Τα σπαθιά των ιπποτών του μέλλοντος, ήταν ακόμα μπηγμένα στα γεμάτα από άγνοια σπλάχνα των ανθρώπων με τα σκυμμένα κεφάλια. Τα τριχωτά μέρη του κρανίου τους χάιδευαν το σάπιο χώμα της πόλης, και ήταν σάπιο από χρόνια. Πολύ πριν η πόλη αυτή περάσει στη, λεγόμενη από τους γέροντες, μελλοντική περίοδο.

Μια μέρα που δεν θυμούνται πλέον, όχι γιατί σβήστηκε η μνήμη τους ταυτόχρονα, αλλά γιατί απλά το μυαλό τους παρέδωσε μερικές λειτουργίες για κοινό καλό της πόλης, μια μέρα από εκείνες τις παλιές ξαφνικά οι κάτοικοι δίπλωσαν στα δύο και τα οστά σαν οροσειρές έσκισαν συμμετρικά τις σάρκες στους. Οι πλάτες όλων μάτωσαν, το αίμα χύθηκε σαν κρύα λάβα στα κορμιά τους μέχρι που ξεράθηκε. Μέχρι σήμερα ίχνη παλιού αίματος ντύνουν τα πλευρά των ανθρώπων. Μερικοί καταφέρνουν να περπατούν και στα τέσσερα, ως ένδειξη της εξελικτικής πορείας του ανθρωπίνου είδους. Οι παλάμες τους έχουν αναπτύξει την σκληρότητα των πελμάτων, ενώ σε μερικούς από αυτούς, τους πιο εξελιγμένους ίσως, έχουν ενωθεί με μια μωβ μεμβράνη οι άκρες των δαχτύλων και ο καρπός έχει κλέψει αυτούσια την λειτουργία της φτέρνας.

Τα σπαθιά γυαλιστερά έσχισαν αθόρυβα το δέρμα, ένα δέρμα λες και ήταν διάτρητο πέπλο, χύνοντας έξω κάθε υγρό από κάθε προδότη της πόλης. Πρόδωσαν την πόλη μπροστά στα μάτια αθώων περαστικών. Τόλμησαν, έγραφε με εκκωφαντικές λέξεις σε μερικές από τις ανακοινώσεις των ιπποτών, να χλευάσουν την ειρηνική λειτουργία της πόλης, τόλμησαν να παρασύρουν συμπολίτες μας σε παρόμοιες πράξεις και οι ποινή του δημόσιου θανάτου είναι το λιγότερο που μπορούν να υποστούν, ίσα ίσα για την εξιλέωση και μόνο των αθώων ψυχών που απαρτίζουν την πόλη αυτή, για τις ψυχές των παιδιών μας. Ήταν μια ανακοίνωση που εξυμνούσε με τρόπο ελλειπτικό το αίσθημα δικαίου και ένα μικρό αντάλλαγμα για τις ηθικές βλάβες των πιστών.

Θα εκτελούνταν δημοσία δαπάνη και τα «άπιστα κουφάρια», όπως τα έλεγαν, θα στόλιζαν την κεντρική πλατεία μέχρι να φαγωθούν από τα κυβερνητικά σκυλιά. Ζωντανά προτεταμένα στις υπηρεσίες της πόλης. Μέρες αργίας ήρθαν σαν δώρο, με τους πιστούς πολίτες να χορεύουν γύρω από την δύσοσμη πλατεία, να υπηρετούν τα ψηφισμένα, από την κυβέρνηση, έθιμα της πόλης τρώγοντας και πίνοντας ασταμάτητα για νύχτες και μέρες, όλα τούτα που τους πρόσφεραν οι άρχοντες. Τόσο απλόχερα τα χάρισαν που οι παλιοί του τόπου δεν μπορούν να θυμηθούν πότε έγινε κάτι τέτοιο στο παρελθόν, ούτε στα βιβλία που έψαξαν δεν βρήκαν το παραμικρό που να μοιάζει με τούτη τη γιορτή.

Χορεύοντας γύρω από τους άλλοτε τετράποδους ανθρώπους, τους άλλοτε πιστούς όπως αυτοί που τώρα τους χλευάζουν, όπως όλοι αυτοί που με βήματα σχεδόν στρατιωτικά κάνουν το σάπιο χώμα να τρέμει σαν μεθυσμένη Γη και από τα στεγνά τους στόματα να ρέουν λέξεις καταραμένες για τα «άπιστα κουφάρια» και τις άψυχες ψυχές τους που δεν ανήκουν πουθενά πια, γιατί μια μέρα, που όλοι παλεύουν για να σβήσουν, μια μέρα από αυτές τις ξεχασμένες τώρα, τόλμησαν να σηκωθούν στα δυο τους πόδια και να υψωθούν υβριστικά μπροστά στα μάτια των όρθιων ιπποτών, να σηκωθούν πηγαίνοντας αντίθετα στην ψηφισμένη από την πόλη, πορεία προς την εξέλιξη τετράποδων ανθρώπων.

.ρ ςοκίν