Το Δουβλίνο ως άνθρωπος. Ως υπόσταση. Μετά από λίγο, όπως και κάθε τι άλλο, το συνηθίζεις. Το μαθαίνεις σιγά-σιγά. Κάποιες φορές σου αρέσει αυτό που βλέπεις, κάποιες άλλες όχι. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εξασκήσεις τον εαυτό σου στην αγάπη. Στην υπομονή. Στο να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου γιατί είσαι εδώ.

Να συνεχίζεις να το αγαπάς, παρά τα ξεσπάσματα του καιρού του, παρ’ όλες τις ελλείψεις του, παρά τις αρνητικές πλευρές του. Να εμμένεις στις θετικές όψεις του. Ακόμα κι αυτές που δεν μπορείς να δεις, γιατί σε τυφλώνουν ο θυμός ή η ανέχεια. Το Δουβλίνο είναι γενναιόδωρο. Δίνει πιο εύκολα απ' ότι παίρνει. Κι ό,τι θα πάρει, θα το δώσει πίσω εις διπλούν. Πάντα μετά από μια πολύωρη βροχή, θα ακολουθήσει το ολοζώντανο ουράνιο τόξο με τα καλαίσθητα χρώματά του εκεί πάνω στην αρχή αυτού του πελώριου καθαρού ουρανού. Κι αυτό είναι κάτι.

«Δεν υπάρχει κανένας πόνος
που μέσα του να αποσύρεσαι
ο καπνός ενός μακρινού καραβιού
στον ορίζοντα
έρχεσαι μόνο μέσα από τα κύματα
τα χείλη σου κουνιούνται
αλλά δεν μπορώ να ακούσω τι λες…»

 

Πρωί

Το Δουβλίνο ξυπνά. Άνθρωποι βιαστικοί διασχίζουν τα πεζοδρόμια. Κάποιοι φορώντας κίτρινες καμπαρντίνες μοιράζουν τις πρωινές εφημερίδες. Τα μαγαζιά ανοίγουν. Ένας ψυχρός αέρας επικρατεί. Φαίνεται στις ανάσες μας. Το ποτάμι Λίφι στέκει ακίνητο και ήρεμο. Σαν κάτι να περιμένει. Οι πρώτοι καφέδες αρχίζουν να ρέουν στα χάρτινα ποτήρια που κρατάμε ανά χείρας. Ποδηλάτες πηγαινοέρχονται κάθε τόσο. Οι κατασκευές για την γέφυρα κατά μήκος του ποταμού που ετοιμάζουν, συνεχίζονται.

«Πες μου γιατί είσαι τόσο θλιμμένη
Ο χρόνος γλιστρά σαν κόκκοι άμμου...»

 

Μεσημέρι

Ευθυγραμμιζόμαστε. Η πόλη αρχίζει σιγά-σιγά να φωτίζεται. Μια γιορτινή ατμόσφαιρα επικρατεί παντού. Η φωτισμένη Ο' Κόνελ ξεπροβάλλει μέσα από τη συννεφιά. Μουσικές αντηχούν στα στενά σοκάκια της πόλης. Το τάνγκο πρωταγωνιστής. Σαν ανήμπορα πλάσματα, φωλιάζουμε εκεί μέσα στις πτυχές του κι αφήνουμε να μας δίνει το χρώμα και το σχήμα που εκείνο θέλει. Γινόμαστε μάρτυρες μιας ζωής που όλοι θέλουμε να ζήσουμε –γεμάτη αγγίγματα, αγκαλιές και ζεστασιά. Σαν ένα όνειρο που δε θέλουμε να ξυπνήσουμε.

Ο χειμώνας προβλέπεται βαρύς –πώς θα τον κουβαλήσουμε αν δεν υπάρξουν οι προδιαγραφές; Οι άνθρωποι αποδεικνύονται πολύ λίγοι, όταν τους προσφέρεις πολλά.

«'Όταν ήμουν παιδί είχα πυρετό
Ένιωθα τα χέρια μου σαν δυο μπαλόνια
Τώρα νιώθω αυτό το συναίσθημα και πάλι
Δεν μπορώ να το εξηγήσω
Δεν θα καταλάβαινες
Δεν είμαι εγώ αυτή...»

 

Απόγευμα

Ουρανός καθαρός, ένα διάχυτο φως τον διακρίνει. Δεν προμηνύεται βροχή γι' απόψε. Τα πρώτα χρώματα του δειλινού αρχίζουν να φαίνονται. Λιγοστές άμαξες κοντά στο πάρκο του Σαιντ Στίβενς διασχίζουν γοργά τον απογευματινό αέρα. Ένα σμήνος πουλιών πετάει πάνω απ' τα κεφάλια μας. Οι αστυφύλακες περιδιαβαίνουν τα πεζοδρόμια. Οι περισσότεροι έχουν αρχίσει τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια τους. Ο Τζέιμς Τζόϋς μας κοιτάει με στυλ στη μέση της Χένρι Στρητ.

«Έχω αυτή την αίσθηση πως μπορώ
να σε κάνω να χαμογελάς
για πάντα.
Απλά, δείξε μου ένα σημάδι
και θα σου δείξω το σχέδιό μου…»

 

Βράδυ

Μυρωδιές από αλκοόλ και καφέδες. Μουσικές ευωδιές γεμίζουν και πάλι την ατμόσφαιρα. Πλανόδιοι μουσικοί κατά μήκος της Γκράφτον αψηφούν το κρύο. Ανατέλλουν και δύουν κάθε βράδυ παρέα μ' έναν γυμνό ήλιο και διηγούνται ιστορίες ζωής κι έρωτα. Τραγουδάνε. Για τις στιγμές μας που χάσαμε, για εκείνες που έρχονται, για εκείνες που περιμένουμε και γι' αυτές που είναι ήδη εδώ. Μας κοιτάνε. Τους κοιτάμε. Υπάρχει μια συνωμοσία στα βλέμματά μας. Μια απορρέουσα υπόσχεση στο λόγο τους.

«'Όταν η νύχτα έχει φτάσει
και η γη είνια σκοτεινή
και το φεγγάρι είναι το μόνο φως
που βλέπουμε
όχι, δε θα φοβηθώ, δε θα φοβηθώ
για όσο καιρό
στέκεσαι πλάϊ μου…»