Ο Λάζαρος.
Είχε ο ευαίσθητος ένα ατελιέ.
Ένας θεός ξέρει πώς το συντηρούσε
αφού τα που τού απέφερε έσοδα ήτανε μηδενικά.
(Οι άνθρωποι τρέφονταν στην καλύτερη περίπτωση με ψάρια απ’ το πηχτό ποτάμι κι αυτό, μόνον όταν οι κατάρες κι οι κάθε είδους μολύνσεις δεν τα έκαναν να ψοφούν ή να απομακρύνονται για καιρό).
(Και όλα τούτα βέβαια, με τη σειρά τους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα στέρευε το ποτάμι από την ξηρασία).
(Ποιος πίνακες ν’ αγόραζε).
Έτσι ο Λάζαρος αναγκαζόταν
να μπαίνει λαθραία τα βράδια στο σπίτι ενός πλουσίου της Βηθανίας,
να κρύβεται κάτω απ’ το μακρύ τραπέζι του και να δειπνά
με τα ψίχουλα που τύχαινε να πέσουν δίπλα στα κουρασμένα δάχτυλά του.
Ο πλούσιος, που αγνοούσε την ύπαρξή του όσο και την ιδιόρρυθμή τους συγκατοίκηση,
καλούσε συχνά τους φίλους του σε δείπνο που κατέληγε σε γλέντι,
με τον ίδιον και όλους τους καλεσμένους, καθήμενους γύρω απ’ το παραπάνω τραπέζι, να πατάνε του Λάζαρου τα μαλλιά και να ζουλάνε την κοιλιά του με τα θρεμμένα πόδια τους.
(Αυτό μάλιστα το τελευταίο, τους έκανε να νιώθουν τόσο αναπαυτικά, που το γλέντι κρατούσε ως το πρωί).
Κάποτε
-από την εξάντληση-
το σώμα του Λάζαρου έγινε σα σάκος με άσπρη άμμο.
Κοιμόταν κάτω απ’ το τραπέζι και δεν είχε ξυπνημό.
Δυο γλέντια έγιναν κατά τη διάρκεια του μεγάλου ύπνου κι εκείνος παρέμενε ποδόμακτρο των καλεσμένων του πλουσίου,
ασάλευτος στο πάτωμα όπου κατέληγαν τα γέλια και τα ψίχουλά τους.
Πρώτη φορά το ατελιέ του έμεινε κλειστό για τρεις γεμάτες μέρες.
Την τέταρτη,
σε μια καθαριότητα επάνω,
ανακαλύφθηκε κουλουριασμένος κάτω απ’ την τάβλα.
Κανείς δεν τού πήρε το σφυγμό. Θεωρήθηκε στα γρήγορα νεκρός.
Κλέφτης άτυχος.
Ανάσες πάνω απ’ το κεφάλι του και μπερδεμένες φωνές,
του πλούσιου και των γειτονισσών κυρίως,
άρχισαν να πέφτουν από μια χοάνη σα σκουπίδια στο άδειο του μυαλό.
Ήθελε μόνον να μείνει μέσα στο τούνελ του ύπνου.
Όταν όμως ακούστηκε και μια τελευταία φωνή
εκείνη που τού ‘λεγε συλλαβιστά το όνομά του κι έπειτα
κάτι σε έγκλιση προστακτική,
τότε το χώνεψε για τα καλά:
Δεν θα τον άφηναν ήσυχο.
Πήρε λοιπόν τα κόκαλά του,
σηκώθηκε όντως,
και βγήκε τρίζοντας στο φως.