Έφυγε ο άντρας της κι εκείνη μόνη τώρα, δεν ξέρει ποία είναι.
Τα διπλωμένα ρούχα του θα πάνε στους φτωχούς και τα πατζούρια έκτοτε κλειστά.
Ομοούσιοι ως κι αδιαίρετοι, έτσι που τα χέρια τους τακτοποιούσανε μαζί επί δεκαετίες
τις πατάτες και τα κρεμμύδια από τη λαϊκή.
Οι τυχαίες αυτές ψαύσεις των χεριών, τ’ αγγίγματα όπως τακτοποιούσανε τα ψώνια της λαϊκής. 
Φακίδες της ηλικίας των χεριών που έρχονταν σε επαφή μες στο ντουλάπι
κι ήτανε πια ο τρόπος τους να κάνουν έρωτα.
Αυτά και όχι τ’ άλλα, είναι που φέρνουνε κοντά.
Οι πολλοστές συνήθειες που κάνανε φτερά.
Μα δεν το ξέρεις, όχι μέχρι να έρθει η ώρα του και τούτο να το μάθεις. 
Ίχνη στη μοκέτα και άδεια μεταλλικά κουτάκια καραμέλας του λαιμού του θα βρεθούν πολλές φορές,
όταν οι άνθρωποι έχουν γίνει ομοούσιοι ως κι αδιαίρετοι.
Ή αίφνης, το ρολόι τσέπης και το τρανζιστοράκι των χαραμάτων του στ’ αυτί, μην τυχόν και σε ξυπνήσει.
Ακόμη και μια τρίχα στο σιφόνι θα βρεθεί που θα παρακαλάς να του ανήκει.
Το μέρος της ντουλάπας του κλειστό, για να μη θίξω βέβαια το ζήτημα και θέαμα της αδειανής καρέκλας.
Κι έπειτα η ναυτία της άσκοπης περιπλάνησης από δωμάτιο σε δωμάτιο, αρχίζει δρομολόγιο.
Η διαστολή η αφύσικη του χρόνου.
Οι επισκέψεις καταχρηστικές, ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν και που    -άκουσον-
μιλούν για λήθη του ομοούσιου.
Κάνουνε φασαρία.
Κι εσύ δεν έκλαψες γι’ αυτόν σήμερα αρκετά.
Και απορείς με τον εαυτό σου, που αντέχεις απορείς.
Διώχνεις τους επισκέπτες.
Να πονέσεις θέλεις.
Ξυραφάκια αγαπημένα που απέμειναν, στα πόμολα οι δαχτυλιές,
μα πιο πολύ πονάν όσα δεν φαίνονται. 
Όπως ας πούμε του διαλόγου η απουσία.
Κι όπως ας πούμε εκείνο εκεί το θρόισμα κάπου κοντά στο μέτωπο την ώρα που ξαπλώνεις
και λείπει κείνος ή εκείνη.
Και λες, να ο χαιρετισμός, να το το σήμα του από τον άλλο κόσμο. Να το το νοιάξιμό του. 
Δεν ήμουν λοιπόν λάθος που τον εμπιστεύτηκα.
Δεν έφυγε εξ αιτίας μου.
Δεν ελησμόνησε.
Φτερουγίζει απόψε ο ομοούσιός μου και είναι αυτή η προς εμένα καληνύχτα του.
Αύριο θα σηκωθώ
και δεν θα ‘ναι τόσο άσκοπα από δωμάτιο σε δωμάτιο τα βήματά μου.
Δεν θα ‘ναι τόσο μου ξένα τα πόδια. 
Και θα μάθω έστω και τώρα, και έστω απ’ την αρχή: το ποία είμαι.