Μικρές ανάσες. Κοιμούνται, κοιμούνται, ν’ ακροπατάς, κοιμούνται, ταράζεις τις ζωούλες τους με το βαρύ σου βλέμμα, όλο αφηγήσεις, όλο συνεκδοχές. Κοιμούνται, φτυαρίζουν το όνειρο, το ρίχνουν στην πίσσα της μέρας, μικροί ποιητές μέσα στα σκουπίδια, μέσα στην αδολεσχία, ίπτανται πάνω από την απειλή του πράσινου, του γαλάζιου, του μωβ, πάνω από λόγια-ροκάνες, εικόνες με γέρικα κεφάλια-γραβάτες-χαρτοφύλακες-πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν.

Ένας ρυθμός, πάνω-κάτω οι τρυφερές κοιλιές, το μετάξι της παρειάς, η καμάρα της χουφτίτσας που βγάζει σε ξέφωτο μεσημεριανό μετά το ψάρι, το κρασί, το καρπούζι που στεγνώνει πάνω στα χείλη. Μικρά μου φλογοβόλα πάλσαρ σαρώστε το σκοτάδι, εσείς που θα μεταμορφωθείτε στο σχήμα της οδύνης, του φόβου, του σπασμού, που θα σας αναγκάσουν να ενδυθείτε το σκοτάδι, να ξεχάσετε το δικό σας άσπρο, το ριπίδι της χαράς.

Μικραίνω να χωρέσω σε κείνη τη γωνιά του χαμογέλιου όπου στεγνώνει η αφράλα της νύχτας, ν’ αρπάξω το δώρο της καλοσύνης που σας έχει δοθεί από πάντα, μικροί άγιοι σ’ ένα κόσμο τεράτων, ένα κόσμο ανθρώπων. Αφήστε με να δω τα φωτεινά σας ενύπνια και να ξαναθυμηθώ, να κοιμηθώ μετά αλαφρωμένη.

Μικρές ανάσες. Μαγεία μιας νύχτας που δεν τη θέλει κανείς, με την απειλή μιας μέρας που θα σαρώσει όλα τα ξόρκια που αναπέμπετε. Αύριο θα γεράσουμε μια ακόμη εποχή κι εσείς θα επιμένετε μάταια να μας γυρίσετε στην άχρονη οντολογία σας που έχει μόνο φως, νερό κι ανάσες. Δεν θέλουμε να γίνουμε φτωχοί, φωνάζουν τ’ ακροδάχτυλα που τσακώνουν μαλακά τις βρώμικες κουβέρτες μας. Ανάμεσα σε δυο αναπνοές μπορείτε –ακόμη!- να καταστρέψετε αυτόν τον αδιανόητο κόσμο.