Η γιγαντιαία πτώση της βλεφαρίδας κάνει θόρυβο. Πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της περιγραφόμενης κίνησης.

Η Μαρία Α. Ιωάννου με το πρώτο της βιβλίο αρθρώνει λόγο και άποψη, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να αναδεύει τα νερά της κυπριακής -και όχι μόνον- λογοτεχνίας χάρη στη γλώσσα, το ύφος και τη φωνή της.

Με άξονα τον σουρεαλισμό και το παράλογο μα ταυτόχρονα με μια ξεκάθαρη πρόθεση ευθείας αναμέτρησης με κουλτούρες, ιδέες και εποχές, η Μαρία Α. Ιωάννου πλάθει με μαστοριά χαρακτήρες αυθεντικούς, χωρίς πολυφορεμένες βεβαιότητες και θέσφατα.

Εμείς χρησιμοποιήσαμε το ίδιο το υλικό του βιβλίου της και ενσωματώσαμε στις ερωτήσεις μας αποσπάσματά του. Μιλήσαμε για πτώσεις, βλεφαρίδες, καινοτομίες, πληγές του παρελθόντος και πιθανές ασθένειες μιας γενιάς που ακροβατεί στο πριν, το κατά τη διάρκεια και το μετά της πτώσης.

Πάντα παρούσα και πιο επίκαιρη από ποτέ η σκληρή της Κύπρου πραγματικότητα.

Η συνέχεια στις ψηφιακές σας οθόνες...

 

Γράφεις στο βιβλίο: «Τα κυπριακά βιβλία δυσκολεύονται να κατανοήσουν την αλληγορία του (Κάφκα) παραμένοντας προσκολλημένα στο ‘74». Αν έγραφες ένα διήγημα για την κατάσταση της κυπριακής λογοτεχνίας στους καιρούς μας, ποιες πέντε λέξεις θα χρησιμοποιούσες σίγουρα και γιατί; 

Με δυσκολεύει αυτή η ερώτηση γιατί δεν γνωρίζω αν πέντε λέξεις μπορούν να περιγράψουν την κατάσταση της κυπριακής λογοτεχνίας. Ειδικά τώρα που τα πράγματα, λόγω της οικονομικής εξαθλίωσης, είναι τόσο ρευστά και αβέβαια. Η κυπριακή λογοτεχνία για κάποιους υπάρχει ως ξεχωριστή οντότητα και για κάποιους όχι. Το '74 δε μας τραυμάτισε μόνο  ως λαό αλλά τραυμάτισε ανεπανόρθωτα και τη λογοτεχνία μας. Η ενασχόληση με θέματα που αφορούσαν το '74 ήταν αναπόφευκτη και απόλυτα φυσιολογική - το οποιοδήποτε τραυματικό γεγονός μόνο μέσα από την επανάληψη μπορεί να εκτονωθεί. Από την άλλη προωθήθηκαν τόσο πολύ αυτά τα θέματα που φτάσαμε στο σημείο κάποιος να σκέφτεται κυπριακή λογοτεχνία και να του έρχεται στο μυαλό μόνο το '74. Εκτιμώ την κυπριακή λογοτεχνία για τις ιδιαιτερότητες που έχει, από την άλλη δεν μπορώ να την διαχωρίσω από μια ευρύτερα νεοελληνική λογοτεχνία. Και γράφω έχοντας και τα δύο στο μυαλό. Η δική μου γενιά είναι λίγο διαφορετική, πιο αποστασιοποιημένη από το '74, χρειάζεται όμως κι αυτή χρόνο και χώρο. Χρόνο έχουμε. Όσο έχουμε. Χώρο δεν ξέρω. Κάποτε ονειρεύομαι πως έχουμε. Μα τα τελευταία γεγονότα στην Κύπρο δεν μας αφήνουν και πολλά περιθώρια. Ή θα μας καταπιεί κι εμάς η μαύρη τρύπα ή θα αγωνιστούμε για να βγούμε πάλι στην επιφάνεια. Η κυπριακη λογοτεχνία περνά ένα ακόμη τραυματικό γεγονός που χωρίς αμφιβολία θα αποτυπωθεί στη γραφή της νέας γενιάς.

Από μακριά ο Εστραγκόν του Μπέκετ ρωτά με αφέλεια: «Πάλι αυτοκτόνησε αυτή;». «Ναι...» του λέω διστακτικά. «Έχωσε το κεφάλι της μέσα σ' ένα φούρνο». «Εσύ ποιος είσαι;», με ρωτά. Χάσκω. Δε μιλώ. Ο ΚΑΝΕΝΑΣ! ψιθυρίζει στο αφτί μου η Αγαπημένη. «Ο...κανένας...» του απαντώ. (Εισαγωγή, σελ. 15)

Στο εισαγωγικό κείμενο της Βλεφαρίδας βάζεις ένα από τα βιβλία να διατυπώνει τον ακόλουθο προβληματισμό: «Στ’ αλήθεια δε με λυπεί το ότι ο κόσμος δε θα έχει για να αγοράζει. Με ενοχλεί που δε θα έχει λεφτά για να διαβάζει, και δεν υπάρχει χειρότερο κακό από αυτό!» Ποιος είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης ενός ανθρώπου που γράφει στους καιρούς μας; 

Πολλοί είναι οι εφιάλτες που με βασανίζουν τον τελευταίο καιρό. Ένας φίλος λέει πως η κρίση είναι ορυχείο για έναν λογοτέχνη. Θέλει όμως μεγάλη προσπάθεια για να επιβιώσεις κάτω απ' την γη. Η γενιά μου μεγάλωσε πολύ διαφορετικά, δεν έχει αυτά τα εφόδια, θα πρέπει να φτύσει αίμα για να τ' αποκτήσει. Το μόνο μέλλον που βλέπω αυτήν τη στιγμή είναι στα μάτια της κόρης μου. Όμως πιστεύω σ' εμάς. Θα τα καταφέρουμε. Πρέπει να τα καταφέρουμε. 

«Αν υπήρχαν ψυχολόγοι για βιβλία θα στοίχιζαν σίγουρα μια περιουσία, αφού δεν πρέπει μόνο να γιατρέψουν τους συγγραφείς αλλά και τους χαρακτήρες τους». Από τα δεκαπέντε διηγήματα της συλλογής, υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που εμφανίζει συμπτώματα ανίατης ασθένειας και μετά την έκδοση του βιβλίου; 

Μάλλον η βλεφαρίδα από το ομώνυμο διήγημα. Μας είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουμε η μία από την άλλη, έστω κι αν πέρασαν αρκετά χρόνια από τη γνωριμία μας. Κι όσο άρρωστη είναι αυτή είμαι κι εγώ. Ζούμε παρασιτικά η μία στη ζωή της άλλης κι αυτό κάποτε με ανησυχεί. Άραγε ο παθολογικός έρωτας που μπορεί να έχει κάποιος με το πρώτο του βιβλίο; Πάντως στη συλλογή διηγημάτων που γράφω τώρα την κλείδωσα στο appendix για να μη μιλά πολύ και να επεμβαίνει, πρέπει κι εγώ να προχωρήσω. 

Παρεκτρέπομαι. Παραλογίζομαι. Πολιτικοποιούμαι. Σύμπτωμα μάλλον της σοβαρής κατάστασής μου. Πέφτω κι εγώ σαν αυτήν. Πετώ προσωρινά. (Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας, σελ. 130)

Με άξονα τον σουρεαλισμό μίλησες για καταστάσεις που όλοι γνωρίζουμε και συναντούμε καθημερινά, ακόμα και αν δεν μπορούμε να κάνουμε απευθείας τις απαραίτητες αντιστοιχίες αιτιών και αποτελεσμάτων. Ο κόσμος της Βλεφαρίδας είναι ένας κόσμος σε κατάσταση πτώσης ή ένας κόσμος που βιώνει μετατραυματικό σοκ και προσπαθεί να συνέλθει από αυτήν;

Το βιβλίο ξεκίνησε ως μια προσωπική συγγραφική διαδρομή γεμάτη αβεβαιότητα, μικρότητα, φόβο και κατέληξε σε μια πολύπλευρη αλληγορία της σύγχρονης πραγματικότητας. Το τραύμα είναι μέσα μας, στα σπλάχνα μας, όσα χρόνια κι αν περάσουν θα είναι εκεί και θα μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Η πτώση ήδη έγινε. Και πρέπει να καταλάβουμε πως δεν είναι μια άνοδος που θα μας σώσει αλλά μια κάθοδος. Μια ζωή μας μάθαιναν πως πρέπει να ανεβαίνουμε. Κανείς δε μας έμαθε πως πρέπει και να κατεβαίνουμε πού και πού. Γράφω γι’ αυτή την κάθοδο. Σε κάποιους αυτό μπορεί να φαντάζει απαισιόδοξο ή σκοτεινό αλλά εγώ γράφω όταν δεν μπορώ να μιλήσω. Αν είμαι πράγματι απαισιόδοξη ή σκοτεινή χαλάλι. Φτάνει οι λέξεις μου να μην είναι ψεύτικες μα να έχουν ρίζες, κι ας φθάνουν οι ρίζες τους βαθιά μέσα στο βούρκο. Για μένα δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να γράφεις μέσα στο βούρκο. 'Αμα δεν αναπνέεις γράφεις καλύτερα. Τώρα εξάλλου δεν έχουμε άλλη επιλογή. Είμαστε στο βούρκο. Είμαστε ο βούρκος.

Καμπουριάζοντας μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο οι σπονδυλικές στήλες από ανθρώπινες μετατρέπονταν σε κόκαλα τετράποδων. Λες και το πάτωμα, το χώμα, η γη τους τράβαγε σαν μαγνήτες προς τα κάτω, αρπάζοντάς τους από τη μύτη και βυθίζοντάς τους στο κενό. Πόσες τσίχλες μετρούσε, πόσες βλέννες και ακαθαρσίες στο μπετόν, πόσα τακούνια και απεριποίητα νύχια έβλεπε. Ουρανό σχεδόν ποτέ. Αυτός ήταν προς τα πάνω, κι εκεί τα όντα πετούσαν, δεν καθάριζαν τα σκατά των αδέσποτων με τις σόλες και το δέρμα τους. (Γαστερόποδο πνευμονοφόρο μαλάκιο, σελ. 28)

Το διαδίκτυο ως χώρος καινοτομίας και ανάπτυξης υβριδικών μορφών λογοτεχνίας λειτουργεί στο περιβάλλον μιας συχνά ερμητικής νεοελληνικής πεζογραφίας;

Αυτή είναι η πραγματικότητά μας, δε μπορούμε να της κλείνουμε την πόρτα προσπαθώντας να διατηρήσουμε στοιχεία που εκφράζουν μια άλλη εποχή. Θέλω να πω, δεν υπάρχουν πια όρια στη λογοτεχνία. Από την άλλη θεωρώ πολύ σημαντικό τον σεβασμό προς την γλώσσα, αυτό είναι κάτι που πρέπει να κρατηθεί με νύχια και με δόντια, είναι χρέος μας να συνεχίσουμε να είμαστε ερωτευμένοι με τη γλώσσα μας, φτάνει να μιλά σε όλους. Δεν πιστεύω σε ποιοτική ή πιο ανάλαφρη λογοτεχνία ούτε σε λογοτεχνικά είδη. Κάποτε το έκανα. Τώρα πιστεύω πως αυτό που γράφεις οφείλει να έχει μια αμεσότητα, μια ειλικρίνεια ώστε να αγγίξει τον οποιοδήποτε, κι ας μην το καταλάβει όπως θα ήθελες, ας νιώσει μόνο ένα 1%, μα να το νιώσει. Πιστεύω στη λογο-τεχνία και ταυτόχρονα διοχετεύω τον εαυτό μου προς όλες τις κατευθύνσεις προσπαθώντας να απορροφήσω τα στοιχεία που με εκφράζουν. Κι όταν καμιά φορά ενθουσιάζομαι και νιώθω πως έφερα με τη γραφή μου κάτι καινοτόμο στη λογοτεχνία, βάζω κόλλα στις πατούσες μου και κολλώ τον εαυτό μου στο πάτωμα να μην εθελοτυφλεί και να πετά χωρίς λόγο.

«Ψάξε και βρες ποιος μέσα στην Κόλαση δεν είναι Κόλαση και δώσε του δύναμη να αντέξει, δώσ’ του χώρο…», είναι μια φράση του Καλβίνο με την οποία συνδιαλέγεσαι στη Βλεφαρίδα. Ποια πιστεύεις πως είναι η υπέρβαση που καλούνται οι λογοτέχνες της γενιάς μας να κάνουν, προκειμένου να γλιτώσουν από την κόλαση της επαναληψιμότητας;

Πραγματικά με σοκάρει το πόσο προφητική ήταν τελικά η Βλεφαρίδα για τον λαό μου. Και στους καιρούς που διανύουμε επιβάλλεται η υπέρβαση, είτε σε προσωπικό, είτε σε πολιτικοκοινωνικό, είτε σε λογοτεχνικό επίπεδο. Τι θα πρότεινα στους λογοτέχνες της γενιάς μου; Να μην τους φοβίζουν αυτά που θα ανακαλύψουν σκάβοντας μέσα τους. Είναι κι αυτό μέρος του παιχνιδιού. Εγώ δε διάβαζα ποτέ πολλά βιβλία. Η φλυαρία στη λογοτεχνία με κούραζε πάντα, ίσως γι αυτό να ασχολούμαι με τη μικρή φόρμα. Μ' αρέσουν οι βόλτες, οι καλές ταινίες, οι άνθρωποι και περισσότερο αντλώ από αυτά για να δημιουργήσω. Σπάνια γράφω αυτοβιογραφικά, ηθελημένα τουλάχιστον. Επίσης αποφεύγω να συγκρίνω τον εαυτό μου με βιβλία άλλων εποχών, να βάζω στόχους που δεν μπορώ να εκπληρώσω, να ονειρεύομαι πράγματα που δεν μπορώ να φτάσω. Η άγνοιά μου κάποτε με βοηθά. Πλέον αγνοώ κάποια πράγματα επιτηδευμένα. Παλαιότερα ένιωθα τύψεις. Πια όχι. Στη δική μου περίπτωση δεν ήταν θέμα υπέρβασης αλλά αποδοχής. 

Στην Ανάποδη πόλη ο κόσμος αντιστρέφεται, ο ήλιος ανατέλλει προς τα πίσω και τα αυγά τηγανίζονται σε ανάποδο τηγάνι. Νιώθεις πως η γενιά μας εμφανίζει σοβαρά συμπτώματα αδυναμίας συντονισμού με όσα επιτάσσει μια ρεαλιστική εκδοχή της κοινωνίας; 

Όχι. Μας θεωρώ καθαρόαιμα προϊόντα μιας ρεαλιστικής εκδοχής της κοινωνίας. Συντονιζόμαστε μια χαρά. Κι αυτό με ενοχλεί. Αλλάζουν όμως τα πράγματα. Μας αλλάζουν. Κι αν υπάρχει κάτι θετικό μέσα σε αυτό που μας συμβαίνει είναι πως επαναπροσδιορίζοντας το μέσα μας ίσως κάποια στιγμή επαναπροσδιορίσουμε και τον κόσμο.

«Γύρισα την πλάτη μου στο μαξιλάρι. Δεν είχα καμία απολύτως σκέψη. Ούτε καν το Δεν Ξεχνώ». Το ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο του τόπου σου, λειτούργησε για σένα ως μοχλός συγγραφής ή ως αφορμή για ρήξη με τις βεβαιότητες των προηγούμενων γενιών;

Ειλικρινά δεν ξέρω πώς λειτούργησε ή λειτουργεί για μένα το οποιοδήποτε υπόβαθρο του τόπου μου. Ο χρόνος θα δείξει. Πιστεύω πως τώρα χρειαζόμαστε τη λογοτεχνία περισσότερο από ποτέ. Από την άλλη, γράφοντας κατάλαβα πως ίσως τελικά να μη χρειάζομαι τίποτα, πως η γραφή ήταν, είναι και θα είναι μια μοναχική και επώδυνη διαδικασία. Έτσι πρέπει να είναι. Πάντως μοχλό δε μου έδωσε κανείς, μάλλον τον κατασκεύασα μόνη μου. Δεν είναι κι ο καλύτερος αλλά ευτυχώς κάνει τη δουλειά του.

 

 Προφίλ

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

Η Μαρία Α. Ιωάννου γεννήθηκε το 1982 στη Λεμεσό. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έργα της έχουν βραβευθεί σε τοπικούς και διεθνείς διαγωνισμούς συγγραφής και έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Τον Ιούλιο του 2011 εξέδωσε την πρώτη της συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Η συλλογή τιμήθηκε πρόσφατα με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας Κύπρου.

 

 Κλικ

Wordpress