Το είχαμε πει. Θα το λέμε συνέχεια: σε πείσμα όλων, τυχαίνει να συμβαίνουν ακόμα: η γραφή, η μουσική, η ανάγνωση, η επιθυμία. Ακόμα κι αυτή η επιθυμία του να συναντάς -κόντρα στην κλισέ και μοδάτη πια αποξένωση- ωραίους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι˙ ακομπλεξάριστους, ταπεινούς και ανοιχτούς. 

Οι Μέρες του Φωτός είναι εδώ. Αληθώς, σπουδαίο! Σπουδαίο ως συναίσθημα και συνειδητοποίηση.

Συναντήσαμε την Νατάσσα, τον Θέμη, τον Γεράσιμο, κάπου στο Γκάζι και μιλήσαμε, μιλήσαμε με τις ώρες. Το ποδαρικό του 2013 δεν θα μπορούσε παρά να έχει κάτι από το Φως τους. 

Αλήθεια, είναι σπουδαίο το Φως!

 

Ηχητικά, ερμηνευτικά, στιχουργικά οι δυο πλευρές του δίσκου -προσφάτως κυκλοφόρησε και επίσημα σε συλλεκτικό βινύλιο- φαίνεται πως θέλουν να διηγηθούν μια ιστορία. Ποια είναι αυτή;

Γ.Ε.: Η αρχική πρόθεση και ο βασικός άξονας ήταν πολύ συγκεκριμένος. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Ήθελα όντως να πω μια ιστορία σαν αυτή που λένε τα τραγούδια στα δυο δισκάκια. Το τελικό αποτέλεσμα, βέβαια, προέκυψε από συζητήσεις και ζυμώσεις με τα παιδιά. Πάντως συνολικά αυτό που πήρατε στα χέρια σας, ήταν πολύ κοντά σ’ αυτό που είχα σκεφτεί εγώ. Αυτό που ήθελα να κάνω ήταν μια αντιπαράθεση γενιάς: η δική μου, η δική μας απέναντι από έναν καθρέφτη περασμένης γενιάς. Στην ουσία πρόκειται για μια αναμέτρηση με τις κυτταρικές αναφορές μας. Και οι τρεις μας συναντηθήκαμε σ’ αυτό, ο καθένας από το πόστο του και προέκυψαν οι Μέρες του Φωτός.

Ν.Μ.: Και για μένα ερμηνευτικά ήταν πολύ ξεκάθαρο όλο αυτό, γιατί έβγαινε από τα τραγούδια. Οι δυο πλευρές του δίσκου με οδηγούσαν από μόνες τους σε έναν δρόμο πολύ διαφορετικής ερμηνείας. Ακόμα και στο στούντιο η ηχογράφηση έγινε διαφορετικές στιγμές: άλλη φορά ηχογραφήθηκε η πρώτη πλευρά και άλλη η δεύτερη. Έχω την αίσθηση ότι απαιτεί εντελώς διαφορετικό κλίμα και ψυχική ατμόσφαιρα αλλά και διαφορετική δική μου προετοιμασία. Νομίζω ότι η δουλειά αυτή ήταν αποκάλυψη και για τους τρεις μας. Μας πήγαινε μόνη της. Κύλησε αβίαστα εν τέλει. 

Θ.Κ.: Επιπλέον, η πρώτη πλευρά στηρίζεται στο πώς βλέπουμε εμείς τον κόσμο σήμερα. Κοιτάει βέβαια προς το μέλλον. Η δεύτερη βασίζεται στις μουσικές και στιχουργικές μας αναφορές. Συχνά, μάλιστα κλείνουμε το μάτι σε συγκεκριμένους ανθρώπους και δημιουργούς.

Το θέμα της γενιάς -το τι σηματοδοτεί μια γενιά, τι αξιακό σύστημα φέρει- συνδέεται συχνά με  την πρωτόλεια ουσία της πολιτικής. Υπήρχε τέτοια πρόθεση από την αρχή; 

Γ.Ε.: Όταν ετοιμαζόταν ο δίσκος δεν ήταν τόσο πολιτικό το πλαίσιό του, όπως τουλάχιστον το εννοείς. Την βλέπαμε την κρίση, αλλά ο δίσκος δουλευόταν όπως δουλεύεται οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο σε μια συγκεκριμένη εποχή. Ναι μεν, οι ζυμώσεις υπήρχαν αλλά η ανησυχία ήταν βαθύτερη˙ ήταν υπαρξιακή˙ ξεπερνούσε τα όρια της παρατήρησης του κόσμου γύρω μας και των όσων συνέβαιναν και κυρίως όλων όσων παρατηρούσαμε τους μήνες που ηχογραφούσαμε τον δίσκο. Πολλές φορές μας αιφνιδίαζε το τι γινόταν όσο εμείς φτιάχναμε τον δίσκο. Πάντως είναι κυρίως υπαρξιακός και λιγότερο κοινωνικοπολιτικός δίσκος. Και οι τρεις μας θεωρούμε ότι πολιτική είναι ο τρόπος που ζεις την καθημερινότητά σου. Αλλά δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τον όρο αυτόν καταχρηστικά. Γιατί δεν είναι αυτό που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα να χαρακτηρίζουμε ως πολιτικό δίσκο. Για να στο κλείσω: ο λόγος για τον οποίο επέλεξα να κάνω έναν δίσκο με τις γενιές της μάνας μου και του πατέρα μου  έχει να κάνει με το αδιέξοδο που μας έφεραν. Όλοι νιώσαμε ότι οι προηγούμενες γενιές μάς υποσχέθηκαν έναν πιο όμορφο κόσμο και ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε ότι τίποτα από όσα μας είχαν τάξει δεν συνέβη. Από αυτήν την άποψη μπορεί όντως να είναι πολιτικοί οι λόγοι που μας ώθησαν σε αυτόν τον δίσκο.

Ν.Μ.: Εμείς δεν μπήκαμε στο στούντιο να κάνουμε έναν πολιτικό δίσκο. Παρόλα αυτά θα ήθελα να πω ότι οι πολιτικοποιημένοι άνθρωποι είναι αυτοί που προσπαθούν μες στην καθημερινότητά τους να γίνουν καλύτεροι. Θεωρώ ότι αυτός ο δίσκος, επειδή βγήκε από μέσα μας, έχει ψήγματα ανησυχιών που στη βάση τους θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικές ανησυχίες. Πέρα από αυτό όμως το πολιτικό τραγούδι σήμερα δεν θα μπορούσε να είναι το πολιτικό τραγούδι που είχαμε συνηθίσει πριν κάποιες δεκαετίες. 

Η δική μας η γενιά μεγάλωσε με την άποψη ότι ο Χατζιδάκις είναι ο δεξιός και ο Θεοδωράκης ο αριστερός συνθέτης μας. Χωράει η τέχνη σε τέτοια στεγανά;

Θ.Κ.: Θεωρώ ότι επειδή περάσαμε πολλά χρόνια στην Ελλάδα προσπαθώντας να γίνουμε απολιτίκ έστω και με το ζόρι, υπήρχε μια αναμενόμενη στρογγυλοποίηση σχετικά με το αν η μουσική μπορεί να χαρακτηριστεί δεξιά ή αριστερή. Τώρα εγώ προσωπικά ποτέ δεν εντόπισα το αριστερό στη μουσική του Θεοδωράκη και το δεξιό στου Χατζιδάκι. Δεν θα μπορούσα να το διαχωρίσω έτσι. Το συναισθηματικό του ενός και το επικολυρικό του άλλου, ίσως και να το καταλάβω. Αλλά ως εκεί. 

Γ.Ε.: Και οι δυο τους όμως αντάλλασσαν ρόλους τότε. Έμπαιναν σ’ αυτήν την διαδικασία πολύ έξυπνα. Στην τέχνη αυτό που ουσιαστικά κρίνεται από την ιστορία δεν είναι οι πεποιθήσεις, αλλά αυτό που προκύπτει και παράγεται ως έργο. Οι καλλιτέχνες πάντα δημιουργούν σε ένα άλλο επίπεδο, χωρίς πάντα να έχουν συναίσθηση του τι ακριβώς κάνουν. Δεν κρίνονται με κανόνες που κρίνουμε τους άλλους ανθρώπους.

Ν.Μ.: Επίσης και οι δύο -δεν ξέρω γιατί είχε χαρακτηριστεί ο ένας έτσι και ο άλλος αλλιώς- κοινωνικά και καλλιτεχνικά προήγαγαν έναν πολιτισμό που απευθύνονταν σε ελεύθερους ανθρώπους˙ σε ανθρώπους που αναζητούν την ψυχική, την πνευματική, την σωματική τους ελευθερία. Δεν θεωρώ ότι ο Κεμάλ είναι λιγότερο πολιτικό τραγούδι από την Ταράτσα. Απλώς είχαν διαφορετικό τρόπο να το αντιμετωπίζουν. Το σίγουρο είναι πως και οι δυο έβλεπαν προς την ίδια κατεύθυνση και όσους ακούμπησαν με την τέχνη τους έγιαναν όπως συμβαίνει πάντα με την μεγαλειώδη τέχνη.

Επίσης είναι πολύ μάταιο να περιμένεις από μια μεγάλη προσωπικότητα της τέχνης να είναι το ίδιο μεγάλη και στην ζωή της. Όσοι ασχολούνται με όλο αυτό, συνειδητοποιούν ότι συχνά δεν συμβαίνει και το απομυθοποιούν σαν ιδέα. Τις περισσότερες φορές δεν συνάδει το ένα με το άλλο.

Ποιες είναι τελικά αυτές οι Μέρες του Φωτός; Πώς μοιάζουν;

Γ.Ε.: Οι Μέρες του Φωτός είναι αυτό που περιμένεις. Είναι κάτι μακρινό που στον αέρα το οσμίζεσαι, το ακούς. Γι’ αυτό και έγραψα ότι είναι μια «μακρινή μουσική». Δεν υπονοώ ότι ξεκίνησε κάποια μεγάλη γιορτή. Λέω αυτό που πολύ σωστά διατύπωνε η Νατάσσα, όταν προλόγιζε τον δίσκο: πως μέσα στο μεγάλο σκοτάδι μόνο προς το φως μπορείς να κοιτάς. Δεν μπορείς να κοιτάξεις και να αναζητήσεις τίποτα άλλο. Αυτό είναι οι Μέρες του Φωτός: είναι κάτι που όσο μακρινό και αν φαντάζει είναι αναπόφευκτο πως κάποια στιγμή να συμβεί.   

Ν.Μ.: Δεν ξέρω αν το νιώθετε κι εσείς, αλλά εγώ κάθε φορά που είμαι στην σκηνή και ακούω αυτό το τραγούδι αισθάνομαι ότι μοιράζομαι μια ευχή με πολύ κόσμο και λυτρώνομαι. Νιώθω πως την στιγμή που το ερμηνεύω, όλοι ενωνόμαστε σε μια τόσο μεγάλη ευχή. Και είναι πολύ σημαντικό για τους ανθρώπους να ενώνονται σε κάτι φωτεινό και όχι μόνο στην μιζέρια, τη λύπη, το σκοτάδι.

Πιστεύετε, δηλαδή, ότι το φως είναι νομοτέλεια; Κι αν ναι, τότε γιατί επιστρέφουμε στο σκοτάδι, σχεδόν σαδιστικά;

Γ.Ε.: Αυτό μας έχεις διδάξει η ιστορία. Δεν έχει υπάρξει ποτέ στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία που το σκοτάδι να μην ακολουθήθηκε από το φως. Και μάλιστα σε στιγμές που το σκοτάδι ήταν ακόμα πιο έντονο από αυτό που βιώνουμε σήμερα. Είναι η φύση του ανθρώπου έτσι: το καλό και το κακό, αυτό που τον οδηγεί μπροστά και αυτό που τον πηγαίνει πίσω. Η ελπίδα εν τέλει λυτρώνει. Αυτή είναι η αποκάλυψη του ανθρώπου: η ελπίδα ότι οι καλές μέρες θα έρθουν. Είναι ό,τι πιο φωτεινό και καθαρό μπορεί να έχει ο άνθρωπος και όσο την φροντίζει τόσο θα συνεχίσει να προχωράει, τόσο αυτή θα συνεχίσει να μεγαλώνει. 

Ν.Μ.: Νομίζω ότι για όλα ευθύνεται η ατέλεια του ανθρώπου. Δεν θεωρώ ότι η δύναμη που ωθεί τα πράγματα μπροστά είναι η αισιοδοξία. Κάποια φορά έφτασα σε ένα σημείο που έπρεπε να τακτοποιήσω τα θέματα που είχα μέσα στο κεφάλι μου και να τα βάλω σε μια τάξη, για να καταφέρω να επιβιώσω κυρίως εντός μου. Σκεφτόμουν ότι όλο αυτό δεν είναι αισιοδοξία, αλλά ρεαλισμός. Είναι ρεαλιστικό να πιστεύεις ότι θα έρθει μια μέρα που ό,τι κι αν σου έχει συμβεί στη ζωή θα έρθει κάτι καλύτερο. Θα περάσει. Έτσι λέει ο λαός μας. Αυτό βέβαια κρύβει μέσα ένα μεγάλο σκοτάδι, γιατί βαθιά σου γνωρίζεις ότι ακόμα και το καλό θα περάσει και θα έρθει κάτι κακό. Όταν ωστόσο βρίσκεσαι σε δυσκολία είναι ρεαλισμός να πιστεύεις ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες και έτσι να συνεχίζεις να αγωνίζεσαι. Η αγαπημένη μου λέξη είναι η λέξη αγώνας. Γιατί εμπερικλείει μέσα της την ζωή, την δράση, την ουσία και το καλύτερο που αναμένεται να συμβεί. Μόνο έτσι η ζωή σού ανήκει και είναι στα χέρια σου. 

Θ.Κ.: Δεν νομίζω ότι είναι θέμα σαδισμού. Αρκεί να κοιτάξουμε λίγο πίσω. Μοιάζουν τόσο πολύ οι καταστάσεις που συμβαίνουν τώρα για παράδειγμα στη χώρα μας. Βλέπεις κείμενα γραμμένα πριν από 130 χρόνια για την κατάσταση της Ελλάδας και οι καταστάσεις είναι πανομοιότυπες. Είναι ένα παιχνίδι που γίνεται και ξαναγίνεται: υπάρχουν πάντα οι ισχυροί, πάντα οι ανίσχυροι, πάντα αυτοί που πληρώνουν το τίμημα και υπάρχει πάντα αυτή η αόρατη δύναμη που κινεί τα νήματα.

Πότε θυμάστε να ήρθατε πρώτη φορά αντιμέτωποι με το Τέρας;

Γ.Ε.: Όταν βλέπεις διαφορετικά τον κόσμο και άρα τον ερμηνεύεις και διαφορετικά, γνωρίζεις έστω και ενστικτωδώς από παιδί ότι υπάρχει. Κάθε φορά που έρχεσαι αντιμέτωπος με κάτι που δεν είναι όπως το φαντάζεσαι το συνειδητοποιείς. Δεν νομίζω ότι κάποιος αιφνιδιάζεται από το κακό πρόσωπο της ανθρωπότητας. Όλοι λίγο-πολύ συμφιλιωνόμαστε και μαθαίνουμε να ζούμε με αυτό.

Ν.Μ.: Κάποια στιγμή στο νηπιαγωγείο, ένιωσα το πρώτο μου κακό συναίσθημα. Είχε χυθεί πάνω μου μια πορτοκαλάδα, φορούσα ένα άσπρο καλσόν και φαινόταν σαν να είχα κάνει πάνω μου τσίσα. Θυμάμαι όλα τα παιδιά να είναι γύρω μου, να με κοροϊδεύουν και εγώ να έχω πάθει το πρώτο μου μεγάλο σοκ. Γύρισα στο σπίτι και είπα «Μαμά, οι άνθρωποι είναι κακοί». 

Θ.Κ.: Θυμάμαι ότι από μικρός ποτέ δεν πίστευα στην «καλοσύνη των ξένων». Έβρισκα πάντα τον άνθρωπο ελαττωματικό. Ένιωθα ότι έχει θέματα με τον εαυτό του. Είναι ένα ον που κουβαλάει προβλήματα. Δεν υπάρχει το ιδανικό και το παραμυθένιο. 

Ξαναγυρνάω στις γενιές. Πιστεύετε ότι τη δική μας την γενιά, θα την θυμούνται σαν την γενιά της κρίσης;

Γ.Ε.: Νομίζω ότι θα μας λένε γενιά της μετάβασης. Νιώθω ότι είμαστε γυμνή γενιά. Το γυμνό μπορεί να σου κάνει καλό ή κακό: μπορεί να σου κάνει κακό, γιατί είσαι η γενιά που κρυώνει, που δεν έχει καταφύγιο, η γενιά που δεν έχει κατάλυμα. Από την άλλη μπορεί να είσαι και η γενιά που θα φτιάξει πάλι από την αρχή τα ρούχα της, μόνη της, για να ζεσταθεί. Αυτή η γενιά νομίζω ότι είμαστε. 

Θ.Κ.: Νομίζω ότι θα είμαστε η γενιά που πήγε χαμένη (γέλια). Συμβαίνει κάτι παράδοξο: ξέρουμε την αλήθεια. Και αυτό είναι καλό και κακό ταυτόχρονα. Είναι όλα πιο αληθινά και γι’ αυτό πιο σκληρά. Και φυσικά αρχίζουμε και εκτιμάμε διαφορετικά τις καταστάσεις, τις ευκολίες και τις δυσκολίες: την μεγάλη τηλεόραση, το γρήγορο αμάξι. Οι ανάγκες μας πια είναι πιο ουσιαστικές. Πλέον ερμηνεύουμε διαφορετικά τα πράγματα. Το κακό το δικό μας είναι ότι το παραμύθι το ζήσαμε λίγο από μακριά αλλά δεν το αγγίξαμε ποτέ. Και όταν μεγαλώσαμε τίποτα δεν ήταν ίδιο πια. Αυτό είναι το κακό. Οι αμέσως επόμενοι από μας θα έχουν μόνο να κερδίσουν. 

Ν.Μ.: Νιώθω ότι είμαστε μια γενιά που αρχίζει και απομυθοποιεί το ψέμα, που έρχεται πιο κοντά στο φως και την αλήθεια. Το χειρότερο όλων είναι ότι πια δεν έχουμε δικαίωμα στην εργασία και την επιλογή. Άρα δεν έχουμε δικαίωμα στον αγώνα. Έχουμε δικαίωμα σε πιο υπερβατικές καταστάσεις: σε καταστάσεις που θα μας βάλουν να σκεφτούμε, να φιλοσοφήσουμε, να βγούμε στον δρόμο, αλλά δεν έχουμε το δικαίωμα να αγωνιστούμε για την καθημερινότητά μας. Το δικαίωμα στην εργασία μπορεί να σε κάνει πιο ελεύθερο άνθρωπο. Παρόλα αυτά το θετικό της ιστορίας είναι ότι καταρρίπτονται οι παλιοί κοινωνικοί κανόνες: να γίνεις γιατρός, δικηγόρος. Πλέον ο κομπλεξισμός του κοινωνικού στάτους καταρρίπτεται. Σκέψου πόσοι άνθρωποι έπρεπε να υποδυθούν έναν ρόλο για να γίνουν αρεστοί στον κύκλο τους. Το κοινωνικό στάτους είναι η αρχή του κακού, της ανηθικότητας και της υποκρισίας. Επίσης είναι μια μεγάλη μούτζα στις προηγούμενες γενιές που αξιολογούσαν έτσι τις νύφες, τους γαμπρούς, τα παιδιά τους και που οδήγησαν ζευγάρια στη δυστυχία και τον μικροαστισμό.

Πιστεύετε ότι μέσα από όλο αυτό που ονομάζουμε κρίση θα δημιουργηθεί ένα νέο αξιακό σύστημα;

Γ.Ε.: Όταν τελειώνει κάτι, πάντα μετά ξεκινάει κάτι πολύ όμορφο, ουσιαστικό και αγνό. Κατόπιν συνεχίζουν τη ζωή τους πιστεύοντας ότι μπορούν να φτάσουν πολύ ψηλά. Αναπόφευκτα συντρίβονται. Αυτός είναι ο κύκλος. Δεν υπάρχει άλλο μοντέλο. Μετά τη συντριβή, πάλι το φως, πάλι τα δειλά βήματα, πάλι η ύβρη. 

Ν.Μ.: Εγώ δεν είμαι σίγουρη. Αυτό το σκοτάδι που νιώθουμε γύρω μας συνωμοτεί με ένα γενικότερο σκοτάδι. Ακόμα και η φύση δίνει σημάδια. Τις προηγούμενες φορές στην ιστορία υπήρχε πετρέλαιο, νερό, σταθερότερη θερμοκρασία. Τώρα οι συντριβή των ανθρώπων συνάδει με τη γενικότερη συντριβή της φύσης. Αυτή τη φορά οι άνθρωποι πρέπει να βρουν ένα νέο μοντέλο να συνυπάρξουν πάνω στον πλανήτη μαζί με τη φύση. Γι’ αυτό δεν ξέρω πού θα οδηγήσει αυτό το καινούριο φως, όταν προβάλλει. 

Θ.Κ.: Το μόνο σίγουρο είναι ότι διανύουμε μια εποχή συνολικά ισοπεδωτική. Δεν υπάρχουν θρησκείες, έχουν εκμηδενιστεί αρχές με τις οποίες μεγαλώσαμε. Η οικογένεια δεν υπάρχει επίσης Εμφανίζονται νέα μοντέλα. Όλα αλλάζουν. Σκέψου: σκοτώνονται είκοσι άνθρωποι και κανιβαλίζουμε. Αν λίγο μετά μάθουμε ότι σκοτώθηκε μόλις ένας, δεν θα μας κάνει καμία εντύπωση. Προκύπτει μια ερεθιστική ηδονή από όλο αυτό. Έχουμε γίνει σχεδόν διεστραμμένοι. Η βία μου μοιάζει πια με ένα νέο λάιφ-στάιλ.

Είχα διαβάσει σε παλιότερη συνέντευξη ότι ορίζετε τα τραγούδια σας στο πλαίσιο του αστικού συγκινητικού τραγουδιού. Να μιλήσουμε λίγο γ’ αυτό, αλλά και για τη ζωή σε μια πόλη όπως είναι η Αθήνα;

Ν.Μ.: Εγώ λέω ότι κάνουμε αστικό συγκινητικό τραγούδι. Κάποια στιγμή συζητούσαμε με τον Τσίρκα στον πρώτο δίσκο προσπαθώντας να οριοθετήσουμε τι ακριβώς κάνουμε. Έτσι προέκυψε αυτό που ρωτάς. Νομίζω ότι την Αθήνα την αγαπάμε σαν το άσχημο παιδί μας. Αν παρόλα αυτά βρεθώ σε ένα σημείο της και αισθανθώ θετικότητα, αμέσως το εισπράττω. Είναι μια ζωντανή πόλη. Δεν είναι μια ψυχρή πόλη με όμορφα κτήρια που λειτουργεί χωρίς τους ανθρώπους της, όπως συμβαίνει στο εξωτερικό. Δεν είναι μια πόλη μακέτα που οι άνθρωποι απλώς τοποθετούνται πάνω της. Για μένα η έννοια της πόλης δεν είναι τα κτήριά της, τα μνημεία και οι δρόμοι της. Είναι όλα όσα φτιάχνονται μέσα της από τους ανθρώπους της. Το αστικό τραγούδι, λοιπόν, έχει να κάνει με το κλείσιμο στον εαυτό μας, αλλά ταυτόχρονα με την προσπάθειά μας να καταφέραμε να βγούμε από το δωμάτιο. Είμαστε μια γενιά που ό,τι ποθήσαμε και ονειρευτήκαμε, τα ονειρευτήκαμε μέσα σε ένα δωμάτιο, γιατί οι περισσότεροι από μας μεγαλώσαμε στο άστυ. Οι «Μέρες του Φωτός» είναι ένας δίσκος που με έβγαλε από το δωμάτιο. Με έβγαλε στους δρόμους. Αυτό που αναγκαστικά συνέβη και στη γενιά μας.

Γ.Ε.: Εμείς πιστεύουμε ότι η Αθήνα είναι μια άσχημη πόλη, αλλά είναι συγκινητική. Είναι δική μας πόλη. Μάθαμε να την αγαπάμε. Κάτι που συνειδητοποίησα πρόσφατα με την Ασπιρίνη ήταν το εξής: Σε κάποιο σημείο του τραγουδιού, υπάρχει ο στίχος: «τα παιδιά που συναντώ, όταν θα βγω». Χρόνια δεν μου καθόταν σωστά αυτή η σύνταξη. Τώρα συνειδητοποιώ πως το «όταν θα βγω», αναφέρεται σε κάτι μελλοντικό. Παρόλα αυτά σε κανέναν άνθρωπο ποτέ δεν έκατσε στραβά. Άρα όλοι περιμένουν κάποια στιγμή να βγουν. 

Θ.Κ.: Εγώ την αγαπάω την Αθήνα. Την πονάω. Δεν είναι μαμά μου. Είναι μια κυρία που γνώρισα στα είκοσί μου, μια ξεπεσμένη αριστοκράτισσα που την πονάω, γιατί κανείς δεν της φέρεται καλά. Κατά βάση είναι μια όμορφη πόλη. Οι ασχήμιες της δημιουργούνται από τους ανθρώπους. Αν το παρατηρήσεις οι δίσκοι μας έχουν μια συνέχεια. Ο ένας είναι γραμμένος για το απολύτως μικροαστικό της Αθήνας, για τον άνθρωπο που πνίγεται. Τα Εισιτήρια διπλά είναι για τους ανθρώπους που απορρίπτουν όλο αυτό και γυρίζουν σελίδα. Που έχουν διάθεση να βγουν από το μικρόκοσμό τους  και να προχωρήσουν. Οι Μέρες του Φωτός είναι ένας συγκερασμός όλων αυτών, μια πορεία προς τη συνειδητοποίηση. 

Η μουσική που υπηρετείτε προϋποθέτει συχνά την ταύτιση των ανθρώπων με τα τραγούδια σας. Πώς βιώνετε αυτήν την αποδοχή;

Γ.Ε.: Είναι η ευλογία μας η μεγάλη. Αν σε πολλές παρέες δινόταν η σχεδόν μεταφυσική ευκαιρία που δόθηκε σε μας, ελεύθερα να δημιουργήσουν θα είχαμε πολλά τέτοια παραδείγματα. Εμείς ήμασταν πολύ τυχεροί, γιατί μας δόθηκε το βήμα, την χημεία που είχαμε ως παρέα να την αναπτύξουμε με το ταλέντο που κουβαλούσε ο καθένας.  

Ν.Μ.: Έρχονται στα καμαρίνια άνθρωποι και αναζητούν τον Γεράσιμο. Ο κόσμος ξέρει ότι αυτό που βγάζουμε προς τα έξω είναι ένα σύνολο. Δεν μας βλέπει ξέχωρα. Έρχεται στα live και νιώθει σαν να μπαίνει σε ένα σπίτι. Ξέρει ότι θα μπει στο συγκεκριμένο σπίτι και το σπίτι θα έχει αυτόν τον στολισμό, αυτά τα φώτα, αυτούς τους καναπέδες, αυτήν την αύρα. Αυτό είναι το πιο σημαντικό επίτευγμα. Καταφέραμε να γίνουμε κάτι συμπαγές. Ο Γεράσιμος είναι ό,τι πιο σημαντικό έχει βγει στη γενιά των στιχουργών τα τελευταία χρόνια και ακολουθεί τον δρόμο των μεγάλων ποιητών των προηγούμενων γενιών. Ο Θέμης το ίδιο ως συνθέτης. 

Εγώ δεν πιστεύω στην τύχη. Και οι τρεις κάναμε τρομερή προσπάθεια πρώτα από όλα για να συνυπάρξουμε. Είμαστε έντονες προσωπικότητες. Δουλέψαμε πολύ για να είμαστε μαζί, αντιταχθήκαμε σε πολλά για να συνεχίσουμε -παρά την μικρή μας ηλικία- να είμαστε ομάδα και αυτό είχε κόπο. Δεν είναι κάτι που προέρχεται από την τύχη. Η τύχη μας είναι ότι βρέθηκαν λίγοι αλλά σημαντικοί άνθρωποι να μας πιστέψουν. Είχαν όμως να πάρουν στα χέρια τους ένα ποτήρι, κάτι ολοκληρωμένο. Όχι κάτι που θα ολοκληρωθεί στην πορεία. Το είδαν, το πίστεψαν, είναι αυτό. Το τι είναι αυτό δεν έχει να κάνει με την τύχη. Έχει να κάνει με το πόσο δουλέψαμε γι’ αυτό και με το πόσο προσπαθούμε κάθε μέρα. Αυτό με κάνει να νιώθω τόσο μεγάλη ευτυχία και ευλογία. Ακόμα και αν όλα πάνε στραβά τώρα, ξέρω ότι έχω φυλαγμένο πλούτο. Όλο αυτό ήταν τόσο σπάνιο και μεγάλο που αυτομάτως η ματαιοδοξία μου πάει στο μηδέν.

Τι θυμάστε από την ηχογράφηση του δίσκου; Σε ποιες στιγμές θα ανατρέχετε;

Γ.Ε.: Είμαστε τσακωμένοι και μπαίνει η Νατάσσα στο booth για να ηχογραφήσει. Δίνει μια ερμηνεία και λέμε «αυτό είναι». Είναι η πιο ευλογημένη στιγμή. Σ’ αυτό το δίσκο νομίζω πως ήταν το «Έτσι είναι αυτά». 

Ν.Μ.: Νομίζω πως ήταν το «Εγώ μεγάλωνα για σένα» και «Η δεμένη». Είχα φοβερή αγωνία στις ηχογραφήσεις. Ίσως γιατί θαυμάζω απεριόριστα τα παιδιά και γιατί ακόμα και αν δεν είχα τραγουδήσει αυτά τα τραγούδια, ακριβώς αυτά θα ήθελα να έχω πει. Δεν το λέω αλαζονικά. Το λέω από τρέλα γι’ αυτούς. Είχα πάθει σοκ, γιατί θεωρώ τον δίσκο τόσο σημαντικό από πλευράς υλικού. Όταν ήρθε η ώρα να ηχογραφήσω, δεν μπορούσα να γράψω γιατί ήξερα πως πρέπει να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Ε, την δεμένη την είπα μια φορά. Και τελείωσε. 

Θ.Κ.: Εγώ πιστεύω ότι ήταν το «Συνέχεια στα όρια». Το είπε μια φορά. Η Νατάσσα είναι μια τραγουδίστρια που το ταλέντο της δεν το ελέγχει. Όταν πάει να το ελέγξει δημιουργούνται τα προβλήματα. 

Μένετε Ελλάδα από επιλογή;

Θ.Κ.: Ξεκάθαρα από επιλογή. Την λατρεύω. Δεν μπορώ να φύγω από εδώ. Με τίποτα. Ακόμα και αν με πονάει. 

Ν.Μ.: Την αγαπάμε την Ελλάδα. Μισώ τις σημαίες και όλα τα παρελκόμενα, δεν πιστεύω στα έθνη. Αγαπώ παρόλα αυτά τη χώρα μου όπως αγαπώ τους φίλους μου και το πατρικό μου. Ακόμα κι αν θες να ζήσεις στο εξωτερικό, αυτό που νιώθεις όταν γυρνάς στο σπίτι σου, δεν το βιώνεις με κανέναν άλλον τρόπο. 

Γ.Ε.: Την αγαπάμε την Ελλάδα όπως αγαπάμε και τις δυσκολίες της. Θέλω απλώς να έχω τη δυνατότητα να μπορώ να ταξιδεύω. Μ’ αρέσει αυτή η χώρα και με τα καλά της και με τα στραβά της, παρόλο που δεν μου ταιριάζει πολύ ως νοοτροπία. 

Τώρα τι έπεται;

Γ.Ε.: Όσα θα δούμε τον Φλεβάρη θα είναι βασισμένο στις Μέρες του Φωτός. Θα εστιάσουμε όμως στο δεύτερο μέρος του δίσκου. Το Πέρασμα των Μάγων θα είναι ο υπότιτλος της παράστασης. Θεωρώ ότι θα είναι ένα live που θα προσπαθήσουμε να δούμε τον δίσκο από μια άλλη πλευρά, από άλλη οπτική. Γιατί έπειτα από αυτό ο δίσκος κλείνει. Μετά θα ακολουθήσει μια μεγάλη παύση για κάτι πολύ διαφορετικό που ετοιμάζουμε. 

Ν.Μ.: Θα είναι η τελευταία φορά που θα εμφανιστούμε στην Αθήνα για να κάνουμε μια παράσταση. Και για μένα σηματοδοτεί ένα κλείσιμο. Γι’ αυτό και μου φαίνεται ιδιαίτερο. Για όσο αντέξουμε. Με αυτήν την παράσταση κλείνει ένας μεγάλος κύκλος.

 

 Ινφο

Η Νατάσσα Μποφίλιου επιστρέφει στην Αθήνα τον Φλεβάρη στο Kyklos Live Stage στον Βοτανικό (Ιερά Οδός 74) κλείνοντας έτσι τον κύκλο του δίσκου «Μέρες του Φωτός».