του. Έπρεπε να φτάσει στην αμετάβλητη πραγματικότητα, στην ουσία των πραγμάτων.

Πόσο γρήγορα κατέρρευσε η θεωρία αυτή στα μάτια ενός εκ γενετής επαναστάτη! Γιατί ο Πωλ Σεζάν (Paul Cezanne 1839-1906), παρ’ ότι τιμούσε και σεβόταν το έργο των προκατόχων του από την αρχαιότητα και μέχρι τις μέρες του, υπήρξε τόσο έντονα επαναστάτης -παράλληλα με την βαθιά γνώση του για την μέχρι τότε τέχνη- που στιγμάτισε καίρια την ζωγραφική αλλάζοντάς της ουσιαστικά την ταυτότητα. Δίκαια λοιπόν έφτασε να ονομαστεί πατέρας της μοντέρνας τέχνης και δη της ζωγραφικής. 

Η αποτυχία των πρώτων ομαδικών εκθέσεων των Ιμπρεσιονιστών στις οποίες συμμετείχε θερμά και οι επαίσχυντες αναλύσεις των κριτικών έγιναν το λιθαράκι που ξεκίνησε το χτίσιμο του κάστρου της απομόνωσής του. Άλλωστε, όλοι οι μεγάλοι υπήρξαν πάντοτε μόνοι με το έργο τους να γίνεται οξυγόνο γι αυτούς.

Ο Σεζάν, κατεχόμενος από μία απλή και μοναδική ιδέα, επέμεινε σε αυτήν στα όρια της εμμονής δουλεύοντας ακατάπαυστα. Η ίδια η ιδέα τροφοδοτούσε ζωτικά την ενεργητικότητά του. Το μυαλό τσούλησε σε άλλα μονοπάτια, χωρίς ποτέ να χάσει τον στόχο και το όραμα. Το ερώτημα «γιατί ποτέ κανένας καλλιτέχνης στο παρελθόν δεν είδε το πραγματικό» σβήστηκε από τα χείλη του και αφιερώθηκε στην «πραγμάτωση» των αισθημάτων του απέναντι στην φύση.

Η μιμητική τέχνη είχε κάνει πέρα προ πολλού. Η ερμηνεία ανάμεσα στο οπτικό γεγονός και στην πράξη της έκφρασής του (ζωγραφική απεικόνιση της αίσθησης) έπαψε να προσφέρει μια απλή δισδιάστατη εικόνα με σαφή όρια επικεντρωμένα αυστηρά στο φυσικό της απλής όρασης. Μια κεντρική εστία η οποία περιβάλλεται από μη σαφώς αντιληπτά αντικείμενα, ενίοτε παραμορφωμένα, θεωρήθηκε επιβεβλημένη.

Άλλοι καλλιτέχνες στο παρελθόν που αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα, έβαζαν κατά καιρούς ένα νέο όπλο στην επίλυσή τους: την φαντασία. Εκείνη, ξένη προς την όραση, μετασχημάτιζε τα στοιχεία του ορατού κόσμου, δημιουργώντας έναν κόσμο ιδανικό. Η νόησή τους, τους επέτρεπε να κατασκευάζουν ένα επιστημονικό σύστημα βασισμένο στην προοπτική. Εκεί, σε αυτό τον χώρο μπορούσαν να τοποθετήσουν τα αντικείμενά τους με ακρίβεια.

Ωστόσο, αυτό ήταν ακριβώς εκείνο που το μάτι μπορεί να δει, μη προσφέροντας την παραμικρή ένδειξη για την πραγματικότητα. Το «πραγματικό» του Σεζάν.

Η πραγματικότητα, με αυτή της την έννοια, είναι κάτι που το βλέπουμε αλλά δεν μπορούμε να το γευτούμε, να το αδράξουμε. Άλλο πράγμα η φύση και άλλο η τέχνη.

Ο Σεζάν όμως δεν απογοητεύτηκε ποτέ από αυτό το συμπέρασμα.

 «Πραγμάτωση των αισθημάτων απέναντι στη φύση».

Όραμα, στόχος, επιμονή και τελικά εμμονή που βρήκε διεξόδους.

Ο Πωλ Σεζάν, γεννημένος στο Αιξ-αν-Προβάνς στις 19 Ιανουαρίου του 1839 (θάνατος πάλι εκεί στις 22 Οκτωβρίου του 1906), δεν υπήρξε ποτέ επαναστάτης από ιδιοσυγκρασία. Το έργο του και το αποτέλεσμα των ερευνών του στην ζωγραφική είναι που τον κατατάσσουν σε αυτή την κατηγορία.

Χαρακτήρας ήπιος, πρωτεργάτης των Ιμπρεσιονιστών, ακολούθησε τον δικό του μοναχικό-μοναδικό δρόμο μετά την ρήξη μαζί τους.

Το παλιό ιστιοφόρο που έγινε καράβι ατμομηχανής, αφέθηκε κυριολεκτικά στα χέρια του. Εκείνος καπετάνιος, εκείνος πλήρωμα. 

Όρθιος, με την καθαρή ματιά του να ατενίζει την φύση και το βλέμμα του να κοιτάζει το σύμπαν προκαλώντας το να γράψει την ιστορία και να κοινωνήσει τους επερχόμενους, κινούσε μαεστρικά τα νήματα της ζωγραφικής που εθελούσια άλλαζαν πια πλέξη. 

Έγινε αρχιερέας στον οποίον προσέτρεξαν όλοι οι μεταγενέστεροι να λάβουν κοινωνίαν. 

Το πλοίο μονομιάς μετατράπηκε σε τρένο. Το τρένο της φυγής από τα μέχρι τότε δεδομένα, που όποιος το έβλεπε και προλάβαινε να πιαστεί επάνω του, έμπαινε αυτόματα στον δρόμο. Στον σωστό το δρόμο.

Ασκήσεις, ασκήσεις, ατέλειωτες ασκήσεις. Πόσες φορές δεν σάπισαν τα μήλα που τοποθετούσε με επιμέλεια στην φρουτιέρα πάνω στο τραπέζι για να τα αποδώσει με την δική του πραγματικότητα και οι μέρες περνούσαν βασανιστικά. Τόσες που στο τέλος τον έκαναν να κατασκευάζει πάνινα φρούτα για να τα έχει διαρκώς «φρέσκα» …

Ήταν το 1886 λογικά όταν ο Σεζάν επιβιβάστηκε στο πλοίο μας. Ήταν τότε που αποφάσισε να επιστρέψει στην Προβηγκία και απαλλαγμένος από επιρροές να συνεχίσει το έργο του. Ο Πιζαρό ο οποίος ουσιαστικά ήταν εκείνος που του είχε αλλάξει την παλέτα βάζοντας αυθεντικό χρώμα στα γήινα του και ο Ζολά, παλιός συμμαθητής του στη νομική (ο Σεζάν την εγκατέλειψε στα 22 του) και αργότερα στενός φίλος που του είχε μεταδώσει μια κριτική στάση απέναντι στον ακαδημαϊσμό, έγιναν παρελθόν στη ζωή του. 

Πατώντας πάνω στην άριστη γνώση για το έργο των μεγάλων δασκάλων του παρελθόντος (Κουρμπέ, Πουσέν), στην τριβή του με τους Ιμπρεσιονιστές και την ιδιοφυία του, έφτιαξε τους δικούς του κώδικες που αργότερα θα γινόντουσαν παγκόσμιοι. 

Όπως ο Πουσέν, μέγας υπολογιστής της προοπτικής και της τοποθέτησης των αντικειμένων του στον χώρο του καμβά με αυστηρά γεωμετρική ακρίβεια, έτσι κι εκείνος έφτιαξε τους δικούς του κανόνες ανάλυσης της φύσης, όχι με την όραση ή με την οπτική αντίληψη, ούτε και με την φαντασία, αλλά με την πραγματικότητα. Την δική του αληθινή πραγματικότητα.

Διαίρεσε την φύση σε σφαίρες, σε κώνους, σε κύβους. 

Κοιτάζοντας ένα βουνό, εκείνο αυτόματα διαιρείτο και κατέθετε την ταυτότητά του μέσω αυτών των σχημάτων. Η παλέτα του κράτησε τα βασικά χρώματα και τις υποδιαιρέσεις τους αποκτώντας παράλληλα διαφάνεια. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αποζητώντας όλο και περισσότερο αυτή την διαφάνεια, πέρασε στις υδατογραφίες που του παρείχαν καθαρότητα και φωτεινότητα. Εκείνη την εποχή η αίσθησή του για την φύση είχε γίνει πια δεδομένη. 

Στη γνώση του χρώματος ήταν ήδη άξιος συνεχιστής του μεγάλου αναλυτή του χρωματικού κύκλου, του Ντελακρουά και των Βενετσιάνων ζωγράφων. Το δικό του επόμενο βήμα όμως, εκείνο που του άνοιξε τα φτερά και έδωσε δρόμους στους επόμενους, ήταν να εκφράζει με τον δικό του τρόπο τον όγκο και το φως.

Έφτιαξε ένα σύστημα αλληλοεπικαλυπτόμενων καθαρών χρωμάτων και των τονικών τους διαβαθμίσεων.

Η αλληλεπίδραση αυτών των αποχρώσεων δημιουργούσε έτσι μια «θερμοκρασία» σε κάθε μια της. Σε κάθε χρώμα, σε κάθε τόνο, σε κάθε απόχρωση. Αυτή η θερμοκρασία αντιστοιχούσε (εν δυνάμει) σε μία συγκεκριμένη διάθεση του φυσικού κόσμου τοποθετημένη στον ζωγραφικό χώρο.

Και εδώ είναι ακριβώς όλη η ουσία της εικαστικής του πρότασης. Ήταν ο τρόπος που κατάφερε τη σύνθεση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην αφαίρεση.

Ο δρόμος για τις εξελίξεις στη τέχνη είχε ανοίξει διάπλατα. Το τρένο έτρεχε δαιμονισμένα. Χρειάστηκε να βγάλει φτερά στα πλευρά του γιατί ήδη πετούσε. 

Ο Μπρακ και ο Πικάσο με τον Κυβισμό τους, έγιναν άξια τέκνα συνεχιστές του έργου του Σεζάν και ικανότατοι πιλότοι του ολοκαίνουργιου σκάφους. 

▲ Πηγή στοιχείων: Χέρμπερτ Ρηντ, Λεξικό Εικαστικών Τεχνών.