Γλυκερία Μπασδέκη

Θα με πήγαινε να δω την άρρωστη γιαγιά μου που ζούσε στο δάσος. Δηλαδή μου ‘ταξε πως θα με πάει να δω την άρρωστη γιαγιά μου που ζούσε στο δάσος. Τον είχα γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ στα συσσίτια της μητρόπολης. Ήταν ο προμηθευτής πουλερικών κι αμέσως μ΄ έβαλε στο μάτι. Κλείσαμε ραντεβού τα ξημερώματα. Κρατούσα  ένα σάκο, δυο χαρτόκουτες και την αναπνοή μου. Την επομένη  είχε κάτι παραλαβές στη Θήβα -στο τελείωμα θα σε πάω να δεις την άρρωστη γιαγιά σου που ζει στο δάσος, ψιθύρισε συνωμοτικά καθώς μ’ έσπρωχνε στο ημιφορτηγάκι ΚΡΕΑΤΑ ΠΟΥΛΕΡΙΚΑ Ο ΝΟΤΗΣ-ΠΟΙΟΤΗΣ. Ξεκινήσαμε κατά τις έξι. Μου πέταξε και κάτι κοτοσάντουιτς για το δρόμο. Στην αρχή δε μιλούσαμε, ύστερα άρχισε ν΄απλώνει χέρι. Κάθε που άλλαζε ταχύτητα, με χάιδευε στο γόνατο και μετά ανέβαινε ψηλά, μέχρι την κυλότα. Δεν έβγαζα τσιμουδιά. Πεινούσα πολύ κι  ήταν ο μόνος που μου’ ταξε πως θα  με πάει να δω την άρρωστη γιαγιά μου που ζούσε στο δάσος.

Εφτά και κάτι, λίγο πριν τα διόδια, σταματήσαμε. Ντελαπάρισε ένα πούλμαν με καλόγριες, όλες καθολικοτέτοιες -και γαμώ το μποτιλιάρισμα, μας πρόλαβε ένας κυνηγός με ντάτσουν που κατουρούσε στα βράχια. Απ’ το βάθος των Τεμπών έβγαιναν καπνοί σε σχήμα Βατικανού, μια μελωδία που έμοιαζε με το Ave Maria ξεχυνόταν απ’ τις στραπατσαρισμένες λαμαρίνες, νοσοκόμοι έσπρωχναν τα φορεία με τις Τερέζες. Οι οδηγοί έκαναν τον σταυρό τους. Θαύμα, θαύμα φώναζαν κάτι νταλικιέρηδες με γυμνές στο παμπρίζ. Πήγα να πιάσω κουβέντα με το μπροστινό  φίατ πούντο. Η ξανθειά σύζυγος μιλούσε στο κινητό κάνοντας ταυτόχρονα ασκήσεις γιόγκα. Θέλω να βγω, κλαψούρισα. Παλουκώσου και σκάσε στρίγγλισε αυτός που θα με πήγαινε να δω την άρρωστη γιαγιά μου που ζούσε στο δάσος. Έβαλα τα κλάμματα και δεν ξαναμίλησα. Ο κυνηγός είχε κατεβάσει το παντελόνι κι έκανε το χοντρό του αδιαφορώντας για το χαμό γύρω. Ο Νότης-Ποιότης με διέταξε να βγάλω τη μπλούζα και να κολλήσω το στήθος μου στο παράθυρο.  

Τον άκουγα να βογγάει. Κάτι πυροσβέστες χτυπούσαν φραπέδες, ένας με χοντρά μπούτια με κοιτούσε λιγωμένος. Ο ήλιος χτυπούσε κάθετα τις λαμαρίνες. Άρχισε να μυρίζει καμμένο κρέας. Οι ψαλμωδίες δυνάμωναν. Λαγοί και ελάφια πετάχτηκαν απ’ τη μέση του πουθενά. Η κοιλάδα ξεκίνησε να δονείται ρυθμικά. 

Άνοιξα γρήγορα το τζάμι κι έκανα εμετό.