Νίκος Καρακάσης

14 Σεπτεμβρίου

Ξεκίνησα να γράφω ετούτο το ημερολόγιο απ’ ανάγκη. Τα όσα συμβαίνουν γύρω μας κι ανάμεσα μας με έχουν κάνει να σταματώ να σκέφτομαι˙ είμαστε όλοι πάνω κάτω στην ίδια ψυχολογία. Αυτή την γραφή την λαχταρώ σαν άκρη του δαίδαλου μιας βασανιστικής πορείας που έχουμε εκλεχτεί να ακολουθήσουμε. Σκέφτηκα ότι αν βάλω σε προτάσεις αυτήν την πορεία, θα καταφέρω να βρω την κατάλληλη τελεία που έχει την γνώση πώς να κλείσει την πρόταση που είναι ακόμη σε ενέργεια. Όλα τα ρήματα έχουν κάποια τελεία που τα παύει˙ εκεί ελπίζω. Δεν ξέρω αν ποτέ θα διαβαστεί ή αν θα καταλήξει μαζί με εμάς πεταμένο αυτό το ημερολόγιο σε κάποια κακοτράχαλη πλαγιά˙ αν θα φτάσει στα χέρια ενός ανθρώπου που επιθυμεί να κατανοήσει ή αν θα σαπίσουν τα φύλλα μαζί με το σώμα μας κάτω από ένα σωρό πέτρες. Τόσοι άνδρες άξιοι έχουν χαθεί μέχρι σήμερα. Γιατί όχι και αυτή η γραφή; Τι παραπάνω μπορεί να έχει από τις ανάσες που σώπασαν; Scripta manent, είναι η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω, στις ερωτήσεις που ο ίδιος επιχειρώ να μείνουν ανεξερεύνητες. 

Δεκαεφτά άντρες ξεκινήσαμε ένα απόγευμα για το μέτωπο και ακόμη δεν έχουμε φτάσει σε αυτό που οι ανώτεροι ονομάζουν «σκοπό» και «σωτηρία». Πέρασαν αρκετές ημέρες˙ ίσως μήνες˙ δεν μπορώ να υπολογίσω. Τώρα έχουμε μείνει μόνο επτά και γνωριζόμαστε απ’ τα υποκοριστικά μας. Τα ονόματα (τα βαφτιστικά μας) τα έχουμε ξεχάσει ή τα έχουμε αφήσει πίσω στην ζεστή μας κλίνη. Τα ονόματα, όπως το φιλοσόφησε ο «Δάσκαλος» (θα σας μιλήσω πιο κάτω για αυτόν), υπάρχουν για να μας δείχνουν ή να μας καταγράφουν˙ ή για να μας θυμόνται και να μας ξεχωρίζουν. 

Ένα όνομα είναι χρήσιμο στον γάμο μας, στα παιδιά μας ακόμη και στην ταμπέλα του τάφου μας. 

Τώρα εδώ, σε αυτό τον πόλεμο που πηγαίνουμε δεν έχει σημασία πώς μας λένε γιατί είμαστε ένα. Αν πέσει κάποιος κάτω θα στεναχωρηθούμε λιγότερο από το να χάσουμε ένα φιλικό μας όνομα. Λέμε απλώς μεταξύ μας, «έφυγε» σαν να ήταν κάποιο ψάρι που επέλεξε άλλο ρεύμα από το δικό μας. Ναι. Είναι προτιμότερο έτσι˙ αν ποτέ γυρίσουμε στην πατρίδα θα το ξαναπάρουμε πίσω το όνομα μας˙ θα μας χρειαστεί εξάλλου εκείνη την στιγμή για να μας αγκαλιάσει η γυναίκα και τα παιδιά μας˙ μέχρι τότε, όλοι έχουμε ένα παρατσούκλι για να συνεννοούμαστε και είμαστε ένα. Αυτήν την απόφαση την πήραμε από κοινού ένα θεοσκότεινο βράδυ σε μια παγωμένη πεδιάδα. Δεν είχαμε ανάψει φωτιά, γιατί είχαμε εντολές να μην το κάνουμε. Περισσότερες πληροφορίες δεν μας έδωσαν αλλά εδώ που τα λέμε, σπάνια μας ενημέρωναν ή για να έχω μεγαλύτερη ακρίβεια στην καταγραφή μου, μας εξηγούσαν τι πρέπει να κάνουμε ή να μην κάνουμε, με λόγια που κανείς μας δεν είχε την δυνατότητα να ερμηνεύσει. Σαν να μιλούσαμε μια διαφορετική γλώσσα. Τα βράδια λοιπόν συζητούσαμε τις εντολές τους και σχεδιάζαμε την επόμενη μέρα. Κάποιες τυχαίες ερμηνείες φυσικά ακουγόντουσαν από τον καθένα, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι αυτή ήταν και η απόλυτη εξήγηση. Σημαντικό -και αυτό το συνεριζόμασταν όλοι- είναι ότι οι ανώτεροί μας είχαν σχέδιο για να βγούμε απ’ τον πόλεμο, όπως και το ότι ο ίδιος ο πόλεμος κρινόταν από την πιστή εφαρμογή των διαταγών που λαμβάναμε, όπως και το ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν σαν τους απλούς πολεμιστές όπως εμείς. Ήταν κάτι το ανώτερο που εμπιστευόμασταν απόλυτα γιατί είχαν την γνώση του πολέμου, αντίθετα με εμάς που είχαμε απλώς την οπτική αυτού του πολέμου˙ αν το σκεφτεί κανείς λογικά δεν αποτελούσαμε κάποια λύση αλλά το δόρυ μια πολύ ανώτερης εξουσίας. Μας ρωτούσαν πάντως συχνά, τι είδαμε και σε ποιό σημείο, καταγράφανε και δεν σχολίαζαν· έπειτα αφού τα επεξεργαζόντουσαν μας έδιναν οδηγίες. Στον ασύρματο του Πάμβλο ακουγόταν πάντα η ίδια γυναικεία φωνή. Παρόλο που είχε περάσει καιρός απ’ τότε που ξεκινήσαμε, παρόλο που τόσοι άνδρες είχαν φύγει από κοντά μας, εμείς γνωρίζαμε ότι ο μόνος τρόπος για να κερδίσουμε τον πόλεμο ήταν να ακούμε και να εκτελούμε τις διαταγές. Εδώ που τα λέμε, όλοι είμαστε πατριώτες και η εθνική μας συνείδηση, πυροδοτούσε τον λύχνο της δύναμης για να συνεχίσουμε την εκστρατεία μας. Σκοπός μας η πατρίδα, αίμα μας η σημαία μας. Επιθυμία μας οι διαταγές τους. 

Σήμερα το βράδυ με την βοήθεια ενός φακού μικρού που έχω κρεμασμένο στον λαιμό μου πάντοτε, προσπαθώ να γράψω αυτό το ημερολόγιο. Έχουμε κατασκηνώσει μέσα σε καλαμιές χρυσές, ξεραμένες από το κρύο. Ούτε καν υπάρχει σκέψη να ανάψουμε φωτιά στις καλαμιές με την αιτιολογία ότι θα φουντώσουμε καμιά πυρκαγιά. Το κρύο είναι τσουχτερό αλλά έχει καθαρίσει η ατμόσφαιρα και έτσι μπορούμε να δούμε με ιδιαίτερη ευκρίνεια το ουρανό με τα χιλιάδες λαμπιόνια που κρέμονται σαν στολίδια Χριστουγεννιάτικου δέντρου. Δυστυχώς το φεγγάρι έχει μέγεθος παρανυχίδας και έτσι τα περισσότερα τα κάνουμε με τους μικρούς φακούς που έχει ο καθένας στον λαιμό του ή στην τσέπη του. Πρέπει να είναι τρεις μέρες που περπατάμε μέσα σε αυτόν τον κάμπο με τις καλαμιές και τα πόδια μας πονούνε πολύ, σε σημείο που να έχουμε αναγκαστεί να βγάλουμε τα άρβυλα μερικά μέτρα μακρύτερα μας τώρα που καθόμαστε χάμου, γιατί η μυρουδιά τους δεν αντέχεται. Όλοι αναρωτιόμαστε που μπορεί να οδηγεί αυτό ο κάμπος με τις καλαμιές. Είναι σαν μεγάλα τετράγωνα από φυτεμένο καλαμπόκι και μπαμπού και όσο μπορεί να φτάσει το μάτι μας δεν μπορούμε να δούμε κάποιο βουνό για να υπολογίσουμε στο περίπου πόση απόσταση έχουμε ακόμη. Οι οδηγίες στον ασύρματο από την Χάννα (έτσι έχουμε ονομάσει την γυναικεία φωνή που μας δίνει οδηγίες ) ήταν να βρούμε το βουνό, εκεί λέει υπάρχουν σπηλιές όπου μπορούμε να ανάψουμε φωτιά και να ζεσταθούμε προσωρινά. Είμαστε εξαντλημένοι και απογοητευμένοι και αυτό το κατάλαβε η Χάννα όταν μας άκουσε τελευταία φορά στον ασύρματο. Για άλλη μία φορά μας έδωσε όμως δύναμη με εκείνα τα παράξενα που εκείνη ονομάζει «σχέδιο» και «ελπίδα». 

«Όλα θα πάνε καλά, υπάρχουν συναντήσεις από το εξωτερικό και πιέζουμε προς κάθε κατεύθυνση να αλλάξουμε τις συμφωνίες. Δυστυχώς θα πρέπει να κάνετε υπομονή γιατί αυτά δεν γίνονται από την μια μέρα στην άλλη».

Ποιο είναι το εξωτερικό, ποια είναι η κατεύθυνση, ποιες είναι οι συμφωνίες, κανείς μας δεν καταλαβαίνει ούτε κατ’ ελάχιστο. Αλλά δεν ρωτάμε, όπως πάντα. Μόνο ο παλαβός ο Μπένι φώναξε: «Χάννα! Χάννα! Μια μέρα θα σε παντρευτώ και τότε θα ..!». Οι άλλοι τον αρπάζουν να μην συνεχίσει.

Η Χάννα παρόλο που τον ακούει, ποτέ δεν σχολιάζει.

Νομίζω ότι ο Μπένι αρχίζει να έχει παρακρούσεις. Την προηγούμενη δάγκωσε με τα δόντια του έναν αρουραίο που πάτησα εγώ απ’ την ουρά σαν πέρασε από μπροστά μου τρέχοντας φοβισμένος. Δεν ήθελε να τον φάει, αλλά μόνο να δει αν έχει ακόμη το μίσος για να αντέξει τον πόλεμο, όπως αιτιολογήθηκε αργότερα. «Πρέπει να είσαι τρελός για να νικήσεις, θα πρέπει να το ξέρετε αυτό παιδιά μου!», είπε κι έχωσε τα δόντια του στην γκρίζα σάρκα. Αν και δεν τον είχα ρωτήσει ποτέ για την ηλικία του, είχα δεχτεί ότι ήταν μεγαλύτερος από όλους μας και ίσως γι’ αυτό σε κάθε του κουβέντα να πρόσθετε αυτό το «παιδιά μου». Όλοι μείναμε ακίνητοι όταν τον είδαμε να δαγκώνει με μίσος το δέρμα του βρόμικου ζώου, αλλά μόλις το πέταξε μακριά γελώντας νιώσαμε μια ανακούφιση. Με λίγο νερό ξεπλύθηκε και έτσι συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Μα κανένας δεν μπορούσε να βγάλει απ’ το μυαλό του αυτήν την σκηνή, ώσπου το βράδυ όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε ο Δάσκαλος του ζήτησε να αιτιολογήσει την συμπεριφορά του. 

 

17 Σεπτεμβρίου 

Συνήθως δεν σταματούμε την ημέρα το βάδισμα και σαν οδηγό έχουμε μόνο μια πυξίδα και ένα μηχάνημα GPS που δείχνει μόνο τις συντεταγμένες. Είχαμε χάρτη, αλλά τον χάσαμε κάτω από μυστήριες συνθήκες. Κοιμηθήκαμε πριν από μέρες σε ανοιχτό μέρος και όταν ξυπνήσαμε λείπαν αρκετά πράγματα απ’ τις προμήθειες μας. Πρέπει οι εχθροί να πλησιάσαν αθόρυβα χωρίς να τους ακούσουμε. Το έχουν ξανακάνει. Οπότε το μόνο που μας έχει μείνει είναι να λέμε τις συντεταγμένες στην Χάννα στον ασύρματο και εκείνη να μας καθοδηγεί για την κατεύθυνση που θα πάρουμε. Οδηγός και ανιχνευτής μας είναι ο Πιέρρο, ένας ψηλός αδύνατος άνδρας με γκριζωπό μούσι που το μόνο που μπορούσε να διηγηθεί από την ζωή του πριν τον πόλεμο ήταν κάποια εξωφρενικά μεθύσια σε κακόφημα μέρη. Υπήρχε ένα μπαρ στην Μύκονο με το ίδιο όνομα οπότε απ’ εκεί εντελώς συνειρμικά του δώσαμε το όνομα. Είναι πολύ καλός ανιχνευτής και τον εμπιστευόμαστε, αν και σαν άνθρωπος είναι τόσο χαρούμενος που πλέον έχει αρχίσει να μας την δίνει στα νεύρα. Ο δάσκαλος λέει ότι δεν φταίει κάτι πάνω του, αλλά πάνω μας. Γινόμαστε καταθλιπτικοί. 

Δεν έχει άδικο. 

Ο πόλεμος ξεκίνησε πριν από χρόνια μέσα από τα δελτία ειδήσεων και σύντομα μπήκε στις ζωές μας και στα σπίτια μας. Αν και είχα την τύχη να μένω μόνος, πολλοί φίλοι και γνωστοί έχασαν συγγενείς και παιδιά σ’ αυτόν [τον πόλεμο]. Είχαμε μίσος με τον εχθρό περισσότερο από όσο είχαμε με τον εαυτό μας που αφήσαμε τα πράγματα να φτάσουν εδώ που έφτασαν. Κάποτε υπήρχε ίσως τρόπος να μη φτάσουμε εδώ, αν γνωρίζαμε ότι ο εχθρός μας δηλητηρίαζε την ζωή, αλλά δυστυχώς ζούσαμε τον ύπνο του δικαίου. Τώρα καταντήσαμε να περπατάμε πάνω σε μια πεδιάδα γεμάτη καλαμποκιές και ελπίζουμε να βρούμε μια βάση ανεφοδιασμού πριν μας βρει κάποια περίπολος του εχθρού. Λοιπόν, τα πράματα είναι σκούρα και το γνωρίζουμε όλοι. Το νερό λιγοστεύει, χάρτη δεν έχουμε και το φαγητό μας έχει περιοριστεί σε τέσσερις κονσέρβες παστό ψάρι και γαλέτες ανά άτομο. Έχουμε υπολογίσει ότι με αυτές τις προμήθειες έχουμε ακόμη τρεις - το πολύ τέσσερις μέρες ακόμη και μετά θα αρχίσουν οι άγριες πείνες.

«Όλα θα πάνε καλά» είναι η κουβέντα του δάσκαλου όταν κάποιος από εμάς δείχνει ιδιαίτερα απογοητευμένος. 

Είναι νύχτα πάλι που γράφω αυτές τις γραμμές και ο καιρός δείχνει ότι αλλάζει προς το χειρότερο. Κάνει κρύο και σύννεφα έχουν σκεπάσει τον ουρανό. Οι ξεραμένες καλαμποκιές κινούνται απ’ ένα μικρό αεράκι.