▲ Σταύρωσις
Matthias -Gothart Nithart- Grunewald, περίπου 1475-1528

 

Πλαστή τοιχογραφία του Μποτιτσέλι, ρηχό άγγιγμα σε καπούλια τροφαντής γυναίκας του Μικαλάντζελο, ψεύτικο δάκρυ μπροστά στον Εσταυρωμένο του Γκρύνεβαλντ, πληρωμένη ανάγνωση αράδων του Πεσσόα. 

Κατέβα από το άρμα σου, σκούριασε. Τρίζει γερασμένα κύτταρα, φωνάζει θάνατο, σκούζει μασκαρεμένο έρωτα. Κατέβα!

Φυσικό είναι να φοβηθείς την πρώτη φορά που θα μπεις στο δάσος μόνος. Έτσι συνέβη και με μένα, όταν πολύ μικρός τόλμησα να διασχίσω το ποτάμι και να περάσω απέναντι στον γκριζοπράσινο πυκνό λόφο. Φοβήθηκα κυρίως τους άγνωστους κατοίκους του. Τριχωτοί, σε όλα τα μεγέθη και τις όψεις, πεταγόντουσαν από κάθε συστάδα θάμνων, από κάθε δέντρο, από κάθε ρυάκι κάνοντας το αίμα να παγώνει μπροστά στις άγνωστες βουλές των μυστήριων οικοδεσποτών.

Ήταν Άνοιξη της εφηβείας μου θυμάμαι. Στα παιδικά παραμύθια είχα διαβάσει για δράκους που πετάγαν φωτιές, ιπτάμενα φίδια, τέρατα, μάχες σώμα με σώμα και ιπποκόμους βλοσυρών αφεντάδων. Για κάθε καινούργια παράγραφο, για κάθε σειρά και κάθε κεφάλαιο είχα πλάσει και τη δική μου εικόνα. 

Παιδάκι ακόμα είχα ανακαλύψει το ταλέντο να σκιτσάρω υπέροχα, οι δε γονείς μου και οι γιατροί την ανεξέλεγκτη οργιάζουσα φαντασία μου.

Είχα λοιπόν ζωγραφίσει όλα τα λογής ζωντανά του καινούργιου μου κόσμου, προσθέτοντας τα άψυχα που ήταν κυρίως κάστρα μπροστά από πόλεις και βουνά μπλε ή χιονισμένα λευκά. Αυτό που όμως είχα πρωτοαντικρύσει εκεί δεν είχε καμία μα καμία σχέση με τα όνειρά μου.

Κάμποσους αυνάν μήνες μετά, μπορεί και χρόνια και αφού είχα συνηθίσει τα μονοπάτια και τους φόβους μου, εξοικειωμένος πια με το δάσος μου και τα τέρατά του αποφάσισα να τα αλλάξω όλα. Στο χέρι μου ήταν, απεφάνθην.

Άρχισα λοιπόν να πλάθω ζωάκια από μυαλό, ξωτικά από φόβο και νεράιδες από υγρές εκκρίσεις. Δούλευα ακούραστα ώρες ημέρες μήνες, κυρίως τα βράδια που ησύχαζα. Καμιά φορά δούλευα και στο σχολείο χαμένος στη δημιουργία μου μέχρι να με διακόψει το βίαιο σκούντημα της δασκάλας, ή και στο σπίτι τις ώρες του φαγητού κρυμμένος κάτω από τις νουθεσίες των γονιών να τελειώσω το πιάτο μου.

Κομματάκια χρωματισμένο γυαλί, σπασμένα παραθύρια επανάστασης. Πόσο μου αρέσει να τα πιάνω κάθετα σφιχτά, να καρφώνονται οι πλάγιες ιριδίζουσες λάμψεις στο δέρμα μου. Να ρέει το κατακόκκινο υγρό στο χώμα, υπόστρωμα να γίνεται κολλώδες, πάνω του να τα ταιριάξω, ουράνιο παζλ, βιτρό μίας όψης. 

Κι άμα το τελειώνω αρχίζω ένα καινούργιο. Κι άλλο γυαλί κι άλλο χώμα κι άλλο αίμα, μέχρι να βρω τη μορφή σου. Κείνη που μου έταξε το σύμπαν όταν τρελάθηκε. 

Τους φτιάχνω φρύδια στέγαστρα τριχωτά κι από κάτω μια τρυπούλα που θα καρφώσω το μάτι. Αριστερά πρώτα. Κι άλλο μάτι δεξιά. Διαχωρίζω τις πρέπουσες υποστάσεις. Εκείνη της φύσης κι εκείνη του μυαλού μου. Κάπου ανάμεσα πρέπει να βρίσκεται το παραμύθι. Κάπου εκεί πρέπει να κοιμόταν δίπλα στο όνειρο που μου φώναζε «δώσε μου ζωή». Λόγια που νόμιζα αρνιούνταν να ειπωθούν. 

Κάθε οντότητα που έπλαθα, της φυσούσα ζωή και την τοποθετούσα με επιμέλεια στο χώρο που είχα δημιουργήσει να της βάλω. Ήταν ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας γιατί έπρεπε να σταθούν δυναμικά στο νοητό καμβά. Να μη γέρνει η σύνθεση, μα και να έχει ελεύθερα περάσματα για το κεντρικό θέμα που θα ερχόταν. 

Την φαντασίωση! 

Ταξίδευα ασταμάτητους δρόμους σε χωράφια καινούργιας καλλιέργειας κι έκλεβα εκείνους τους καρπούς τους νέους που με έθελγε το χρώμα τους. Έπαιρνα μαζί με αυτούς και το χώμα τους να το κάνω -νόμιζα- αθάνατο πηλό. 

Σιγά σιγά εμπλούτισα με υπομονή την παλέτα μου με κάθε είδος αρχέγονα υλικά τα οποία τοποθέτησα επάνω της με τη σειρά του χρωματικού κύκλου, όπως τα βάζουν οι ζωγράφοι. Αριστερά η χαρά, δίπλα της το γέλιο, παρά δίπλα η πρώτη ματιά και κατόπιν το σκίρτημα. Η ανυπόμονη καρδιά στη μέση, δεξιά της το δάκρυ μαζί με το κλάμα και πιο πέρα η κομμένη ανάσα φάτσα με την ηδονή. Η απαγόρευση, ο πόθος και το πάθος. Μεγάλη παλέτα, όμως απαραίτητη. Φτάνοντας στα σκούρα, πρώτη θέση έβαλα τη ζήλια και κυρίαρχη την σκοτεινή εκδίκηση που από όσο θυμάμαι δεν χρησιμοποίησα ποτέ. Η απογοήτευση πήρε την προτελευταία θέση διεκδικώντας έρεβος από τον θάνατο που έστησα ύστατο.

Δεν μπορείς, όσο άθεος και να είσαι, να μην κλάψεις μπροστά στα παραμορφωμένα μέλη του Ιησού του Ματτίας. Έτσι παραμορφωμένα, σπασμένα κόκαλα, ξεχειλωμένα νεύρα τα θέλω μου, πατάνε άφοβα στα καρφιά από πρέπει και περπατάνε εκεί που πηγάζει ο λόγος της ύπαρξής μου. Δεν τον σχολιάζω, κάνω όμως θόρυβο να ξυπνήσουν εκείνα τα λόγια που περιμένω να σπάσουν τα τύμπανα και να εισχωρήσουν στις φλέβες μου. Να με κάνουν αιχμάλωτο της δυαδικής ένωσης κατασπαράσσοντας τους μυς της καρδιάς.

Σαν γενικό διαλυτικό μέσο όλων των υλικών μου έβαλα τη μαγική υγρή φαντασίωση που μπορούσε να ενώσει κάθε επιθυμία χρήσης τους.

 «Φοβάσαι αυτό τον πυκνό κόσμο και τα αγρίμια του, όταν όμως φτιάξεις το δικό σου το δάσος θα το διαβαίνεις άφοβα» σκεφτόμουν και προχωρούσα.

Σαν πειρατής έβγαινα και αιχμαλώτιζα πρότυπα. Άρχισα να κουρσεύω λαμπερά χαμόγελα από γοργόνες που με πλησίαζαν ερωτευμένες. Αγρίμια ατίθασα γίνονταν πειθήνια -στις βουλές μου- όργανα, χωρίς να εκφράζουν ουδεμία αντίρρηση στα θέλω του γλυπτού μου. Έβγαινα και άρπαζα κάθε μορφή που με συγκινούσε. 

Προς το τέλος της συγκομιδής, η συλλογή μου είχε γεμίσει από νεράιδες. Νεράιδες τρυφερά παραμύθια, νεράιδες έτοιμες για μητέρες, νεράιδες ροκ σκηνής, όλες τους πανέμορφες και ηδονικές.

Τις έπαιζα, τις ανακύκλωνα, τις ανέπλαθα. Από την ίδια τους την υπόσταση έφτιαχνα πάντα μια καινούργια πριν εκείνη πεταχτεί, ή με εγκαταλείψει. Ναι, κάποιες με είχαν εγκαταλείψει επηρεασμένες από τα κοινωνικά κελεύσματα στα οποία τα θέλω μου λειτουργούσαν κόντρα. Με είχαν παρατήσει να συνεχίσω μόνος το ταξίδι μου. Η δική τους ασφάλεια -διόλου καταχωρημένη- διαφαινόταν δίπλα μου. Ο κόσμος τους δεν ανήκε στον δικό μου τον κόσμο, άνηκε στον κόσμο.

Γιατί για ταξίδι επρόκειτο. Ταξίδι στο άγνωστο που εκ των προτέρων ήξερα δεν είχε γυρισμό. Είχα αφεθεί στη θέα από τα παράθυρα του οχήματος που εγώ είχα φτιάξει και μέσα του είχα μπει να με πάει. Να με πάει στα άδυτα της τέχνης μου, στις πόρτες των απαγορευμένων παραδείσων μου.

Είχα όμως μείνει μόνος. Εγώ και το δάσος μου με τα δημιουργήματα του μυαλού ακίνητα ενθύμια να με περιγελούν. 

Επικείμενη τιμωρία η σταύρωσή μου.

«Ει, εσύ! Σε σένα μιλάω μικρό είδωλο. Μη φεύγεις, γίνε για μια στιγμή εξομολόγος μου και πες μου τα αμαρτήματά μου. Κοίταξέ με, θέλεις να μετακινήσω και άλλη πολυκατοικία για να δεις τη δύναμή μου;», φώναζα μα δεν με άκουγαν. Μόνον έφευγαν αφήνοντάς μου σφραγισμένες συστατικές επιστολές για την είσοδό μου στην τέχνη της μοναχικότητας. 

Τα καρφιά σουβλίζουν τα κύτταρά μου ένα ένα. Σκουριασμένη ακίδα περνάς μέσα από τις φλέβες στους νευρώνες μου. Πρόστυχη κατάρα σε ερωτεύομαι. Δεν είμαι μόνος, ζω μαζί σου, σε συνήθισα. Μου αρέσεις.

Το αίμα μου έγινε υλικό. Με αυτό ζωγραφίζω να με θαυμάζουν μέσα στο κλουβί μου από αόρατα αγκάθια. 

Άυλη η φωνή μου ξερνάει ικεσίες συν τροφής. 

Πέρασαν μήνες˙ χρόνια. Τα βήματά μου μονές γραμμές σημάδια στο χώμα 

μαρτυρούσαν την έλλειψη. Τα μονοπάτια στο δάσος μου έσβησαν όλα τα άλλα ίχνη. Μείνανε μόνο τα δικά μου να ταλαιπωρούν την ίδια χαραγματιά στο έδαφος. Έπαψα ακόμα και να επισκέπτομαι τη μεγάλη ζούγκλα απ’ έξω που μέσα της συντηρούσε τα είδη για τα οποία κάποτε ενδιαφερόμουν. 

Κι εκείνα, όταν τύχαινε να βρεθούν στα σύνορά μου, διθυράμβους φώναζαν μπροστά στο έργο μου, θαυμασμός στο τσίρκο με τον ένα κλόουν. 

Κι αυτός, κρυμμένος πίσω από κουρτίνες άφηνε να φανεί μόνο το έργο κι όχι το δάκρυ κάτω από τη βαφή του ματιού του. 

Κλάμα και ικανοποίηση. Διαστροφή χτισμένη να εξυπηρετεί μοναξιές, παγίδα στην πραγματική όραση εκείνη της ψυχής, να μη βλέπει. Να μη μπορεί να καταλάβει ούτε καν κάποιες αφίξεις σπάνιων ειδών.

 «Αθάνατος, είσαι αθάνατος», μια μοναχική γλυκιά σιγανή βραχνάδα ακούστηκε μέσα από τους ξερούς άνυδρους θάμνους. «Πως μπήκες εσύ εδώ μέσα και δεν σε είδα;», έσκυψα μπροστά της με θαυμασμό. «Με είδες, απλώς δεν με πρόσεξες. Δεν υπάρχει θάνατος για σένα», επέμεινε ψιθυριστά η φωνή και σαν να προσπαθούσε να κρύψει την ομορφιά πίσω από τον ήχο, κατέβασε με δέος το μικρό κεφάλι της. «Ένα μεγάλο τίποτα είμαι. Κι αν η τέχνη μου σ’ αρέσει, σε ευχαριστώ μα δεν σημαίνει πια κάτι για μένα» αντέκρουσα ήρεμα απλώνοντας το χέρι στη φωνή να σηκωθεί.

 «Έβγαινες στο έξω μεγάλο δάσος και έπαιρνες σπάνια είδη που σε συγκινούσαν, σε είδα, σε κατάλαβα. Τα έβαζες με προσοχή στο δικό σου και τους έδινες ζωή. Τα έκανες τα δικά σου αγρίμια». Η φωνή είχε γίνει πιο έντονη, σχεδόν επικριτική.  

Με μιας, σαν να μού είχε βάλει στα χέρια έναν καθρέφτη αυτοκριτικής, με έκανε να αρχίσω να στάζω σκέψεις και πεπραγμένα μπροστά της. Να αρχίσω να βλέπω τη ζωή μου ωμά σαν ανιαρή ταινία μικρού μήκους. Να γονατίσω προσκυνητής στο μεγαλείο που είχε μόλις αποκαλυφθεί μπροστά μου γιατί εκείνη είχε πιάσει το χέρι μου και παραμερίζοντας την καφετί ξερή συστάδα, είχε σηκωθεί.

Χωρίς να σταματήσει στιγμή να με κοιτάζει στο κέντρο του τρίτου ματιού, έβγαλε με μία κίνηση την υφασμάτινη ζώνη της, την τίναξε στον αέρα και την εναπόθεσε απαλά στο κεφάλι μου. Το διάφανο πανί άρχισε να τυλίγεται σε όλο μου το σώμα γεμίζοντάς το με αστέρια ημέρας γεμάτα ξεχωριστό φως. 

Εμβρόντητος μα με μια ασυνήθιστη πραότητα σαν σε μύηση, άρχισα να βιώνω την κάθαρσή μου. Τόσα είδη, τόσες ψυχές, τόσες ανάσες είχαν περάσει από τα χέρια μου. Εγώ ήμουνα ο φταίχτης. Κοιτούσα μόνο τη βολή του δικού μου κόσμου, σαν όλα εκείνα που έπλαθα να μην είχαν δικαίωμα απόφασης. Εξομολόγηση.

Και αυτό το σπάνιο είδος που μόλις είχα απαντήσει, τι ήθελε από μένα; Καμένο χαρτί ένιωθα και δεν του έπρεπα. 

«Υπέροχη είσαι, έτσι θα σε φωνάζω», μπόρεσα να ψελλίσω.

Η ζώνη είχε αφήσει το μακρύ φόρεμα να πέσει στα γυμνά πόδια της κάνοντας αντίθεση με το μαλλί της που ανέμιζε απαντήσεις στο αεράκι που κρυφογελούσε.

«Δεν φταις εσύ. Το τάμα που έκανε το σύμπαν για σένα είναι υπεύθυνο. Εκείνο όρισε να ακολουθήσεις την τέχνη μέσα από μοναξιά. Μόνο έτσι θα την υπηρετούσες πιστά και το έκανες. Γι αυτό έγινες αθάνατος. Δεν σε αφήνω, θα μείνω εδώ». 

Ένιωσα τα καρφιά στις σάρκες μου να υποχωρούν σε πίεση, να βγαίνουν ανακουφιστικά αποκαθιστώντας τις πληγές σε ανάσταση.

Άφησα το χέρι της, τρυφερό άγγιγμα και γύρισα σε μια σειρά λουλούδια που ζούσαν ακόμα σε πείσμα της εγκατάλειψής που τους παρείχα.

Έκοψα με σεβασμό στην αντοχή του το πιο όμορφο κόκκινο ρόδο, καθάρισα τα αγκάθια στο κοτσάνι του και το πρόσφερα θυσία στον βωμό της καινούργιας, αγνής, καθαρής ανάσας. Εκείνη το έφερε στα χείλη της, άγγιξε τα πέταλά του με αγάπη και το εναπόθεσε στην παλέτα μου που είχε μόλις ζωηρέψει από τα δικά της χρώματα.