Με τα γόνατα λυγισμένα και τις παλάμες ανοιχτές, ν’ ακουμπούν στο ξύλο και να τη στηρίζουν, λες και ο πρωκτός της βρισκόταν πάνω απ’ το λασπώδες μάτι μιας τουαλέτας, κι έτσι, με μικρές συσπάσεις των βλεφάρων και τα χείλη διάπλατα σ’ ένα χαμόγελο που έκανε να λάμπει όλη της η αυτοφαγία, αφόδευε, λικνιζόμενη πάνω κάτω, ελαφρά, χωρίς τίποτα να βγαίνει από μέσα της, κοιτάζοντάς με στα μάτια, πάντα χαμογελαστή, με τον καρφωμένο μορφασμό της ύαινας να σχίζει το στόμα, σ’ ένα τετραγωνικό χείλος όπου δεν μπορούσε να ακουστεί ανάσα δικιά μας ούτε ανάσα των έξω από μας, λες και ήμασταν τότε πιόνια, μικρά καύκαλα ανθρώπων που τα πνίξαμε σαπισμένα κι αυτά μεγάλωσαν, έγιναν εμείς. Την έβλεπα από τον καθρέφτη. Από πάνω της λυγίζοντας το στέρνο ώστε οι τρίχες ν’ ακουμπούν ίσα ίσα την πλάτη της κι ήμουν ιδρωμένος, παλλόμουν. Γελούσε κι εγώ πονώντας της έλεγα να μην κάνουμε φασαρία. Να γίνουμε αυτό που είναι να γίνει αλλά κρυφά, μυστικά, τουλάχιστον να μην είμαστε ήχος του κόσμου, για λίγο, ο κόσμος να μη μπαίνει σ’ εμάς. Και τη ρωτούσα πώς μεγαλώσαμε, τι απογίναμε. Και μου ’λεγε διαλέξαμε να είμαστε αυτοί, όχι άλλοι. Αλλά υπάρχει της είπα στ’ αλήθεια καθαρή επιλογή; Μπορούν δυο άνθρωποι να κυλήσουν πέρα απ’ τα πράγματα; Χρειαζόμασταν λέει να τρώμε. Γι’ αυτό κι ανοίγαμε όλες τις τρύπες. Πιο πολύ λέει πονάει το μπουκωμένο στόμα. Γιατί σου χώνουν μια παλάμη γραμμένη πυκνά. Και την ανοίγουν αυτή σα βεντάλια στο λαρύγγι να σου κατέβει μέχρι τη σπλήνα ο λόγος. Κι η σπλήνα είναι κόκκινη από τα λόγια τους λέει. Αλλά τώρα; Δεν μπορούμε τώρα που ξέρουμε να σταματήσουμε τους βιασμούς; Τώρα της λέω να τα ξεράσουμε πίσω. Όλα ατόφια να τα πετάξουμε πίσω. Μπορούμε λέει και χαμογελώ. Αλλά πρέπει να κόψουμε με τον μπαλτά κομμάτια ολόκληρα, πέτσες και κρέας ωμό, από τα μέσα να βγαίνουν, σπλάχνα, ν’ αδειάσει αυτό που είναι εκείνοι σ’ εμάς. Και τότε πια της λέω θα είμαστε εμείς; Και τότε πια θα ξέρουμε ένας τον άλλον, θα γνωριζόμαστε; Όχι μου λέει και πικραίνομαι. Σηκώνομαι. Σηκώνωτοκεφάλιδεντηβλέπωπια. Ούτε εσύ εμένα. Ούτε οι μήτρες εμάς. Ούτε εμείς τους φίλους. Κανείς δεν θα ξέρει κανέναν. Κανένας δεν θα είναι εκείνο που νομίζαμε πως πάντα θα είναι και κανείς εμάς δεν θα γνωρίζει όπως ήμασταν παλιά. Γιατί κατάλαβέ το ουρλιάζει χαμογελώντας μια κραυγή πρέπει να καταλάβεις είμαστε ό,τι είμαστε επειδή πεινούσαμε και μας ταΐσαν και γίναμε. Τώρα θέλουμε να εξεγερθούμε λέει γλυκά. Είδαμε τα στοιβαγμένα κόπρανα σαν κεφάλια φιδιών και πουθενά δεν μπορεί να πάει κανείς ο αέρας ακόμα κι η θάλασσα είναι όπως τα βλέπουμε επειδή έχουμε γίνει αυτό που τα βλέπει. Τώρα λέει θέλουμε να γίνει ο κόσμος πεταλίδα και να τον κόψουμε απ’ το δέρμα με τον σουγιά. Αλλά δεν έχουμε το θάρρος να πούμε καλώς την αυτή τη νέκρα. Νέκρα είμ’ εγώ, δεν είσαι άντρας εσύ. Δεν είμαι εγώ το σώμα σου κι εσύ ξένο σώμα είσαι για μένα. Νεκρό πια όπως ο καθρέφτης που του βγάλανε την ψίχα. Κι είναι πάλι εκεί. Αλλά γυαλί. Άλλος κενός που ξεκινά. Και την έβλεπα τότε στον καθρέφτη να μιλά και ξάφνου να σιωπά, να σουρώνει. Με τα μάτια μου πετσοκομμένα στα γιγάντια τερατώδη γυαλιά. Κι είπε θα ξανασυναντηθούμε. Αλλά τίποτα από μέσα της δεν έβγαινε.

δ. τανούδης, Ερυθρές Αττικής, Ιανουάριος 2013