«Γεννήθηκα Ιούλιο, Λυκόφως, Αστερισμός Καρκίνος. 
Όταν με φέρανε για να με δει, γύρισε προς τον τοίχο».
 

Ήμουν λίγο μουδιασμένη. Βράδυ Πρεμιέρας και νύχτα Παρασκευής. 

Η Κασσάνδρα και ο Λύκος ήταν για μένα αυτό που λέμε μάθημα απότομης μετάβασης σε μια ενηλικίωση άλλου τύπου και σίγουρα μεθύστερη της βιολογικής: βίαιο μεγάλωμα μέσω βαθιάς λογοτεχνικής εμπειρίας, αγρίως ανώτερης από κάθε μορφή ψυχανάλυσης. 

Ποτέ δεν κατάφερα να την συνηθίσω. Και την ενηλικίωση και την Κασσάνδρα. Κυρίως όμως τον Λύκο. 

Ήμουν και διστακτική. Το ίδιο εκείνο βράδυ της πρεμιέρας. 

Ο Λύκος, η Κασσάνδρα, η Κυριακή, ο θείος Χαρίλαος και η θεία Πάτρα, ο Χριστός, η Παναγία, το γατάκι. Ανάμεσά τους η Λήδα. Στην προβολή τους η λιτότητα, η ερμηνεία, η πρόκληση, η αντίφαση, η σκληρότητα της παιδικής ηλικίας, η ενηλικίωση, η συνήθεια, το φως ως ευκταίο, η μελαγχολία της παιδικής ηλικίας.

Το σεντόνι που διπλώνεται γίνεται μωρό˙ το σεντόνι όταν τυλίγεται θυμίζει μαμά.

Τότε ο Λύκος βγαίνει μπροστά από το κοπάδι και δείχνει κάτι στην Κασσάνδρα. Μοιάζουν να μιλάνε. Ίσως και να χαϊδεύονται. 

Η Λήδα δεν τους ενόχλησε ποτέ. Τους συμπεριφέρθηκε με δέος, απλότητα, σεβασμό. Ερμήνευσε το αντιφατικό και το ανερμήνευτο. Γι’ αυτό της αφέθηκαν. 

Παρασκευή Πρεμιέρα σαν άλλη Κυριακή Προσευχή και εγώ είχα ήδη ορκιστεί στον εαυτό μου, πως αυτήν την παράσταση δεν θα την ξεχάσω ποτέ στην ζωή μου. Όπως και το βιβλίο. 

Λίγες μέρες μετά, συναντήσαμε τη Λήδα Μανιατάκου και τη Γεωργία Ανδρέου, σκηνοθέτη της παράστασης, και μιλήσαμε για όσα θα διαβάσετε παρακάτω…

«Πώς πήγε το σχολείο;»
«Πολύ καλά. Έμαθα να μιλώ, ν’ απαντώ και να σκέφτομαι με συλλαβές».
«Τότε γιατί κλαις;»
«Είναι οι συλλαβές. Πονάω, όταν κόβω τις λέξεις στη μέση».
«Θα συνηθίσεις», μου λέει η Φανή. «Θα συνηθίσεις».

 

Ποιος είναι ο Λύκος στο έργο; Πώς αναπαρίσταται; 

Γ.Α.: Ποια είναι η Κασσάνδρα και ποιος είναι ο Λύκος; Έπρεπε να απαντήσουμε, προκειμένου να νιώσουμε τι τελικά συμβαίνει μέσα στο κείμενο. Έπρεπε να γίνουμε Κασσάνδρες και Λύκοι ταυτόχρονα και να κάνουμε μια προβολή σε προσωπικό επίπεδο. Για μένα ο Λύκος είναι οι φόβοι και οι αγωνίες, είναι αυτά που καλούμαστε να εντοπίσουμε και να σταθούμε απέναντί τους. Ο Λύκος είναι μέσα και απέναντί μας. Είναι το εγώ και το εμείς ταυτόχρονα. 

Λ.Μ.: «Η κόλαση είναι οι άλλοι…» Ίσως όμως τελικά ο χειρότερος εαυτός της Κασσάνδρας να είναι ο ίδιος της ο εαυτός. Στην εποχή που ζούμε τώρα, την αδηφάγα, ποιοι είναι τελικά οι Λύκοι; Υπάρχουν παντού γύρω μας. Υπάρχουν όμως και μέσα μας. Αυτοτρωγόμαστε καθώς μέρα με τη μέρα γινόμαστε εμείς οι Λύκοι του εαυτού μας.

Η αφαίρεση και η έλλειψη, η απουσία και η επάρκεια είναι μερικά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το συνολικό έργο της Μαργαρίτας Καραπάνου. Πώς συναντηθήκατε με την «Κασσάνδρα και το Λύκο»;

Γ.Α.: Αφορμή γι’ αυτό στάθηκε η προσωπική μου γνωριμία με την Καραπάνου και η συζήτησή μας για πιθανή δραματουργία κάποιου έργου της. Μας πρόλαβε βέβαια ο θάνατος κι έτσι όλα τα σχέδια έμειναν στη μέση. Έκτοτε δεν ασχολήθηκα. Πέρασε λίγος καιρός και συνειδητοποίησα ότι κουβαλούσα ένα βάρος πού οφειλόταν στην έλλειψη που ένιωθα επειδή δεν είχα εκπληρώσει την υπόσχεση να κάνω ένα έργο της πράξη. Έτσι έφτασα στην Κασσάνδρα, ένα κείμενο καθαρά αυτοαναφορικό. Με αυτό το έργο η ίδια η Καραπάνου στύλωσε πόδια και φωνή και παρουσιάστηκε τον εαυτό της, με αυτό το έργο μπορούσα εγώ η ίδια να αποχαιρετήσω τη Μαργαρίτα στο τέλος της. Έτσι ξεκινήσαμε. Ως δια μαγείας ο κόσμος που μαζεύτηκε στην ομάδα μαζεύτηκε επ’ αφορμής του ίδιου του κειμένου. Πίσω από όλο αυτό κρυβόταν μια ανάγκη μου για να δείξω την άλλη πλευρά της  Καραπάνου. Ο περισσότερος κόσμος την γνώρισε για το σκοτεινό της κομμάτι και την μάχη με την αρρώστιά της. Δεν είναι όμως έτσι. Εγώ γνώρισα το φωτεινό της κομμάτι: αυτό το μικρό παιδί με τα πανέξυπνα μάτια, το απίστευτο χιούμορ και την απίστευτη αισιοδοξία. Όλη η δραματουργική επεξεργασία και η συρραφή του έργου έγιναν με τέτοιον τρόπο ώστε να εξυπηρετούν μια πορεία προς το φως και τη φωτεινότητα. Υπάρχουν οι δυσκολίες, σιγά-σιγά όμως όλα οδηγούν στο φως. Πάντα ξημερώνει για να ξαναβραδιάσει, αλλά ξέρουμε πώς κάποια στιγμή «θα συνηθίσουμε» και θα είναι πιο εύκολο μετά να ξεπερνάμε όσα συμβαίνουν. Και πάλι όταν καταφέρνουμε να φτάσουμε στο φως, καλά να λέμε. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τα καταφέρνουν ποτέ.  Η ίδια η φύση μας παλεύει για την αρμονία. 

Λ.Μ.: Βέβαια, για να βγει η φωτεινότητα πρέπει να καταπιαστείς σε μεγάλο βαθμό με το κομμάτι της έλλειψης. Το ίδιο το έργο σε οδηγεί προς τα εκεί. Από τα πράγματα που έχει πει η ίδια η Καραπάνου είναι το ότι έγραφε γιατί κάπως έπρεπε να μιλήσει (λόγω των προβλημάτων λόγου που είχε). Ήταν το πρώτο βήμα που έκανε για να σώσει το δικό της εαυτό. Εγώ στην ερμηνεία μου, πρέπει να περάσω όλο τον Γολγοθά για να ξεχωρίσω τί είναι τι, τί ακριβώς είναι αυτό που λέει και εννοεί. Είναι πολύ δύσκολο και συνάμα πολύ λυτρωτικό. Κάθε βράδυ πρέπει να ζω συμπυκνωμένα τον ίδιο εφιάλτη,όλες αυτές τις αντιφάσεις της σκέψης και των συναισθημάτων της και να τις οδηγώ στη σαφήνεια και στο φως. Και χαίρομαι ιδιαίτερα που όσοι έρχονται να δουν την παράσταση -αρκετοί μάλιστα φίλοι και γνωστοί της- εκτιμούν ιδιαίτερα την οπτική που ακολουθήθηκε ερμηνευτικά, σκηνοθετικά και δραματουργικά,  και αναγνωρίζουν τη φωτεινότητα εκείνη που είχαν αναγνωρίσει στην προσωπικότητα της  Καραπάνου.

Παρατηρήστε όμως ότι χρησιμοποιούμε συνέχεια τη λέξη φως. Φως μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα. Η Καραπάνου χρησιμοποιεί τον όρο πολλές φορές στο κείμενο, εννοώντας όμωςκάτι απλό, το απλούστερο όλων: την επιθυμία για ζωή. Η Καραπάνου δεν διέθετε το αυτονόητο, μια από τις βασικές ανθρώπινες λειτουργίες, την επιθυμία για επιθυμία. Δεν ήθελε παρά να θέλει, και όμως πάντοτε αποτύγχανε. Είναι πολύ σχετικό λοιπόν τί είναι φώς, ή τί είναι σκοτάδι. Το πραγματικό σκοτάδι είναι ίσως αυτό στο οποίο χάνεις πραγματικά τον έλεγχο.

Το αυτοπροσδιοριστικό στοιχείο της Καραπάνου είναι πως η ζωή της ορίστηκε από το ότι έπρεπε να διαχειριστεί την ευαισθησία της.  Αυτή η διαπίστωση αποτέλεσε το σημείο εκκίνησής μου για την κατανόηση και τηη απόδοση του ρόλου της Κασσάνδρας. Συχνά βέβαια για να φανεί ποιος είναι ένας ρόλος πρέπει να τον 'κρύψεις' - πρέπει να δείξεις στους άλλους ποιος είναι ο χαρακτήρας φαινομενικά και πραγματικά, ποιος δηλώνει ότι είναι στα φανερά και ποιος είναι στα αφανέρωτα. Προκειμένου να αποδώσω την Κασσάνδρα, ένα τόσο αντιφατικό και πολύπλευρο πλάσμα, έπρεπε να κάνω στο μυαλό μου αυτές τις αντιφάσεις καθαρές. Έπρεπε να ανακαλύψω όλες αυτές τιςδιαφορετικές περσόνες που κρύβονταιμέσα της, και εκεί έγκειται ίσως η δυσκολία του ρόλου αυτού, ακριβώς γιατί ο χαρακτήρας που υποδύομαι στην ουσία δεν έχει χαρακτήρα. Παραπαίει. Εξ ορισμού. Αν μιλούσε ο χαρακτήρας θα έλεγε ότι «είμαι ένας χαρακτήρας που παραπαίει, και γι’ αυτό παλεύω τόσο έντονα για να ορίσω τον εαυτό μου και τον γύρω μου κόσμο». Και τέλος, μια άλλη μεγάλη δυσκολία της Κασσάνδρας ήταν να την προσεγγίσω με ευαισθησία αλλά να την αποδώσω με μέτρο. Το κείμενο είναι έντονο κείμενο, υπερσυγκινησιακό, σχεδόν ψυχοβγαλτικό, αλλά δεν πρέπει ούτε να το φτάσεις στα όρια του μελό αλλά ούτε και να το παρουσιάσεις από απόσταση.

Τελικά οι άνθρωποι ρέπουν προς το φως ή το σκοτάδι; Είναι κάτι από τα δύο νομοτελειακό;

Γ.Α.: Όχι, είναι προσωπικός αγώνας του καθενός. Για μένα, τη Γεωργία, υπάρχουν σκοτεινοί και φωτεινοί άνθρωποι. Σίγουρα, όμως, είναι πιο υγιές και λυτρωτικό το φως. 

Λ.Μ.: Είναι δύσκολο να απαντηθεί κάτι τέτοιο. Ο χριστιανισμός διατάσσει ότι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος να κοιτάει προς τα πάνω, να οδεύει προς το φως. Υπάρχει παράλληλα όμως ένα είδος περίεργης ηδονής που προκύπτει από το σκοτάδι - σαν παιχνίδι με το θάνατο. Κάποια στιγμή, κάτι από τα δύο μας τραβάει περισσότερο. Προσωπικά, αν και μερικές φορές γοητευμένη από αυτό το εκ του ασφαλούς παιχνίδι θανάτου, είμαι σίγουρη πως η πραγματική ευτυχία είναι το φως. Δεν μπορώ να φανταστώ μια ευτυχία εκπορευόμενη από το απόλυτο σκοτάδι. 

Αποφασίσατε να δραματοποιήσετε το κείμενο λίγο μετά το «φευγιό» της Καραπάνου. Δεν είναι πιο απαιτητική μια τέτοια απόφαση, ειδικά από πλευράς ψυχικής και συναισθηματικής εμπλοκής;

Γ.Α.: Είναι πιο μεγάλη η ευθύνη και το βάρος. Υπήρχαν περίοδοι, λίγο μετά τον θάνατό της -γιατί είχα την ευκαιρία να την γνωρίσω προσωπικά-, που δεν μπορούσα να αγγίξω τα βιβλία της. Το βίωσα όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που αποχωρίζεσαι κάποιον δικό σου και δεν μπορείς ν’ αγγίξεις τα πράγματά του. Κι έπειτα ξύπνησα ένα πρωί και είπα ότι πρέπει να το κάνω. Δεν είναι τόσο το σύντομο του πράγματος που το κάνει πιο δύσκολο όσο το γεγονός ότι ξαναέγινε γνωστή μέσα από την μάχη της για την μανιοκατάθλιψη.

Λ.Μ.: Κάποια πράγματα μας στιγματίζουν. Και δεν μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε. Τα αφήνουμε μέχρι να έρθει η ώρα τους. Τότε μόνο και εντελώς αβίαστα ξεπροβάλλει η στιγμή τους και μαζί με αυτήν ξεπηδά και η φυσική επιθυμία να τα κάνεις. Σαν ένα τραγούδι που λατρεύεις και δεν είσαι ακόμα έτοιμος να το πεις. Είναι σχεδόν ερωτική η σχέση που αναπτύσσεις με τέτοιου είδους διαδικασίες. Προσωπικά δεν μπορώ να λειτουργήσω αν αυτό με το οποίο καταπιάνομαι δεν είναι ο σκοπός της ζωής μου, αν δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Αυτόν τον καιρό ζω με την Κασσάνδρα.

Οι σιωπές, η πλαστικότητα των σωμάτων και η λιτότητα του σκηνικού συγκαταλέγονται στα μεγάλα «ατού» της παράστασης. Πώς αποφασίσατε να αποδώσετε το συγκεκριμένο έργο με τόση απλότητα;

Λ.Μ.:  Η λιτή σκηνοθετική και υποκριτική γραμμή της παράστασης σχετίζεται με το ενδιαφέρον μας για την ίδια ουσία του κειμένου.  Όταν θες να αναδείξεις τη δύναμη ενός τόσο πυκνού και πολυδιάστατου κειμένου, όταν έχεις στα χέρια σου κάτι από μόνο του παντοδύναμο, εξυπακούεται ότι θα κινηθείς με απλότητα. Οι περιγραφές, τα συναισθήματα, τα σκηνικά, όλα αποδόθηκαν με συνέπεια, μέτρο και αποφυγή κάθε σκηνικής υπερβολής που θα μας απομάκρυνε από το βάθος του λόγου και τα πολύπλευρα νοήματα.

Πιστεύετε ότι ο προσωπικός αγώνας (του καλλιτέχνη, του πολίτη, του ανθρώπου) είναι πιο παρεμβατικός;

Γ.Α.: Σκεφτόμουν μια αγαπημένη ρήση του Walt Disney: «Το κακό δεν χρειάζεται πάντα να είναι αποκρουστικό». Πιστεύω στη συλλογικότητα, θεωρώ όμως ότι πάντα χρειάζεται κάποια ατομική πρωτοβουλία, κάποιον να οδηγεί κάπου τα πράγματα. Η σωτηρία μας δεν θα έρθει από έξω. Εμείς πρέπει να αξιολογήσουμε τα πράγματα. Αυτό που έχουμε απωλέσει είναι η ικανότητά μας να επιλέγουμε και να φέρουμε το βάρος της επιλογής μας. Αν καταφέρουμε να εκπαιδευτούμε σε αυτό το κομμάτι θα έχουμε κερδίσει πολλά. 

Λ.Μ.: Φυσικά, αν σκεφτεί κανείς ότι πάντα ένα άτομο κάνει τη διαφορά και συμπαρασύρει κόσμο με τη δράση του. Πιστεύω πάρα πολύ στην ατομική πρωτοβουλία και στο γεγονός ότι, κάποιοι άνθρωποι μπορούν να έχουν ένα χάρισμα ή μια ιδέα ή την τόλμη να κάνουν κάτι. Τώρα βέβαια ποιοι είναι αυτοί σήμερα και ανάμεσά μας είναι ένα άλλο θέμα. Θεωρώ πάντως ότι από όλη αυτήν την κατάσταση συνολικής έντασης θα ξεπηδήσουν γόνιμες καταστάσεις και άνθρωποι. Μια μονάδα πάντως σίγουρα μπορεί να εμπνεύσει αλλά πρωτίστως να κάνει το απλούστερο και ταυτόχρονα δυσκολότερο όλων: να κάνει απλώς τη δουλειά της, σωστά, με ήθος και ευθύνη.

Θα κλείσω με κάτι όχι απολύτως -τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση- συγγενικό με ίδιο το έργο της Μαργαρίτας Καραπάνου και της θεατρικής του μεταφοράς. Βομβαρδιζόμαστε από μια επικαιρότητα που εμφανίζει ένα ιστορικό συνεχές. Κρίση, δυστοκία στις αποφάσεις, φόβος.  Ποιο είναι το βαθύτερο διακύβευμα της «κρίσης»; 

Γ.Α.: Θεωρώ ότι η κρίση δεν είναι καν οικονομική. Δεν θεωρώ ότι ήμασταν οι πιο φτωχοί της Ευρώπης, ούτε οι πιο κλέφτες, ούτε οι πιο ψεύτες. Απλώς διατρέχουμε την εποχή κατά την οποία πρέπει να ωριμάσουμε σαν λαός. Τέρμα τα ψέματα, τέρμα η εποχή της αθωότητας και οι εύκολες λύσεις. Πρέπει να σταθούμε υπεύθυνα απέναντι στα πράγματα και να αποφασίσουμε ποιος μας κάνει και ποιος όχι, με ποιους είμαστε και με ποιους όχι. Είναι κρίση αξιών και κατά την προσωπική μου άποψη είναι καλό που γίνεται. Μακάρι να συνέβαινε και νωρίτερα. Βέβαια, δυστυχώς, επειδή οι πιέσεις είναι πολλές και από διάφορα μέτωπα, πολλοί θα πιεστούν και θα ζοριστούν και κυρίως οι αθώοι. Υπάρχουν παρόλα αυτά δυναμικές για όμορφα πράγματα.. Παιδεία, πολιτισμός και αυτοκριτική είναι για μένα τα πεδία από τα οποία θα ξεκινήσουν όμορφα πράγματα. Υπάρχουν μικρές εστίες αν και γενικά είναι λίγο αμήχανα τα πράγματα. Έχουμε φάει το πρώτο χαστούκι και προσπαθούμε να δούμε προς τα πού θα κινηθούμε. 

Λ.Μ.: Ο Έλληνας έχει μια τάση προς την αντιδραστικότητα. Είναι σαν να ορίζει τον εαυτό του κατά το «αντιδρώ άρα υπάρχω», το οποίο προκύπτει και από όσα έχουμε περάσει σαν έθνος. Νομίζω ότι δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε την αλλαγή. Όλο αυτό το μπάχαλο που βιώνουμε, όλος αυτός ο φόβος, είναι μια αντίσταση στην αλλαγή και για άλλη μια φορά μια προσπάθεια μετάθεσης της ευθύνης από τον εαυτό μας στους γύρω μας. Σκέφτομαι έντονα αυτό το διάστημα το πώς όντως θα είναι τα πράγματα στο μέλλον, σκέφτομαι ακόμα αν όλο αυτό θα οδηγήσει κάπου. Ξέρω πως σίγουρα έπρεπε να το βιώσουμε όλο αυτό, έπρεπε να το περάσουμε. Είτε φταίμε, είτε δεν φταίμε. Κανένας δεν θέλει την αλλαγή και κανείς δεν είναι έτοιμος να την αντιμετωπίσει. Τώρα ήρθε η ώρα που θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε. Το θέμα είναι το πώς θα είμαστε σε λίγα χρόνια. Θα έχουμε άραγε την ίδια τρέλα, θα χρησιμοποιούμε τις ίδιες πρακτικές που χρησιμοποιούσαμε πριν από χρόνια;

▲ Φωτογραφίες από την Μαρία Μόσχου.

 

 Ινφο

Σκηνοθεσία: Γεωργία Ανδρέου
Ερμηνεία: Λήδα Μανιατάκου
Μουσική σύνθεση - ερμηνεία: Εύη Κουρτίδου
Δραματουργική επεξεργασία: Έλλη Κήτα
Κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου
Εικαστική επιμέλεια: Ευαγγελία Γούλα

ΠΟΥ; Θέατρο Φούρνος, Μαυρομιχάλη 168, Εξάρχεια
ΠΟΤΕ; Για δυο τελευταίες παραστάσεις, Παρασκευή 16.11, στις 21:15 και στις 23:15