Λίγο πριν την βροχή που φέρνει ο χειμώνας και έρχεται όταν το χώμα μυρίζει, ο Ψαράς σήκωσε τα βαριά δίχτυα, να τα γυρίσει, να τα γυρίσει, να τα κάνει κουβάρι στα χέρια του, ν’ αποδημήσουν τα ψάρια σε μέρη μακρινά. Έλεγε και ξανάλεγε ένα τραγούδι που του ‘λεγε η Μάνα του, όταν το παράπονο τον έκανε να φέρνει τα δάκρυα μπροστά κι εκείνη να του τα σκουπίζει αφήνοντας την ρόκα στην άκρη να περιμένει. Κι όταν στέρευαν τα ποτάμια έπιανε και πάλι την ρόκα να την γυρίσει, να την γυρίσει, να την κάνει κουβάρι στα χέρια της που χαρακιάστηκαν στα χρόνια, ν’ αποδημήσουν οι έγνοιες σε χρόνους μακρινούς.  

«Τώρα που θα ξεκινήσουν οι βροχές,
θα τρέχεις μέσα στα νερά,
δεν θα φοβάσαι να βραχείς,
να λιώσεις, ν’ αποκοιμηθείς»

Κι έλεγε και ξανάλεγε τον σκοπό, πειράζοντας τις νότες, πού και πού, κι άφηνε ποτάμια να τρέξουν για να προλάβουν τη βροχή. Όταν τα δίχτυα τέλειωσαν κι έπιασε να νυχτώνει, άναψε το φανάρι του και φώναξε στον Ουρανό μια Προσευχή, να τον ακούσει Άνθρωπος, να τον αφουγκραστεί. Ελέησόν με, Άνθρωπε! Και φώναζε να ξεσηκώσει κεραυνούς, να σβήσουν οι βροντές τον φόβο. Ελέησόν με, Άνθρωπε. Ελέησόν με.

Κι η βάρκα έσβηνε στο σούρουπο, χανόταν στο μπλέ τ’ ουρανού που η θάλασσα η σκοτεινή έπαιρνε απ’ το φως του.