Έξω έχει κρύο. Λευκό το χιόνι. Απάτητο. Φυσάει άγριο αέρα απ’ την πλευρά του Σύμπαντος. Βαθύς και συνεχόμενος ο χρόνος. Αδιάκοπος. Αμείλικτος πάνω απ’ τους μελανιασμένους κορμούς των δέντρων. Πάνω απ’ τα ανθρώπινα σώματα. Θέλω να εισπνεύσω την πνοή που δεν έχεις πια. Να την ελευθερώσω στο χώμα. Να σε ελευθερώσω. Μα έξω έχει κρύο. Μένει απάτητο το χιόνι. Κι εκκρεμεί η κοσμική αποχώρηση. Η αναχώρηση για τ’ αλλού. Για τ’ αλλού που ηλπίζαμε. Ο χρόνος συνεχίζει. Εγώ συνεχίζω. Εσύ, σταματημένος εκεί, μου γδέρνεις τα χέρια και το πρόσωπο.

Ο χρόνος κυλάει. Όλα κυλάνε και κατευθύνονται προς το αναπόφευκτο. Δεν είναι ένα απλό παιχνίδι θνητότητας. Ο χρόνος είναι υπεράνθρωπος βλέπεις. Εγώ ουρλιάζω για να αλλάξω την πλευρά του αέρα. Σπρώχνω μια πιθαμή τον ουρανό για να σ’ ακούσω όπως πριν. Θέλω να ελευθερώσω την πνοή σου στο χώμα. Με βαραίνει αυτή η ανάσα που δεν έχεις πια. Ο Μπαλταζάρ κουράστηκε. Θέλει να κοιμηθεί. Να μην κυλήσει άλλο. Κατάπιε την αρρώστια του σύμπαντος. Κι αυτό το λευκό σεντόνι, ο αστερισμός από πάγο και ομίχλη, μοιάζει το τέλειο σπίτι. Εγώ κυλάω και οι πλάτες μου κυρτώνουν με το βάρος σου που δεν αποχωρεί. 

Έτριψα το πάτωμα δυο φορές. Όπως χθες. Και στην κατσαρόλα έβαλα χαμομήλι που σ’ αρέσει. Η κούπα σου γεμάτη. Η κούπα μου άδεια. Με τέτοιες σκέψεις προσπαθώ να αμυνθώ το Χειμώνα. Την παγωνιά που κατέκλυσε την πνοή. Το κορμί σου. Στο πρόσωπο μου σέρνεται η μοναξιά. Βογκεί σιωπηλά. Σε γυροφέρνει. Και οι ουλές μου καλύφθηκαν από κρύο κι αναμονή. Το πάτησα το χιόνι. Αποκλειστήκαμε στ’ αδύνατο. Ο χρόνος κυλάει. Κυλάει, κυλάει. Μα η αγάπη εμμένει στο ασταμάτητο. Τώρα όλα φεύγουν. Όλα απομακρύνονται πια. Λέω να κοιμηθώ.  

Καθρέφτης > Χαμομήλι του Νεριτάν Ζιντζιρία