Ξεκίνησαν το 2004, στις «καλές» μέρες για την Ελλάδα, παρουσιάζοντας στο κοινό τραγούδια από τον ξεχασμένο ελληνισμό της Κάτω Ιταλίας. Οκτώ χρόνια μετά, ο κόσμος που ξέραμε άλλαξε βίαια. Την  «αισιοδοξία» διαδέχτηκε η απελπισία. Οι Encardia, ωστόσο, το συγκρότημα που κέρδισε την αγάπη μας με τη διονυσιακή του ζωντάνια, συνεχίζει με το ίδιο κέφι, διατηρώντας κάτι από τη φλόγα που πολιτισμού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά πρωταγωνιστεί και στο νέο ντοκιμαντέρ του Άγγελου Κοβότσου με τίτλο Encardia, η πέτρα που χορεύει. 

Για τον σκηνοθέτη, η ταινία αποτελεί συνέχεια μιας μακράς, δημιουργικής πορείας στον χώρο του ντοκιμαντέρ, που ξεκίνησε στη δεκαετία του ’80. Παρ’ όλο που το βιογραφικό του περιλαμβάνει δύο σημαντικά έργα μυθοπλασίας, την τηλεοπτική σειρά Σπίτι για πέντε (1991), βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου και την τηλεταινία Η φόνισσα, διασκευή του διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1992), ο Άγγελος Κοβότσος επέλεξε τον «ανήσυχο» δρόμο του ντοκιμαντέρ.

 

Τι σας οδήγησε στη δημιουργία μιας ταινίας τεκμηρίωσης (ντοκιμαντέρ) με θέμα τη μουσική του ελληνόφωνου κόσμου της Κάτω Ιταλίας;

Αφορμή υπήρξε η πρόταση που έγινε από τους Encardia και τον  Γιώργο τον Πουλίδη, παραγωγό της ταινίας, να ακολουθήσω ένα ταξίδι δικό τους στην Κάτω Ιταλία και απλώς να καταγραφεί. Από ’κει και πέρα όμως επειδή το υλικό αποδείχτηκε ότι ήταν πάρα πολύ καλό και είχαμε και κάποια πράγματα στο μυαλό μας αποφασίσαμε να κάνουμε μια ταινία πάνω στη γλώσσα με θέμα τη μουσική. Αυτό ήταν λοιπόν η αφορμή που ξεκινήσαμε να κάνουμε την ταινία. 

Αλλά αυτό που πραγματικά με οδήγησε ήταν η αγάπη που έχω για τη γλώσσα και η σημασία της γλώσσας σε σχέση με το σύνολο του πολιτισμού. Δηλαδή αυτό που με συναρπάζει στη γλώσσα είναι πάντα η αίσθηση ότι άνθρωποι που εκφέρουν τις λέξεις δεν συνειδητοποιούν ότι στην πραγματικότητα μία λέξη ή η ρίζα της είναι η ίδια με αυτή που μπορεί να εξέφερε ένας πρόγονός τους, χίλια, δύο, τρεις χιλιάδες χρόνια πριν. Και είναι μέσα στη γλώσσα και την καθημερινότητά του. Η λέξη ψωμί, ας πούμε, που είναι ο άρτος, λέξη που επίσης λέμε. Η λέξη καράβι, ή ακόμα και η λέξη υπολογιστής με τον οποίο επικοινωνούμε τώρα. Είναι πανάρχαιες λέξεις. Αυτές οι λέξεις λοιπόν όταν ταξιδεύουν και πάνε αλλού, πάνε σε άλλες πόλεις, στην ουσία φέρουν τον πολιτισμό της χώρας από την οποία προήλθαν και δημιουργούν εκεί πολιτισμούς. Αυτό είναι που μ’ ενδιαφέρει πιο πολύ απ’ όλα.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με το συγκρότημα Encardia;

Έτσι ακριβώς όπως το περιέγραψα στην προηγούμενη ερώτηση. Δηλαδή εγώ τους ήξερα από τη συναυλία που κάνανε το 2004 στο Κολέγιο Αθηνών και άκουγα τη μουσική τους. Επίσης είχα μια αγάπη στη μουσική γενικότερα γιατί άκουγα από πολύ παλιά μουσικές της Κάτω Ιταλίας, όπως ας πούμε οι Νuova Compagnia di Canto Popolare που ήταν ένα συγκρότημα της δεκαετίας ’70-’80, αλλά επίσης είχα παρακολουθήσει και τα ντοκιμαντέρ Πολεμόντα και Γεφύρια του Ιονίου του Δημητρίου Μαυρίκιου και ήταν και ένας οδηγός ας πούμε, με την έννοια ότι ήτανε καταγραφές που είχανε γίνει είκοσι-τριάντα χρόνια πριν.

Στην ταινία σας Encardia – Η πέτρα που χορεύει δεν εμφανίζεται ποτέ ο σκηνοθέτης, ούτε ακούγεται η φωνή του. Δεν είναι αυτός που θέτει τα ερωτήματα. Αντ’ αυτού, βλέπουμε τα ίδια τα μέλη του συγκροτήματος να συνδιαλέγονται με τους κατοίκους και τους μουσικούς των ελληνόφωνων χωριών. Ουσιαστικά οι Encardia αναλαμβάνουν εδώ τον ρόλο του «δημοσιογράφου». Συνιστά η επιλογή σας αυτή, να μείνετε «αόρατος», μια γενικότερη στάση απέναντι στην τέχνη του ντοκιμαντέρ;

Στην ουσία είναι η σύγχρονη εκδοχή του cinéma verité. Δηλαδή προσπαθώ ν’ αποφεύγω τις στημένες συνεντεύξεις και φυσικά το κείμενο αφήγησης το οποίο είναι η φωνή του σκηνοθέτη, συνήθως ή αυτού τέλος πάντων που το έχει γράψει. Γιατί πιστεύω ότι μέσα από το ίδιο το θέμα η παρέμβαση μπορεί να γίνει με έναν τελείως άλλο τρόπο που είναι η καταγραφή του θέματος, η παρακολούθησή του σε βάθος χρόνου και η οπτική μέσα από την οποία βλέπει η κάμερα τα δρώμενα. Αυτά είναι αρκετά για μια σκηνοθετική παρέμβαση. Δεν χρειάζεται δηλαδή να καθοδηγήσεις το θέμα και το θεατή μέσα από ένα πρόσωπο που υποτίθεται ότι είναι αυτός που αφηγείται, που κάνει το σπικάζ το λεγόμενο. Οπότε πίσω από το ίδιο το θέμα και πίσω από την καταγραφή βγαίνει και η αισθητική και καλλιτεχνική εικόνα αλλά βγαίνει και το περιεχόμενο, το θέμα που σ’ ενδιαφέρει.

Ποια η στάση του ιταλικού κράτους απέναντι σε τοπικές πολιτιστικές παραδόσεις όπως αυτές των ελληνόφωνων χωριών της Κάτω Ιταλίας;

Είναι μία στάση μέχρι στιγμής αποδοχής και ενθάρρυνσης των γλωσσικών μειονοτήτων και φυσικά και των Griko. Υπάρχει μια λανθασμένη αντίληψη ότι στην περίοδο του Μουσολίνι καταπιεζόταν η μειονότητα η ελληνική, η γλωσσική μειονότητα δηλαδή, όχι η ελληνική, γιατί δεν είναι ελληνική μειονότητα, ιταλική αλλά γλωσσική μειονότητα. Αλλά αυτό δεν ισχύει, ούτε ο Μουσολίνι τους είχε πειράξει ποτέ, απλά τι γίνεται: το λέω και μέσα στην ταινία, με την έλευση της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου και τη συγκρότηση του ιταλικού κράτους έπρεπε να δημιουργηθεί μια ενιαία γλώσσα η οποία εκμηδένισε όχι μόνο τα Griko αλλά και όλες τις άλλες διαλέκτους, τη ρομανική, τη γλώσσα που μιλάνε στη Βόρεια Ιταλία ούτως ώστε να αντικατασταθεί από μια ενιαία διάλεκτο, τα λεγόμενα Latino, τα ιταλικά. Ωστόσο, μέχρι την περίοδο της κρίσης, ενθαρρύνθηκε μπορώ να πω από το ιταλικό κράτος η διατήρηση αυτών των γλωσσών, και φυσικά και των Griko. Τώρα που υπάρχει πρόβλημα με την κρίση, και ειδικά στο Νότο, τα σχετικά κονδύλια έχουν μειωθεί αρκετά και πολλές φορές γίνονται προσπάθειες σε τοπικό επίπεδο για να μπορέσει να συντηρηθεί αυτό το πράγμα και να μην εξαφανιστεί τελείως.

Πώς επιλέξατε και πώς προσεγγίσατε τους ανθρώπους που θα λειτουργούσαν ως «χαρακτήρες» στην ταινία; Είναι εύκολο να δημιουργηθούν δεσμοί εμπιστοσύνης μεταξύ σκηνοθέτη και ανθρώπων που απλώς είναι ο εαυτός τους; 

Στη συγκεκριμένη ταινία αλλά και γενικότερα, το μυστικό είναι ο χρόνος που «ξοδεύεις» με τους ανθρώπους αυτούς. Ο χρόνος δίνει τη δυνατότητα να αφήσεις τους ανθρώπους να χαλαρώσουν, να ξεχάσουν την κάμερα και να εκφραστούν, χαλαρά και ωραία και να νομίζει κάποιος ότι είναι ηθοποιοί που παίζουν, ας πούμε, και να λέει «τι καλός ηθοποιός είναι αυτός», ενώ δεν παίζουνε τίποτα στην ουσία. Μπορεί να πει κάποιος ότι ερμηνεύουνε τον εαυτό τους όπως τον φαντάζονται εκείνοι, σε ’κείνη την αφήγηση.

Πώς τους διάλεξα… Τους διάλεξα με δύο κριτήρια, ένα είναι  η συμμετοχή στο θέμα, δηλαδή η Manuella ας πούμε, η κοπέλα με τους δύο αδερφούς που μιλάνε στο σπίτι διαλέχτηκε επειδή έχει κάνει ένα διδακτορικό πάνω στα Griko και έχει και πάρα πολύ ισχυρές ρίζες στην περιοχή και θέλει να διατηρηθεί αυτή η γλώσσα. Ο Franco Corlianò, που έχει γράψει το τραγούδι Άντρα μου πάει, επελέγη γιατί έχει γράψει αυτό το τραγούδι το οποίο όλοι νομίζουν ότι είναι παραδοσιακό, ενώ είναι έντεχνο τραγούδι και γράφτηκε τη δεκαετία του ’70. Είναι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος, και στιχουργός και ποιητής και μουσικός. Και όλοι οι άλλοι επελέγησαν ανάλογα με το τι συμβολή είχαν είτε στη μουσική είτε στην ποίηση ή στην διάσωση της γλώσσας.

Τα περισσότερα έργα σας ανήκουν στην κατηγορία του «δημιουργικού ντοκιμαντέρ». Πώς διαφοροποιείται αυτό το είδος από το αποκαλούμενο «τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ»;

Μπορεί ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ να είναι πολύ δημιουργικό και μπορεί ένα κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ να μην είναι καθόλου δημιουργικό. Για μένα δεν είναι το κριτήριο πάντα αν παίζεται ή δεν παίζεται ένα πράγμα στην τηλεόραση. Δηλαδή αυτούς τους διαχωρισμούς ότι τα τηλεοπτικά είναι κακά και τα κινηματογραφικά είναι καλά είναι λίγο ιδεοληψίες των κριτικών κινηματογράφου, επίτρεψέ μου, τις οποίες εγώ δεν αποδέχομαι. Αντίθετα όμως μπορώ σίγουρα να αποδεχτώ ότι επειδή σίγουρα οι συνθήκες παραγωγής στην τηλεόραση είναι πολύ διαφορετικές από αυτές του κινηματογράφου, έχεις πολύ λιγότερες δυνατότητες να κάνεις κάτι δημιουργικό απ’ ό,τι στον κινηματογράφο, χωρίς ν’ αποκλείει το ένα το άλλο. Εξάλλου να μην ξεχνάμε ότι ο κατ’ εξοχήν φυσικός αποδέκτης του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα είναι η τηλεόραση και είναι φυσικά η δημόσια τηλεόραση κυρίως. Κι αν δεν υπήρχε η δημόσια τηλεόραση δεν θα υπήρχε ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα. Αυτό να το ξέρουμε. Ούτε δηλαδή θα είχε γεννήσει μια σειρά σκηνοθετών που ασχολούνται με το είδος αυτό και υπάρχει μια ιδιαίτερη ανάπτυξή του αυτή την εποχή στη χώρα μας αλλά ούτε και θα παιζόντουσαν, δεν θα τα έβλεπε και κόσμος. 

Όμως τι σημαίνει «δημιουργικό» και μη «δημιουργικό»,  νομίζω έχει να κάνει με το βαθμό μέσα απ’ τον οποίο ενισχύεται, είναι ιδιαίτερα αισθητή η καλλιτεχνική οπτική του δημιουργού του ντοκιμαντέρ, η προσωπική του οπτική, η προσωπική του οπτική και σε επίπεδο νοήματος και σε επίπεδο περιεχομένου και σε επίπεδο φόρμας. Και στα τρία. Και αυτό το διαχωρίζει από το ενημερωτικό ντοκιμαντέρ που έχει ως κύριο σκοπό του να πληροφορήσει, να ενημερώσει ή αν είναι εκπαιδευτικό να διδάξει ή από το ρεπορτάζ το οποίο είναι ένα είδος που απλά εκθέτει χωρίς παρέμβαση καλλιτεχνική πάνω σ’ αυτό. Είναι διαφορετικά, έχουμε διαφορετικούς στόχους. Αυτοί είναι οι διαχωρισμοί για μένα. Δηλαδή υπάρχει προσωπική Υπάρχει σφραγίδα δημιουργού; Υπάρχει προσωπική ματιά; Αν υπάρχει αυτή, είναι δημιουργικό και μπορεί να είναι και ρεπορτάζ.

Πώς γεννήθηκε ο τίτλος Η πέτρα που χορεύει;

Οι τίτλοι πάντοτε, όπως ξέρεις, είναι το τελευταίο πράγμα που εγώ τουλάχιστον βάζω στις ταινίες. Υπάρχει δηλαδή πάντα ένα working title, ένας τίτλος εργασίας, για να ξέρεις σε τί αναφέρεσαι, να ξέρει ο άλλος σε ποιό project αναφέρεσαι, δηλαδή για παράδειγμα «τι ταινία κάνετε;» «κάνουμε μία ταινία για τους Encardia». Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σε εκφράζει το περιεχόμενο. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να δουλέψει κανείς με τον τίτλο. Μπορεί από τον τίτλο να εμπνευστεί την ταινία. Μπορεί από την ταινία να εμπνευστεί τον τίτλο. Εγώ είμαι της δεύτερης λογικής. Από την ταινία εμπνέομαι τον τίτλο. Και περίμενα μέχρι την τελευταία στιγμή, κυριολεκτικά, που προβάλαμε την κόπια στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι την τελευταία στιγμή. Τελικά την έδωσα επειδή έτσι μου ήρθε εκείνη τη στιγμή και έβαλα «η πέτρα που χορεύει». Ήθελα έναν τίτλο λίγο παράξενο και η λέξη «encardia» σημαίνει «άγνωστη πέτρα», ο χορός είναι βασικό συστατικό στοιχείο στις παραστάσεις τους, η πέτρα είναι βασικό συστατικό στοιχείο της περιοχής του Salento που κάναμε τα γυρίσματα. Είναι πολύ βασικό στοιχείο η πέτρα, φαίνεται και στην ταινία. Και είπαμε: «Encardia: η πέτρα που χορεύει»· και τα ’χει όλα. Όμως είναι κι ένας τίτλος που χτυπάει. Κι αυτό είναι επίσης ένα κριτήριο. Πόσο ο τίτλος αυτός ερεθίζει και κινητοποιεί κάποιον για να δει την ταινία.

Και μετά όμως το πιο συγκλονιστικό ποιό είναι: όταν κάναμε μια πρώτη προβολή σε πολύ στενό κύκλο, για φίλους που βοηθήσαν κλπ, είχαμε φέρει από την Ιταλία και τον Luigi που είναι ο πρόεδρος του Κέντρου Κινηματογράφου της Απουλίας και που μας έδωσε κάποια χρήματα για την ταινία. Στο τέλος λέει «πού τον σκέφτηκες αυτόν τον τίτλο;» Λέω «έτσι κι έτσι κι έτσι». Μου λέει: «ξέρεις ότι όταν κάποιος μουσικός που παίζει ταραντέλα πίτσικα στην περιοχή μας είναι πάρα πολύ καλός λέμε ότι ‘αυτός κάνει και τις πέτρες να χορεύουν’;» Φοβερό, ε; Και μου το ’πε μετά. Και του είπα όχι. Αλλά κοίτα να δεις όμως τι μπορεί να κάνει ένα θέμα, ε; να σου γεννήσει! Γι’ αυτό λέω ότι η λέξη είναι ένα πράγμα πολύ σημαντικό. 

Είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι η ταινία σας απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Specchia, στο Lecce της Ιταλίας. Γενικότερα, ποιες ήταν οι αντιδράσεις κοινού και κριτικών στην  Ιταλία; Είχαν τη δυνατότητα οι άνθρωποι που εμφανίζονται στην ταινία να τη δουν ολοκληρωμένη;

Πρώτα απ’ όλα ήταν μια τιμητική διάκριση στην ταινία, με ειδική επισήμανση στον σκηνοθέτη. Επειδή αυτό το φεστιβάλ δεν έχει ακριβώς βραβεία, έχει τιμητικές διακρίσεις που απονέμει σε κάποιες ταινίες που παίχτηκαν στο φεστιβάλ και είναι σημαντικές, κυρίως στους δημιουργούς τους. Το βασικό βραβείο όμως ήταν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που ήταν το Βραβείο Κοινού. Στην Ιταλία υπάρχουν δύο σκέλη της προβολής. Η προβολή στη Specchia όπου εκεί η αποδοχή ήταν πάρα πολύ καλή και από το κοινό και από τους ντόπιους και από τους κριτικούς. Τους εντυπωσίασε δηλαδή το γεγονός ότι υπήρξε μια ταινία που ασχολήθηκε με την περιοχή τους αλλά όχι σ’ ένα επίπεδο τουριστικής καταγραφής αλλά αντίθετα σ’ ένα επίπεδο ουσίας και βάθους. Έχουν ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα, μην ξεχνάμε ότι γεωγραφικά η Απουλία, το τακούνι της μπότας, είναι το πιο κοντινό σημείο της Ιταλίας στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και ήταν το πιο εύκολα προσβάσιμο διά θαλάσσης από αρχαιοτάτων χρόνων.

Το πιο σημαντικό όμως δεν ήταν οι κριτικοί και το φεστιβάλ. Ήταν ο κόσμος που συμμετείχε και οι ντόπιοι. Διότι παίξαμε την ταινία σε τρία χωριά της περιοχής της Απουλίας και του Salento, στο Kalimera, στην κεντρική πλατεία, έξω, στη Sternatia, που είναι το κεφαλοχώρι του Salento, το λένε «η Χώρα», έτσι είναι η λέξη. Οι ντόπιοι δεν τη λένε «Sternatia» τη λένε «η Χώρα», «i Chora ma», «η χώρα μου» δηλαδή και στο Corigliano D’ Otranto, μέσα σ’ ένα αγρόκτημα που ανήκει στον παππού, τον Giovanni Avantaggiato, που μπορεί κάποιος να δει στην ταινία που μιλά. Και εκεί μαζεύτηκε κόσμος μες την πλατεία, γέμιζε τριακόσια-τετρακόσια άτομα κάθε φορά, τα παιδάκια να παίζουνε δίπλα, να τρώνε παγωτά, να περνάνε οι περαστικοί και να στέκονται όρθιοι από πίσω, κάποιοι από κάτω να σχολιάζουν τους φίλους τους που βλέπανε στην οθόνη, κάποιοι άλλοι με το στόμα ανοιχτό και μας έκαναν πάρα πολύ καλή υποδοχή, μας τιμήσανε πραγματικά οι άνθρωποι, μας χαρίσανε πράγματα, βιβλία με ποίηση Griko κλπ. Θεωρώ δηλαδή ότι ήταν πολύ σημαντική η προβολή της ταινίας σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Είναι οι πρώτοι που την είδανε. Οι πρώτες δημόσιες προβολές μετά τη Θεσσαλονίκη. Αυτό έγινε το καλοκαίρι. Μετά βγήκε στους κινηματογράφους εδώ. 

Διακρίσεις σαν αυτές, πόσο μπορούν να βοηθήσουν στην εμπορική επιτυχία ενός έργου; 

Οι διακρίσεις βοηθάνε γιατί γίνεται πιο γνωστή η ταινία. Δηλαδή, σου λέει ο άλλος «ε, πήρε βραβείο, μπορεί να ’ναι καλή ας πάω να τη δω», μ’ αυτή την έννοια. Κι απ’ την άλλη μεριά είναι σημαντικό γι’ αυτούς που έκαναν την ταινία γιατί αναγνωρίζεται ο κόπος κατά κάποιον τρόπο. Αυτό είναι. Αλλιώς τα βραβεία δεν έχουν κανένα άλλο όφελος. Φυσικά τα βραβεία δεν έχουν κανένα οικονομικό αντίκρισμα. Τα δύο βραβεία που πήραμε εμείς δεν ήταν χρηματικά, ήταν διακρίσεις τιμητικές. Υπάρχουνε βέβαια άλλα φεστιβάλ που δίνουνε οικονομικές ενισχύσεις και βραβεία που ενισχύουν την ταινία. 

Ως σκηνοθέτης με πλούσια εμπειρία και αφοσίωση στο ντοκιμαντέρ, φαίνεται πως έχετε συνειδητά επιλέξει να «απέχετε» από την ταινία-μυθοπλασίας. Τι είναι αυτό οδηγεί έναν δημιουργό να ακολουθήσει τον ένα ή τον άλλο δρόμο;

Μέχρι τώρα, ναι όντως ήτανε μια συνειδητή επιλογή το ντοκιμαντέρ, παρ’ όλο που δεν ήτανε ακριβώς αποχή από την ταινία μυθοπλασίας, γιατί όπως ξέρεις πολύ καλά έχω την άποψη ότι το ντοκιμαντέρ είναι ένα είδος μυθοπλασίας και η μυθοπλασία είναι ένα είδος ντοκιμαντέρ. Αυτό που διαφέρει είναι ο τρόπος κατασκευής, στην ουσία. Δηλαδή στη μια περίπτωση καταγράφεις πράγματα που υπάρχουν, στην άλλη περίπτωση καταγράφεις πράγματα που εκ του μηδενός δημιουργείς εσύ. Όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα είδος μυθοπλασίας. Η αλήθεια όμως είναι επίσης ότι τώρα τελευταία έχει αρχίσει και με ελκύει. Επειδή έχω ξεκινήσει κάνοντας μυθοπλασία, ένα σήριαλ πρώτα πρώτα για το Mega και μετά μια τηλεταινία, τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, πολύ παλιά, δεκαετία του ’90. Απ’ αυτά ξεκίνησα και μετά πέρασα στο ντοκιμαντέρ. Η αλήθεια είναι ότι τώρα τελευταία έχει αρχίσει και με ελκύει η ιδέα ν’ ασχοληθώ μ’ ένα είδος που λέγεται docu-fiction. Μ’ ενδιαφέρει δηλαδή πολύ αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στα δύο είδη. Για μένα είναι η πεμπτουσία το παιχνίδι, το διφορούμενο δηλαδή ανάμεσα στα δύο είδη και αυτό θα ήθελα να το κάνω, αν μπορούσα κάποια στιγμή. Ελπίζω να το καταφέρω.

Αυτό τον καιρό ολοκληρώνετε τη νέα σας δουλειά, που έχει τίτλο The Greek Scooper. Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για αυτό;

Βεβαίως. Ο Ηλίας Δημητρακόπουλος είναι ένας δημοσιογράφος, συνταξιούχος πια βέβαια, Έλληνας, ο οποίος ζει στην Ουάσινγκτον από το 1968 οπότε βρέθηκε εκεί ως πολιτικός πρόσφυγας. Είχε φύγει από δω τον Σεπτέμβριο του ’67, λίγους μήνες μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Εκεί ο Δημητρακόπουλος έθεσε ως σκοπό της ζωής του να πολεμήσει τη δικτατορία μέσα από το σύστημα το αμερικάνικο. Είχε πάρα πολλές προσβάσεις στο Κογκρέσο, στη Γερουσία, πολύ υψηλά ιστάμενους ανθρώπους. Θα σου πω μόνο ένα όνομα: Έντουαρντ Κένεντι. Τις προσβάσεις αυτές τις απέκτησε επειδή ήταν ξένος ανταποκριτής αμερικανικών εφημερίδων στην Ελλάδα και την Ευρώπη, όπως ήταν το Time-Life και η Herald Tribune. Υπήρξε επίσης ανταποκριτής της «Καθημερινής».  

Αυτός σε κάποια στιγμή αποκαλύπτει ότι υπάρχει η ελληνική πτυχή του σκανδάλου Watergate, δηλαδή ότι η ελληνική δικτατορία έστειλε 549.000 δολάρια στο Νίξον παραμονές των προεδρικών εκλογών του ’68 για να ενισχύσει την προεκλογική του εκστρατεία. Αυτά τα στοιχεία τα παρέδωσε στο Δημοκρατικό Κόμμα, όμως το Δημοκρατικό Κόμμα για κάποιους δικούς του λόγους δεν τα έδωσε στη δημοσιότητα. Μείνανε στο κτίριο Watergate που ήταν τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος και όταν έγινε η περίφημη διάρρηξη το 1972, αυτά τα στοιχεία, κατά τον Δημητρακόπουλο, είναι ο λόγος για τον οποίο έγινε αυτή η διάρρηξη. Βεβαίως, αυτή είναι η δική του άποψη, αλλά ούτως ή άλλως είναι μια ζωή που ο άνθρωπος αυτός μάχεται. Έχει κάνει μήνυση στον Κίσινγκερ, έχει κάνει μήνυση στη CIA και την έχει κερδίσει, δηλαδή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Προσωπικότητα που μας ενδιαφέρει πάρα πολύ εμένα και τους παραγωγούς μας από την Portolanos, τη Μαρία Γεντέκου και την Καλλιόπη Λεγάκη. Μας ενδιαφέρει πάρα πολύ η πτυχή του ηρωισμού και η παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα. Όλη αυτή η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα από ένα ταξίδι που κάνει ο Ροβήρος Μανθούλης, ο Έλληνας σκηνοθέτης που μένει στο Παρίσι χρόνια και που συμμετέχει στην ταινία, στην Ουάσινγκτον όπου βρίσκει τον Δημητρακόπουλο. Βρίσκει ακόμη δυο συγγραφείς που στηρίζουν την υπόθεση του Δημητρακόπουλου, μας μιλάει και μας. Κάνουμε γυρίσματα και στο Παρίσι και τώρα ετοιμαζόμαστε να ολοκληρώσουμε μια συνέντευξή του στην Αθήνα. Από κει και πέρα γυρίσματά του στην Αθήνα θα μας μείνουν ενώ έχουμε ολοκληρώσει το πρώτο cut της ταινίας. Ελπίζω να καταφέρουμε να προλάβουμε να τη φέρουμε στη Θεσσαλονίκη στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ τον Μάρτη.

 

 Προφίλ

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΟΒΟΤΣΟΣ

Ο Άγγελος Κοβότσος είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Κινηματογράφου & Τηλεόρασης Χατζίκου. Ξεκίνησε ως βοηθός σκηνοθέτη στο τηλεοπτικό πολιτιστικό μαγκαζίνο της ΕΡΤ Περισκόπιο (1982) και βοηθός σκηνοθέτη και διευθυντής παραγωγής στη σειρά της ΕΡΤ Το χρονικό της Εθνικής Αντίστασης (1984). 

Το 1989 σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους με τίτλο Baby Sitter. Ακολούθησαν: η τηλεοπτική σειρά Σπίτι για πέντε (1991), η τηλεταινία Η φόνισσα (1992), η ενημερωτική εκπομπή με τον Θανάση Λάλα Στη φάρμα των ανθρώπων (1993), η σειρά ντοκιμαντέρ Τι είν’ η πατρίδα μας; (1994) το έργο πολυμέσων (CD-I) Περίπατος στην αρχαία Μακεδονία (1996) κλπ. Μέχρι σήμερα εργάζεται αδιάλειπτα στον χώρο του «δημιουργικού ντοκιμαντέρ». Μετά το Encardia, η πέτρα που χορεύει (2012), ολοκληρώνει το νέο του σχέδιο με τίτλο The Greek Scooper.

Παράλληλα με τη σκηνοθεσία, από το 1996 διδάσκει σε κινηματογραφικές σχολές και εργαστήρια, ενώ έχει συνεργαστεί με πανεπιστημιακά ιδρύματα και εκπαιδευτήρια της χώρας. Ταινίες των κινηματογραφικών εργαστηρίων των δήμων Αθηναίων και Βριλησσίων, που επιμελήθηκε ως υπεύθυνος καθηγητής, έχουν αποσπάσει βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ. Επιπλέον, από το 1998 συμμετέχει σε επιτροπές ειδικών επιστημόνων υποστήριξης του ΟΕΕΚ στις εξετάσεις πιστοποίησης, καθώς και σε επιτροπές σύνταξης προγραμμάτων σπουδών.

 

 Ινφο

Encardia, η πέτρα που χορεύει:

Σκηνοθεσία - Σενάριο: Άγγελος Κοβότσος
Φωτογραφία: Διονύσης Πετρουτσόπουλος
Ήχος: Πασχάλης Κολέντσης
Μοντάζ: Φανή Ζιώζια
Παραγωγή: Poulidis Productions – Γιώργος Πουλίδης
Διάρκεια: 82’
Έτος Παραγωγής: 2012

Τα μέλη του συγκροτήματος:

Κρουστά, μαντολίνο, βιολί, τραγούδι: Κώστας Κωνσταντάτος
Ακορντεόν, φυσαρμόνικα, τραγούδι: Βαγγέλης Παπαγεωργίου
Κιθάρα, τραγούδι: Μιχάλης Κονταξάκης
Τραγούδι, καστανιέτες: Αναστασία Δουλφή
Κιθάρα, τραγούδι: Ναταλία Κοτσάνη
Κοντραμπάσο, τραγούδι: Δημήτρης Τσεκούρας
Χορός: Κωνσταντίνα Καλκάνη & Γιάννα Χαμαλέλη