Καθώς απλωνόταν ευθεία μπροστά ο δρόμος, μια κατηφόρα, πέρα μακριά μες στο σκοτάδι υψωνόταν το όνομα του νοσοκομείου, με φωτεινά γράμματα. Όμως είχε κάτι το όμορφο, κάτι το μοναδικό, λες και δεν ήταν νοσοκομείο, λες και ήταν η σφραγίδα μιας εποχής. Από την άλλη ο λόφος. Αυτός, καταμεσής της πόλης. Με τα φώτα να πέφτουν πάνω του και να του δίνουν μια άλλη όψη, μια όψη τόσο επιβλητική που δε θα μπορούσε ποτέ να πάρει τη μέρα. Κι ολ’ αυτά τόσο έντονα μες στην αδιάφορη ώρα, μιας αδιάφορης νύχτας του χρόνου. 

Λίγα λεπτά πριν, ήμουν σε μια παρέα, σ’ ένα σπίτι, ανάμεσα σε φίλους και σε άλλους. «Μελαγχόλησα» μου είπε η εορτάζουσα. Όταν ρώτησα, είπε «μεγαλώνουμε». Πράγματι, μεγαλώνουμε, ήθελα να της πω, αλλά αυτό καθόλου δε με θλίβει. Πιο πολύ με πειράζει που βλέπω το χρόνο να φεύγει άσκοπα. Που φεύγει χωρίς να τον έχω ζήσει. Ναι, εμένα αυτό με νοιάζει, αυτό με τρομάζει, αυτό με κάνει να βλέπω εφιάλτες – θα μου πεις ανέκαθεν έβλεπα...

Κι αναρωτήθηκα αν είμαστε έρμαια της τύχης ή θύματα των επιλογών μας, γιατί τίποτα το τόσο τραγικό δεν υπάρχει απλώς και μόνο στο γεγονός πως κλείσαμε τα είκοσι τέσσερα, όμως τελικά δεν είπα τίποτα, ίσως γιατί πίστεψα πως κανείς από τους υπόλοιπους δε θα ήθελε ή δε θα μπορούσε να καταλάβει.

Πιο πέρα, το σκοτάδι διαδεχόταν τα δέντρα. Πολιτικές αφίσες ξεχασμένες, φθαρμένες από τον αέρα, τη βροχή, την σκόνη, το χρόνο. Συνθήματα οργής στους τοίχους, γκράφιτι πολυκαιρισμένα, όλα μέσα στο κλίμα των ημερών. Τόσο, όσο και τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, κρεμασμένα από τα μπαλκόνια κι από τα ψηλά δέντρα που κάποτε κοίταζα με δέος. Τότε έμοιαζαν θεόρατα. Δίπλα στον κάδο, κάποιος έψαχνε τις σακούλες, που σαν λόφος μαζεύονταν απ’ έξω μέρες τώρα∙ παντού στην πόλη. 

Πίσω απ’ το πάρκο είδα φώτα. Μια εικόνα που έμοιαζε με σκέψη, αλλά και με βιωμένη εμπειρία, ίσως και με βεβαιότητα, αλλά και με έκλαμψη ξεχασμένου   τυχοδιωκτισμού, πήγαινε ενάντια σε όλους και όλα. Σύντομα έρχεται κάτι καλύτερο.